Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54860-54880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54374φαντασιώνομαιφα-ντα-σι-ώ-νο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φαντασιώ-θηκα, -θεί, -μένος} & (σπάν.) φαντασιώνω {φαντασιώνοντας}: πλάθω με το μυαλό μου εικόνες, υποκινούμενος συνήθ. από κάποια επιθυμία: ~ ένα καλύτερο μέλλον/ότι είμαι σε μια παραλία. Πβ. ονειρεύομαι.|| ~εται ανύπαρκτους εχθρούς/συνωμοσίες. Μη ~εσαι πράγματα που δεν ισχύουν. Πβ. φαντάζομαι. [< αρχ. φαντασιοῦμαι]
54375φαντασίωσηφα-ντα-σί-ω-ση ουσ. (θηλ.): νοητική ή/και συναισθηματική εικόνα που δημιουργεί η ανθρώπινη φαντασία: παιδικές ~ώσεις. Aισθησιακές/αρρωστημένες/ερωτικές/σεξουαλικές ~εις. Η ~ του ιδανικού συντρόφου/περί ... Πβ. όνειρο.|| Ας μην ζούμε με ~ώσεις (= ψευδαισθήσεις). [< μεσν. φαντασίωσις, γαλλ. fantasme]
54376φαντασιωτικός, ή, ό φα-ντα-σι-ω-τι-κός επίθ. & φαντασιωσικός: που σχετίζεται με τη φαντασίωση: ~ός: κόσμος. ~ό: κατασκεύασμα. Πβ. φαντασιώδης.
54377φάντασμαφά-ντα-σμα ουσ. (ουδ.) {φαντάσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. υπερφυσική εμφάνιση ενός νεκρού ή άυλου όντος στον κόσμο των ζωντανών: το ~ του δάσους/της σοφίτας. Ο πύργος των ~άτων. Σπίτι στοιχειωμένο από ~ατα. Πβ. αερικό, ζόμπι.|| Τον κοίταζε σαν να είχε δει ~ (: με μεγάλη έκπληξη ή έντονο φόβο, τρόμο). 2. (μτφ.) κάποιος ή κάτι που έχει εξαφανιστεί, δεν μπορεί να εντοπιστεί· κατ' επέκτ. που φαίνεται ότι υπάρχει, στην πραγματικότητα όμως δεν έχει ουσιαστική ύπαρξη: (ως παραθετικό σύνθ.) αεροπλάνο/πλοίο-~.|| Εταιρεία/οργάνωση/σωματείο-~. Βλ. εικονικός. 3. κάτι που δεν υφίσταται πλέον, έχει πάψει να ισχύει· που ανήκει οριστικά στο παρελθόν ή έχει χάσει το κύρος, τη δύναμή του: ιδεολογικά ~ατα. Κυνηγάει ~ατα.|| Τους τελευταίους μήνες αποτελεί ~ του παλιού καλού εαυτού του (= είναι σκιά του εαυτού του). 4. εξαιρετικά αρνητικό φαινόμενο του παρελθόντος που επανεμφανίζεται στη σύγχρονη εποχή: Το ~ του ναζισμού/φασισμού πλανάται πάνω από την ... Πβ. φάσμα. 5. (μτφ., ως παραθετικό σύνθ.) έρημος, εγκαταλελειμμένος: περιοχές/πόλεις-~ατα. 6. (μτφ.) εξαιρετικά ισχνός άνθρωπος: Έγινε ~ από την ασιτία. Πβ. σκελετός. ● Υποκ.: φαντασματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: φαντάσματα του παρελθόντος: πρόσωπα ή γεγονότα, κυρ. αρνητικά και δυσάρεστα, που προέρχονται από το παρελθόν: Απαλλαγμένος/κυνηγημένος από τα ~ ~. ● ΦΡ.: βλέπω φαντάσματα (μτφ.): αισθάνομαι ότι απειλούμαι από ανύπαρκτους κινδύνους: ~ουν παντού ~ατα, δολοπλοκίες και εχθρούς. [< 1: αρχ. φάντασμα, γαλλ. fantôme 2-6: γαλλ. fantôme, αγγλ. phantom]
54378φαντασμαγορίαφα-ντα-σμα-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.): εντυπωσιακό, μαγευτικό θέαμα: εικαστική/οπτική ~. ~ χρωμάτων. Η ~ των Ολυμπιακών Αγώνων. Πβ. υπερθέαμα. [< γαλλ. fantasmagorie, αγγλ. phantasmagoria]
54379φαντασμαγορικός, ή, ό φα-ντα-σμα-γο-ρι-κός επίθ.: εντυπωσιακός, θεαματικός: ~ή: ατμόσφαιρα/βραδιά/γιορτή/διοργάνωση/εκδήλωση/θέα/παράσταση/συναυλία/τελετή. ~ο: μιούζικαλ/σόου. ~ές: εικόνες/στολές. ~ά: γραφικά/εφέ/κοστούμια/πυροτεχνήματα/σκηνικά. O ~ κόσμος της μόδας. Πβ. μαγευτικός. [< γαλλ. fantasmagorique, αγγλ. phantasmagorial, phantasmagoric(al)]
54380φαντασμένος, η, ο φα-ντα-σμέ-νος επίθ. (προφ.): που νομίζει ότι είναι σπουδαίος: ~οι: νεόπλουτοι.|| (ως ουσ.) ~οι και υπερόπτες. Πβ. αλαζόνας, επηρμένος, καυχησιάρης, μεγαλομανής, φαντασιόπληκτος, ψηλομύτης, ψώνιο, ψωροπερήφανος.
