Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54860-54880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54365φαντασίαφα-ντα-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ικανότητα του νου να σχηματίζει εικόνες ή να συλλαμβάνει ιδέες, κυρ. για πράγματα για τα οποία δεν είχε προηγούμενη ή άμεση εμπειρία: αστείρευτη/αχαλίνωτη/ερωτική/ζωηρή/καλπάζουσα/μεγάλη/νοσηρή (= αρρωστημένη)/πλούσια/φτωχή ~. Η ανθρώπινη/λαϊκή/παιδική ~. Η δύναμη της ~ας. Απελευθέρωση της ~ας. Δημιούργημα/προϊόν της ~ας (βλ. φαντασίωση). Ταξίδια με τη ~. Αναπτύσσω/εξάπτω/χαλιναγωγώ τη ~ (κάποιου). Άσε τη ~ σου να οργιάσει. Ορισμένες φορές η πραγματικότητα ξεπερνά τη ~. Δεν θέλει/δεν χρειάζεται και μεγάλη/πολλή ~ (= σκέψη) για να καταλάβεις ότι ... Η ~ σου δεν έχει όρια (= φαντάζεσαι πράγματα ανυπόστατα). 2. (ειδικότ.) δημιουργική ικανότητα, έμπνευση: τέχνη και ~. Με στιλ και ~. Σου λείπει η ~. Στερείται ~ας. Βάλτε ~ (στην κουζίνα)! Πβ. ευρηματικ-, εφευρετικ-ότητα. 3. ΜΟΥΣ. σύνθεση ελεύθερης μορφής: μικρή ~ για πιάνο και ορχήστρα. ● ΣΥΜΠΛ.: αποκύημα/γέννημα της φαντασίας βλ. αποκύημα, επιστημονική φαντασία βλ. επιστημονικός ● ΦΡ.: (κάτι) ανήκει/κινείται στη σφαίρα της φαντασίας: δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Αυτά που λέει ~ουν/~ούνται ~ ~., κατά φαντασία(ν) (ειρων.): που έχει επινοηθεί, που δεν ισχύει πραγματικά: ~ ~ ιστορία. ~ ~ έγκυος., κατά φαντασία(ν) ασθενής (ειρων.): για κάποιον που νομίζει ότι είναι άρρωστος. Βλ. υποχόνδριος. [< γαλλ. le malade imaginaire] , πέρα από κάθε φαντασία & (λόγ.) πέραν κάθε φαντασίας: για κάτι ασύλληπτο: τραγωδία ~ ~. Οι απαιτήσεις τους είναι ~ ~ (= εξωφρενικές). [< αρχ. φαντασία, γαλλ. fantaisie, αγγλ. fantasy 3: γερμ. Fantasie, ιταλ.-αγγλ. fantasia]
54366φαντασιακός, ή, ό φα-ντα-σι-α-κός επίθ.: που δημιουργείται στη φαντασία κάποιου: ~ός: κόσμος. ~ό: δημιούργημα. Πβ. ιδεατός, φανταστικός.|| (ως ουσ., ΨΥΧΑΝ.) Έρευνα του ~ού (ενν. επιπέδου, πεδίου). [< γαλλ. imaginaire]
54367φαντασιοκόπημαφα-ντα-σι-ο-κό-πη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): απατηλό προϊόν της φαντασίας.
54372φαντασιοκόπημα

φα-ντα-σι-ο-πλη-ξί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φαντασιόπληκτου· (συνεκδ. στον πληθ.) λόγια ή σκέψεις που αποτελούν αποκυήματα της φαντασίας: προϊόν/σενάρια ~ας.|| Ανόητες ~ες (= φούμαρα). Πβ. φαντασιοκοπία, φαντασιοκόπημα.

