Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54880-54900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54385φάντομφά-ντομ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΑΕΡΟΝ. τύπος μαχητικού αεροσκάφους. Βλ. μιράζ. [< αμερικ. Phantom]
54386φαντομάςφα-ντο-μάς ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ. από τον ομώνυμο λογοτεχνικό, κινηματογραφικό ήρωα): άγνωστος, ασύλληπτος εγκληματίας· άτομο που εμφανίζεται και εξαφανίζεται απρόβλεπτα: άπιαστος ~. Στα ίχνη του (σύγχρονου) ~ά.|| Έρχεται και φεύγει σαν τον ~ά. [< γαλλ. Fantômas, 1911]
54388φανφαρονισμόςφαν-φα-ρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) φαμφαρονισμός: μεγαλοστομία, πομπώδης ρητορεία. Πβ. βερμπαλισμός, καυχησιολογία, κομπορρημοσύνη. Βλ. -ισμός.
54389φανφαρόνοςφαν-φα-ρό-νος ουσ. (αρσ.) & φαμφαρόνος: φαφλατάς: ψεύτικα λόγια ~ων. Πβ. επιδειξιομανής, καυχησιάρης, κομπαστής, κομπορρήμων, λογάς. [< ιταλ. fanfaron(e) ή βεν. fanfaron]
54390φαξουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΗΛΕΠ. συσκευή ή σύστημα μεταβίβασης και λήψης εγγράφων ή εικόνων σε ηλεκτρονική μορφή μέσω τηλεφωνικής γραμμής· συνεκδ. το σχετικό έγγραφο: λέιζερ ~. Υπολογιστής με ενσωματωμένη υπηρεσία ~. Έστειλα την αίτηση με ~. ΣΥΝ. τηλεομοιοτυπία, τηλεομοιότυπο.|| Εισερχόμενα ~. ΣΥΝ. τέλεφαξ, τηλεαντίγραφο [< αγγλ. fax, 1948 < facsimile (telegraphy), γαλλ. (télé)fax, 1987]
54391φάουλφά-ουλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. (tééκυρ. στο ποδόσφαιρο, το μπάσκετ, την υδατοσφαίριση) ενέργεια παίκτη που αντιτίθεται στους κανονισμούς του παιχνιδιού και η αντίστοιχη ποινή που προβλέπεται για κάθε παράβαση· συνεκδ. το ελεύθερο χτύπημα ή οι βολές που έχει δικαίωμα να εκτελέσει η ομάδα που το κέρδισε: αυστηρό (= τραβηγμένο)/βρόμικο/σκληρό ~. Μαρκάρισμα/τάκλιν-~. Έξυπνα/επιθετικά ~. Απευθείας εκτέλεση ~ (Βλ. μίστερ ~). Έγινε εμφανέστατο ~. Ο παίκτης δέχεται/εκτελεί το/κάνει ~. Ο διαιτητής έδωσε/σφύριξε/υπέδειξε ~ υπέρ/κατά των γηπεδούχων. 2. (μτφ.) λανθασμένη ή κατακριτέα ενέργεια: τα ~ της κυβέρνησης. ● ΣΥΜΠΛ.: φάουλ μπανάνα & φάουλ-μπανάνα: (στο ποδόσφαιρο) φαλτσαριστή εκτέλεση φάουλ, ώστε η μπάλα να περάσει πάνω από το τείχος των αμυνομένων και να καταλήξει με ταχύτητα στην αντίπαλη εστία: Με απευθείας ~ ~ έδωσε τη νίκη στην ομάδα του. Βλ. ελεύθερο λάκτισμα., αντιαθλητικό φάουλ βλ. αντιαθλητικός, γκολ φάουλ βλ. γκολ, έμμεσο (φάουλ) βλ. έμμεσος, επαγγελματικό φάουλ βλ. επαγγελματικός [< αγγλ. foul]
54392ΦΑΠ1. (ο) Φόρος Ακίνητης Περιουσίας. 2. (το) Φύλλο Ατομικής Πρόσκλησης.
45175Φάπα

σβερ-κιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με το χέρι στον σβέρκο: Έδωσε/έφαγε μια ~. Πβ. καρπαζιά, σφαλιάρα, φάπα.