54381φανταστικός, ή/ιά, ό φα-ντα-στι-κός επίθ. 1. που υπάρχει μόνο στη φαντασία· ανύπαρκτος: ~ός: διάλογος/κίνδυνος/κόσμος. ~ό: πρόσωπο (= υποθετικό). ~ές: παραστάσεις. ~ά: εμπόδια/φόβοι. Πβ. επινοημένος, πλασματικός. ΑΝΤ. πραγματικός, υπαρκτός.|| (ΜΑΘ.) ~ός: αριθμός (: κάθε αριθμός της μορφής λi, με i2 = -1. Βλ. μιγαδικός αριθμός).|| (ειδικότ., στον οποίο επικρατεί το υπερφυσικό ή το ονειρικό στοιχείο:) ~ή: διήγηση (βλ. παραμύθι). ~ές: ιστορίες (βλ. μυθοπλασία, μύθος). (ως ουσ.) Λογοτεχνία του ~ού. 2. (προφ.-εμφατ.) καταπληκτικός, υπέροχος: ~ή: επιτυχία. ~ό: αυτοκίνητο/ταξίδι/φόρεμα. ~ές: φωτογραφίες. ~ά: χρώματα. Όλα τα φαγητά ήταν ~ά (= το κάτι άλλο). ΣΥΝ. απίθανος (3), απίστευτος (2), εξαιρετικός (1), θαυμάσιος, φοβερός (2) ● επίρρ.: φανταστικά: Περάσαμε ~ (= εξαίσια). [< αρχ. φανταστικός, γαλλ. imaginaire, fantastique, αγγλ. fantastic]
54382φανταχτερός, ή, ό φα-ντα-χτε-ρός επίθ. 1. εντυπωσιακός, κυρ. λόγω της λαμπερής εξωτερικής του εμφάνισης: ~ή: διακόσμηση/ενδυμασία/στολή/συσκευασία. ~ό: περιτύλιγμα. ~ές: βιτρίνες. ~ά: ρούχα/χρώματα. Πβ. έντονος, φαντεζί, χτυπητός.|| (μτφ.) ~ές: πεταλούδες/προσωπικότητες. ~ά: ονόματα (της μόδας). Πβ. διάσημος. 2. που προκαλεί αίσθηση, αλλά δεν διαθέτει ουσία: ~ές: δηλώσεις/λέξεις (= βαρύγδουπες, ηχηρές).
54383φαντεζίφα-ντε-ζί επίθ. {άκλ.}: που εντυπωσιάζει ή στοχεύει στον εντυπωσιασμό· φανταχτερός: ~ κουρτίνες. ~ αξεσουάρ/ρούχα. ~ ενέργειες (ποδοσφαιριστών). Πβ. φιγουράτος, χτυπητός.|| (ειρων.) ~ δεξιώσεις. ~ ονόματα. [< γαλλ. fantaisie]
54384φάντηςφά-ντης ουσ. (αρσ.): βαλές. Βλ. ντάμα, ρήγας. ● ΦΡ.: φάντης μπαστούνι (προφ.): για πρόσωπο που εμφανίζεται ξαφνικά και συνήθ. σε ακατάλληλη στιγμή: Τον είδα μπροστά μου ~η ~., ο φάντης με το ρετσινόλαδο βλ. ρετσινόλαδο [< ιταλ. fante]
54385φάντομφά-ντομ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΑΕΡΟΝ. τύπος μαχητικού αεροσκάφους. Βλ. μιράζ. [< αμερικ. Phantom]
54386φαντομάςφα-ντο-μάς ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ. από τον ομώνυμο λογοτεχνικό, κινηματογραφικό ήρωα): άγνωστος, ασύλληπτος εγκληματίας· άτομο που εμφανίζεται και εξαφανίζεται απρόβλεπτα: άπιαστος ~. Στα ίχνη του (σύγχρονου) ~ά.|| Έρχεται και φεύγει σαν τον ~ά. [< γαλλ. Fantômas, 1911]
54388φανφαρονισμόςφαν-φα-ρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) φαμφαρονισμός: μεγαλοστομία, πομπώδης ρητορεία. Πβ. βερμπαλισμός, καυχησιολογία, κομπορρημοσύνη. Βλ. -ισμός.