54368φαντασιοκοπίαφα-ντα-σι-ο-κο-πί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ιδέα, σκέψη ή επιδίωξη που αντιτίθεται στην πραγματικότητα: Αγωνίστηκε για αληθινούς στόχους και όχι για ~ες. Πβ. ουτοπία, φαντασιοπληξία. Βλ. αεροβασία. [< μεσν. φαντασιοκοπία]
54369φαντασιοκόποςφα-ντα-σι-ο-κό-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): αυτός που φαντασιοκοπεί. Πβ. ονειροπαρμένος, φαντασιόπληκτος. Βλ. -κόπος. [< μτγν. φαντασιοκόπος]
54370φαντασιοκοπώ[φαντασιοκοπῶ] φα-ντα-σι-ο-κο-πώ ρ. (αμτβ.) {φαντασιοκοπ-είς ..., μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): φαντάζομαι ανύπαρκτες καταστάσεις ή πράγματα που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν. Πβ. ονειρεύομαι, ονειροβατώ, ονειροπολώ. Βλ. -κοπώ. [< μτγν. φαντασιοκοπῶ]
54371φαντασιόπληκτος, η, ο φα-ντα-σι-ό-πλη-κτος επίθ./ουσ. (λόγ.): (για πρόσ.) που φαντάζεται ανυπόστατα πράγματα, συνήθ. ότι είναι σπουδαίος: Είναι τόσο ~ που ονειρεύεται μεγαλεία. Πβ. αεροβάτης, αιθεροβάμων, ονειροπόλος, φαντασιοκόπος, φαντασμένος. Βλ. μυθομανής, -πληκτος.|| (κατ' επέκτ.) ~α σενάρια και αστήρικτες φήμες. [< πβ. μτγν. επίρρ. φαντασιοπλήκτως]
54373φαντασιώδης, ης, ες φα-ντα-σι-ώ-δης επίθ. {φαντασιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει ανύπαρκτη υπόσταση: ~εις: θεωρίες. ~η: συμπεράσματα (= υποθετικά). Πβ. φαντασιωτικός. Βλ. -ώδης. ΑΝΤ. πραγματικός (1) [< μτγν. φαντασιώδης]
54374φαντασιώνομαιφα-ντα-σι-ώ-νο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φαντασιώ-θηκα, -θεί, -μένος} & (σπάν.) φαντασιώνω {φαντασιώνοντας}: πλάθω με το μυαλό μου εικόνες, υποκινούμενος συνήθ. από κάποια επιθυμία: ~ ένα καλύτερο μέλλον/ότι είμαι σε μια παραλία. Πβ. ονειρεύομαι.|| ~εται ανύπαρκτους εχθρούς/συνωμοσίες. Μη ~εσαι πράγματα που δεν ισχύουν. Πβ. φαντάζομαι. [< αρχ. φαντασιοῦμαι]
54375φαντασίωσηφα-ντα-σί-ω-ση ουσ. (θηλ.): νοητική ή/και συναισθηματική εικόνα που δημιουργεί η ανθρώπινη φαντασία: παιδικές ~ώσεις. Aισθησιακές/αρρωστημένες/ερωτικές/σεξουαλικές ~εις. Η ~ του ιδανικού συντρόφου/περί ... Πβ. όνειρο.|| Ας μην ζούμε με ~ώσεις (= ψευδαισθήσεις). [< μεσν. φαντασίωσις, γαλλ. fantasme]
54376φαντασιωτικός, ή, ό φα-ντα-σι-ω-τι-κός επίθ. & φαντασιωσικός: που σχετίζεται με τη φαντασίωση: ~ός: κόσμος. ~ό: κατασκεύασμα. Πβ. φαντασιώδης.
54377φάντασμαφά-ντα-σμα ουσ. (ουδ.) {φαντάσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. υπερφυσική εμφάνιση ενός νεκρού ή άυλου όντος στον κόσμο των ζωντανών: το ~ του δάσους/της σοφίτας. Ο πύργος των ~άτων. Σπίτι στοιχειωμένο από ~ατα. Πβ. αερικό, ζόμπι.|| Τον κοίταζε σαν να είχε δει ~ (: με μεγάλη έκπληξη ή έντονο φόβο, τρόμο). 2. (μτφ.) κάποιος ή κάτι που έχει εξαφανιστεί, δεν μπορεί να εντοπιστεί· κατ' επέκτ. που φαίνεται ότι υπάρχει, στην πραγματικότητα όμως δεν έχει ουσιαστική ύπαρξη: (ως παραθετικό σύνθ.) αεροπλάνο/πλοίο-~.|| Εταιρεία/οργάνωση/σωματείο-~. Βλ. εικονικός. 3. κάτι που δεν υφίσταται πλέον, έχει πάψει να ισχύει· που ανήκει οριστικά στο παρελθόν ή έχει χάσει το κύρος, τη δύναμή του: ιδεολογικά ~ατα. Κυνηγάει ~ατα.|| Τους τελευταίους μήνες αποτελεί ~ του παλιού καλού εαυτού του (= είναι σκιά του εαυτού του). 4. εξαιρετικά αρνητικό φαινόμενο του παρελθόντος που επανεμφανίζεται στη σύγχρονη εποχή: Το ~ του ναζισμού/φασισμού πλανάται πάνω από την ... Πβ. φάσμα. 