| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54394 | Φαρ Ουέστ | Φαρ Ου-έστ ουσ. (ουδ.): Άγρια Δύση. [< αμερικ. Far West] | |
| 54395 | φάρα | φά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.) 1. ομάδα προσώπων με κοινά γνωρίσματα (καταγωγή, γλώσσα, επάγγελμα, δράση ή ενασχόληση) ή/και συμφέροντα: Οι ... είμαστε αλλιώτικη/παράξενη ~. Δεν υπάρχει πιο άτιμη/σιχαμερή ~ από αυτή των ... Πβ. σινάφι. 2. (παρωχ.) γενιά, σόι. [< αλβ. fara] | |
| 54396 | φαράγγι | φα-ράγ-γι ουσ. (ουδ.) {φαραγγ-ιού}: ΓΕΩΜΟΡΦ. στενή κοιλάδα ανάμεσα σε απότομες, ψηλές και βραχώδεις πλαγιές: απόκρημνο/βαθύ/επιβλητικό/κατάφυτο ~. Το χείλος του ~ιού. Διάσχιση ~ιού. Κατάβαση σε ~. Το ~ της Σαμαριάς. Πβ. χαράδρα. [< μεσν. φαράγγιν] | |
| 54397 | φαραγγώδης | , ης, ες φα-ραγ-γώ-δης επίθ. {φαραγγώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει τα χαρακτηριστικά φαραγγιού: ~εις: σχηματισμοί. Βλ. -ώδης. [< αρχ. φαραγγώδης] | |
| 54398 | φαράντ | φα-ράντ ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της ηλεκτρικής χωρητικότητας (σύμβ. F). [< αγγλ. Farad, αγγλ. ανθρ. M. Faraday] | |
| 54399 | φαράσι | φα-ρά-σι ουσ. (ουδ.): μικρό φτυάρι με κοντή λαβή για το μάζεμα των σκουπιδιών κατά το καθάρισμα με σκούπα: μεταλλικό/πλαστικό ~. ~ με κοντάρι/λάστιχο (: στην άκρη του). [< τουρκ. faraş] | |
| 54400 | Φαραώ | Φα-ρα-ώ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΙΣΤ. τίτλος που έφεραν οι βασιλείς στην αρχαία Αίγυπτο: οι μούμιες/πυραμίδες των ~. ● ΦΡ.: οι (δέκα) πληγές του Φαραώ & οι (δέκα) πληγές της Αιγύπτου: (μτφ.) αλλεπάλληλες συμφορές, θεομηνίες. [< μτγν. Φαραώ, γαλλ. pharaon, αγγλ. Pharaoh] | |
| 54401 | φαραωνικός | , ή, ό φα-ρα-ω-νι-κός επίθ. 1. ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους Φαραώ: ~ή: δυναστεία/εποχή. 2. (μτφ.-λόγ.) που χαρακτηρίζεται από υπερβολή στις διαστάσεις ή την πολυτέλειά του: ~ή: φιέστα. ~ές: εγκαταστάσεις. [< γαλλ. pharaonique, αγγλ. Pharaonic] | |
| 54402 | φαρδαίνω | φαρ-δαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φάρδ-υνα, -ύνει} (προφ.): κάνω κάτι πιο φαρδύ: ~ τα ρούχα. ~ουν τον δρόμο (= διαπλατύνουν, διευρύνουν, πλαταίνουν). ΣΥΝ. ανοίγω (9) ΑΝΤ. στενεύω (1) ● φαρδαίνει: γίνεται πιο φαρδύς: Το μονοπάτι ~ και καταλήγει σε χωματόδρομο. [< μεσν. φαρδαίνω] | |
| 54403 | φάρδεμα | φάρ-δε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φαρδαίνω: Η φούστα θέλει ~ στη μέση. Πβ. πλάτεμα. ΣΥΝ. άνοιγμα (10) ΑΝΤ. στένεμα (1) | |