54393φάπαφά-πα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυνατό χτύπημα με την παλάμη στον αυχένα ή το κεφάλι: γερή ~. Έφαγε μια ~. Του ρίχνει/σκάει μια ~. Έπεσαν ~ες (= ξύλο). ΣΥΝ. καρπαζιά, κατραπακιά, σφαλιάρα. Πβ. μπούφλα.|| (μτφ.) Μας έχουν για ~ες (= δεν μας σέβονται, δεν μας υπολογίζουν). [< λ. ηχομιμητ.]
54394Φαρ ΟυέστΦαρ Ου-έστ ουσ. (ουδ.): Άγρια Δύση. [< αμερικ. Far West]
54395φάραφά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.) 1. ομάδα προσώπων με κοινά γνωρίσματα (καταγωγή, γλώσσα, επάγγελμα, δράση ή ενασχόληση) ή/και συμφέροντα: Οι ... είμαστε αλλιώτικη/παράξενη ~. Δεν υπάρχει πιο άτιμη/σιχαμερή ~ από αυτή των ... Πβ. σινάφι. 2. (παρωχ.) γενιά, σόι. [< αλβ. fara]
54396φαράγγιφα-ράγ-γι ουσ. (ουδ.) {φαραγγ-ιού}: ΓΕΩΜΟΡΦ. στενή κοιλάδα ανάμεσα σε απότομες, ψηλές και βραχώδεις πλαγιές: απόκρημνο/βαθύ/επιβλητικό/κατάφυτο ~. Το χείλος του ~ιού. Διάσχιση ~ιού. Κατάβαση σε ~. Το ~ της Σαμαριάς. Πβ. χαράδρα. [< μεσν. φαράγγιν]
54397φαραγγώδης, ης, ες φα-ραγ-γώ-δης επίθ. {φαραγγώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει τα χαρακτηριστικά φαραγγιού: ~εις: σχηματισμοί. Βλ. -ώδης. [< αρχ. φαραγγώδης]
54398φαράντφα-ράντ ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της ηλεκτρικής χωρητικότητας (σύμβ. F). [< αγγλ. Farad, αγγλ. ανθρ. M. Faraday]
54399φαράσιφα-ρά-σι ουσ. (ουδ.): μικρό φτυάρι με κοντή λαβή για το μάζεμα των σκουπιδιών κατά το καθάρισμα με σκούπα: μεταλλικό/πλαστικό ~. ~ με κοντάρι/λάστιχο (: στην άκρη του). [< τουρκ. faraş]
54400ΦαραώΦα-ρα-ώ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΙΣΤ. τίτλος που έφεραν οι βασιλείς στην αρχαία Αίγυπτο: οι μούμιες/πυραμίδες των ~. ● ΦΡ.: οι (δέκα) πληγές του Φαραώ & οι (δέκα) πληγές της Αιγύπτου: (μτφ.) αλλεπάλληλες συμφορές, θεομηνίες. [< μτγν. Φαραώ, γαλλ. pharaon, αγγλ. Pharaoh]
54401φαραωνικός, ή, ό φα-ρα-ω-νι-κός επίθ. 1. ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους Φαραώ: ~ή: δυναστεία/εποχή. 2. (μτφ.-λόγ.) που χαρακτηρίζεται από υπερβολή στις διαστάσεις ή την πολυτέλειά του: ~ή: φιέστα. ~ές: εγκαταστάσεις. [< γαλλ. pharaonique, αγγλ. Pharaonic]
54402φαρδαίνωφαρ-δαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φάρδ-υνα, -ύνει} (προφ.): κάνω κάτι πιο φαρδύ: ~ τα ρούχα. ~ουν τον δρόμο (= διαπλατύνουν, διευρύνουν, πλαταίνουν). ΣΥΝ. ανοίγω (9) ΑΝΤ. στενεύω (1) ● φαρδαίνει: γίνεται πιο φαρδύς: Το μονοπάτι ~ και καταλήγει σε χωματόδρομο. [< μεσν. φαρδαίνω]
54403φάρδεμαφάρ-δε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φαρδαίνω: Η φούστα θέλει ~ στη μέση. Πβ. πλάτεμα. ΣΥΝ. άνοιγμα (10) ΑΝΤ. στένεμα (1)
54404φαρδομάνικος, η, ο φαρ-δο-μά-νι-κος επίθ. (προφ.): που έχει φαρδιά μανίκια: ~ο: πουκάμισο (= πουκαμίσα). ● ΦΡ.: καλά είν' τα φαρδομάνικα, μα είν' για δεσποτάδες βλ. δεσπότης

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.