5. (μτφ., ως παραθετικό σύνθ.) έρημος, εγκαταλελειμμένος: περιοχές/πόλεις-~ατα. 6. (μτφ.) εξαιρετικά ισχνός άνθρωπος: Έγινε ~ από την ασιτία. Πβ. σκελετός. ● Υποκ.: φαντασματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: φαντάσματα του παρελθόντος: πρόσωπα ή γεγονότα, κυρ. αρνητικά και δυσάρεστα, που προέρχονται από το παρελθόν: Απαλλαγμένος/κυνηγημένος από τα ~ ~. ● ΦΡ.: βλέπω φαντάσματα (μτφ.): αισθάνομαι ότι απειλούμαι από ανύπαρκτους κινδύνους: ~ουν παντού ~ατα, δολοπλοκίες και εχθρούς. [< 1: αρχ. φάντασμα, γαλλ. fantôme 2-6: γαλλ. fantôme, αγγλ. phantom]
54378φαντασμαγορίαφα-ντα-σμα-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.): εντυπωσιακό, μαγευτικό θέαμα: εικαστική/οπτική ~. ~ χρωμάτων. Η ~ των Ολυμπιακών Αγώνων. Πβ. υπερθέαμα. [< γαλλ. fantasmagorie, αγγλ. phantasmagoria]
54379φαντασμαγορικός, ή, ό φα-ντα-σμα-γο-ρι-κός επίθ.: εντυπωσιακός, θεαματικός: ~ή: ατμόσφαιρα/βραδιά/γιορτή/διοργάνωση/εκδήλωση/θέα/παράσταση/συναυλία/τελετή. ~ο: μιούζικαλ/σόου. ~ές: εικόνες/στολές. ~ά: γραφικά/εφέ/κοστούμια/πυροτεχνήματα/σκηνικά. O ~ κόσμος της μόδας. Πβ. μαγευτικός. [< γαλλ. fantasmagorique, αγγλ. phantasmagorial, phantasmagoric(al)]
54380φαντασμένος, η, ο φα-ντα-σμέ-νος επίθ. (προφ.): που νομίζει ότι είναι σπουδαίος: ~οι: νεόπλουτοι.|| (ως ουσ.) ~οι και υπερόπτες. Πβ. αλαζόνας, επηρμένος, καυχησιάρης, μεγαλομανής, φαντασιόπληκτος, ψηλομύτης, ψώνιο, ψωροπερήφανος.
54381φανταστικός, ή/ιά, ό φα-ντα-στι-κός επίθ. 1. που υπάρχει μόνο στη φαντασία· ανύπαρκτος: ~ός: διάλογος/κίνδυνος/κόσμος. ~ό: πρόσωπο (= υποθετικό). ~ές: παραστάσεις. ~ά: εμπόδια/φόβοι. Πβ. επινοημένος, πλασματικός. ΑΝΤ. πραγματικός, υπαρκτός.|| (ΜΑΘ.) ~ός: αριθμός (: κάθε αριθμός της μορφής λi, με i2 = -1. Βλ. μιγαδικός αριθμός).|| (ειδικότ., στον οποίο επικρατεί το υπερφυσικό ή το ονειρικό στοιχείο:) ~ή: διήγηση (βλ. παραμύθι). ~ές: ιστορίες (βλ. μυθοπλασία, μύθος). (ως ουσ.) Λογοτεχνία του ~ού. 2. (προφ.-εμφατ.) καταπληκτικός, υπέροχος: ~ή: επιτυχία. ~ό: αυτοκίνητο/ταξίδι/φόρεμα. ~ές: φωτογραφίες. ~ά: χρώματα. Όλα τα φαγητά ήταν ~ά (= το κάτι άλλο). ΣΥΝ. απίθανος (3), απίστευτος (2), εξαιρετικός (1), θαυμάσιος, φοβερός (2) ● επίρρ.: φανταστικά: Περάσαμε ~ (= εξαίσια). [< αρχ. φανταστικός, γαλλ. imaginaire, fantastique, αγγλ. fantastic]
54382φανταχτερός, ή, ό φα-ντα-χτε-ρός επίθ. 1. εντυπωσιακός, κυρ. λόγω της λαμπερής εξωτερικής του εμφάνισης: ~ή: διακόσμηση/ενδυμασία/στολή/συσκευασία. ~ό: περιτύλιγμα. ~ές: βιτρίνες. ~ά: ρούχα/χρώματα. Πβ. έντονος, φαντεζί, χτυπητός.|| (μτφ.) ~ές: πεταλούδες/προσωπικότητες. ~ά: ονόματα (της μόδας). Πβ. διάσημος. 2. που προκαλεί αίσθηση, αλλά δεν διαθέτει ουσία: ~ές: δηλώσεις/λέξεις (= βαρύγδουπες, ηχηρές).
54383φαντεζίφα-ντε-ζί επίθ. {άκλ.}: που εντυπωσιάζει ή στοχεύει στον εντυπωσιασμό· φανταχτερός: ~ κουρτίνες. ~ αξεσουάρ/ρούχα. ~ ενέργειες (ποδοσφαιριστών). Πβ. φιγουράτος, χτυπητός.|| (ειρων.) ~ δεξιώσεις. ~ ονόματα. [< γαλλ. fantaisie]
54384φάντηςφά-ντης ουσ. (αρσ.): βαλές. Βλ. ντάμα, ρήγας. ● ΦΡ.: φάντης μπαστούνι (προφ.): για πρόσωπο που εμφανίζεται ξαφνικά και συνήθ. σε ακατάλληλη στιγμή: Τον είδα μπροστά μου ~η ~., ο φάντης με το ρετσινόλαδο βλ. ρετσινόλαδο [< ιταλ. fante]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.