54389φανφαρόνοςφαν-φα-ρό-νος ουσ. (αρσ.) & φαμφαρόνος: φαφλατάς: ψεύτικα λόγια ~ων. Πβ. επιδειξιομανής, καυχησιάρης, κομπαστής, κομπορρήμων, λογάς. [< ιταλ. fanfaron(e) ή βεν. fanfaron]
54390φαξουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΗΛΕΠ. συσκευή ή σύστημα μεταβίβασης και λήψης εγγράφων ή εικόνων σε ηλεκτρονική μορφή μέσω τηλεφωνικής γραμμής· συνεκδ. το σχετικό έγγραφο: λέιζερ ~. Υπολογιστής με ενσωματωμένη υπηρεσία ~. Έστειλα την αίτηση με ~. ΣΥΝ. τηλεομοιοτυπία, τηλεομοιότυπο.|| Εισερχόμενα ~. ΣΥΝ. τέλεφαξ, τηλεαντίγραφο [< αγγλ. fax, 1948 < facsimile (telegraphy), γαλλ. (télé)fax, 1987]
54391φάουλφά-ουλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. (tééκυρ. στο ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, την υδατοσφαίριση) ενέργεια παίκτη που αντιτίθεται στους κανονισμούς του παιχνιδιού και η αντίστοιχη ποινή που προβλέπεται για κάθε παράβαση· συνεκδ. το ελεύθερο χτύπημα ή οι βολές που έχει δικαίωμα να εκτελέσει η ομάδα που το κέρδισε: αυστηρό (= τραβηγμένο)/βρόμικο/σκληρό ~. Μαρκάρισμα/τάκλιν-~. Έξυπνα/επιθετικά ~. Απευθείας εκτέλεση ~ (Βλ. μίστερ ~). Έγινε εμφανέστατο ~. Ο παίκτης δέχεται/εκτελεί το/κάνει ~. Ο διαιτητής έδωσε/σφύριξε/υπέδειξε ~ υπέρ/κατά των γηπεδούχων. 2. (μτφ.) λανθασμένη ή κατακριτέα ενέργεια: τα ~ της κυβέρνησης. ● ΣΥΜΠΛ.: φάουλ μπανάνα & φάουλ-μπανάνα: (στο ποδόσφαιρο) φαλτσαριστή εκτέλεση φάουλ, ώστε η μπάλα να περάσει πάνω από το τείχος των αμυνομένων και να καταλήξει με ταχύτητα στην αντίπαλη εστία: Με απευθείας ~ ~ έδωσε τη νίκη στην ομάδα του. Βλ. ελεύθερο λάκτισμα., αντιαθλητικό φάουλ βλ. αντιαθλητικός, γκολ φάουλ βλ. γκολ, έμμεσο (φάουλ) βλ. έμμεσος, επαγγελματικό φάουλ βλ. επαγγελματικός [< αγγλ. foul]
54392ΦΑΠ1. (ο) Φόρος Ακίνητης Περιουσίας. 2. (το) Φύλλο Ατομικής Πρόσκλησης.
45175Φάπα

σβερ-κιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με το χέρι στον σβέρκο: Έδωσε/έφαγε μια ~. Πβ. καρπαζιά, σφαλιάρα, φάπα.

54393φάπαφά-πα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυνατό χτύπημα με την παλάμη στον αυχένα ή το κεφάλι: γερή ~. Έφαγε μια ~. Του ρίχνει/σκάει μια ~. Έπεσαν ~ες (= ξύλο). ΣΥΝ. καρπαζιά, κατραπακιά, σφαλιάρα. Πβ. μπούφλα.|| (μτφ.) Μας έχουν για ~ες (= δεν μας σέβονται, δεν μας υπολογίζουν). [< λ. ηχομιμητ.]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.