| 54404 | φαρδομάνικος | , η, ο φαρ-δο-μά-νι-κος επίθ. (προφ.): που έχει φαρδιά μανίκια: ~ο: πουκάμισο (= πουκαμίσα). ● ΦΡ.: καλά είν' τα φαρδομάνικα, μα είν' για δεσποτάδες βλ. δεσπότης | |
| 54405 | φάρδος | φάρ-δος ουσ. (ουδ.) {φάρδ-ους | -η} 1. (προφ.) πλάτος: το ~ του δρόμου/υφάσματος. Μέγιστο ~ ελαστικού. Λωρίδα ~ους ... εκατοστών. Πβ. εύρος. 2. (αργκό) τύχη: απίστευτο ~. Πβ. καλοτυχία, κωλοφαρδία. [< μεσν. φάρδος] | |
| 54406 | φαρδουλός | , ή, ό φαρ-δου-λός επίθ. (προφ.): κάπως φαρδύς: ~ά: ρούχα. Βλ. -ουλός. | |
| 54407 | φαρδύς | , ιά, ύ φαρ-δύς επίθ. {φαρδ-ιού | -είς (προφ.) -ιοί (ουδ. -ιά)· φαρδύτ-ερος} (προφ.): πλατύς: ~ύς: διάδρομος. ~ιά: γραμμή/ζώνη/κορδέλα. ~ύ: μονοπάτι/χαμόγελο. ~ιές: ρίγες. ~ιά: ελαστικά/μανίκια (βλ. ζαπονέ, φαρδομάνικος)/παπούτσια/ρούχα. Σωματώδης, με ~ύ στήθος/~είς ώμους/~ιές πλάτες (βλ. πλατύστερνος). ΑΝΤ. στενός (1) ● ΦΡ.: φαρδιά-πλατιά (επίρρ.) & φαρδύς πλατύς (επιτατ.): Έπεσε ~ ~ κάτω. Ξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα. [< μεσν. φαρδύς < μτγν. εὐφραδής ] | |
| 54408 | φαρέτρα | φα-ρέ-τρα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): θήκη για σαΐτες, βέλη: δερμάτινη ~.|| (συνήθ. μτφ.) Επικοινωνιακή/ιδεολογική ~. Έχει πολλά επιχειρήματα στη ~ του. Πβ. οπλοστάσιο. ● ΦΡ.: βέλη στη φαρέτρα βλ. βέλος [< αρχ. φαρέτρα] | |
| 54409 | φαρί | φα-ρί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): άλογο. [< μεσν. φαρίν] | |
| 54410 | φαρικός | , ή, ό φα-ρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στους φάρους: ~ή: εγκατάσταση. ~ά: τέλη. Το ελληνικό ~ό δίκτυο/σύστημα. | |
| 54411 | φαρίν λακτέ | φα-ρίν λα-κτέ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρέμα με γάλα και σιτάλευρο για βρέφη. Βλ. φρουτόκρεμα. [< γαλλ. farine lactée] | |
| 54412 | φαρίνα | φα-ρί-να ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλεύρι που παρασκευάζεται από επιλεγμένες ποικιλίες σιταριού και φουσκώνει μόνο του. Βλ. μπέικιν πάουντερ. 2. ΟΙΚΟΔ. λεπτή σκόνη που παράγεται, όταν οι πρώτες ύλες για την παρασκευή τσιμέντου αλέθονται και ξηραίνονται: μύλοι ~ας (µε αποκονίωση). [< ιταλ.-αγγλ. farina] | |
| 54413 | φάριο | φά-ρι-ο ουσ. (ουδ.): το καπέλο του εύζωνα, που έχει κόκκινο χρώμα, είναι κατασκευασμένο από τσόχα και φέρει χαρακτηριστική μακριά μαύρη φούντα από μετάξι. [< μτγν. φάριον 'δίχτυ από ύφασμα'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