Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54900-54920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54405φάρδοςφάρ-δος ουσ. (ουδ.) {φάρδ-ους | -η} 1. (προφ.) πλάτος: το ~ του δρόμου/υφάσματος. Μέγιστο ~ ελαστικού. Λωρίδα ~ους ... εκατοστών. Πβ. εύρος. 2. (αργκό) τύχη: απίστευτο ~. Πβ. καλοτυχία, κωλοφαρδία. [< μεσν. φάρδος]
54406φαρδουλός, ή, ό φαρ-δου-λός επίθ. (προφ.): κάπως φαρδύς: ~ά: ρούχα. Βλ. -ουλός.
54407φαρδύς, ιά, ύ φαρ-δύς επίθ. {φαρδ-ιού | -είς (προφ.) -ιοί (ουδ. -ιά)· φαρδύτ-ερος} (προφ.): πλατύς: ~ύς: διάδρομος. ~ιά: γραμμή/ζώνη/κορδέλα. ~ύ: μονοπάτι/χαμόγελο. ~ιές: ρίγες. ~ιά: ελαστικά/μανίκια (βλ. ζαπονέ, φαρδομάνικος)/παπούτσια/ρούχα. Σωματώδης, με ~ύ στήθος/~είς ώμους/~ιές πλάτες (βλ. πλατύστερνος). ΑΝΤ. στενός (1) ● ΦΡ.: φαρδιά-πλατιά (επίρρ.) & φαρδύς πλατύς (επιτατ.): Έπεσε ~ ~ κάτω. Ξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα. [< μεσν. φαρδύς < μτγν. εὐφραδής ]
54408φαρέτρα

φα-ρέ-τρα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): θήκη για σαΐτες, βέλη: δερμάτινη ~.|| (συνήθ. μτφ.) Επικοινωνιακή/ιδεολογική ~. Έχει πολλά επιχειρήματα στη ~ του. Πβ. οπλοστάσιο. ● ΦΡ.: βέλη στη φαρέτρα βλ. βέλος [< αρχ. φαρέτρα]

54409φαρίφα-ρί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): άλογο. [< μεσν. φαρίν]
54410φαρικός, ή, ό φα-ρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στους φάρους: ~ή: εγκατάσταση. ~ά: τέλη. Το ελληνικό ~ό δίκτυο/σύστημα.
54411φαρίν λακτέφα-ρίν λα-κτέ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρέμα με γάλα και σιτάλευρο για βρέφη. Βλ. φρουτόκρεμα. [< γαλλ. farine lactée]
54412φαρίναφα-ρί-να ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλεύρι που παρασκευάζεται από επιλεγμένες ποικιλίες σιταριού και φουσκώνει μόνο του. Βλ. μπέικιν πάουντερ. 2. ΟΙΚΟΔ. λεπτή σκόνη που παράγεται, όταν οι πρώτες ύλες για την παρασκευή τσιμέντου αλέθονται και ξηραίνονται: μύλοι ~ας (µε αποκονίωση). [< ιταλ.-αγγλ. farina]
54413φάριοφά-ρι-ο ουσ. (ουδ.): το καπέλο του εύζωνα, που έχει κόκκινο χρώμα, είναι κατασκευασμένο από τσόχα και φέρει χαρακτηριστική μακριά μαύρη φούντα από μετάξι. [< μτγν. φάριον 'δίχτυ από ύφασμα']
54414φαρισαϊκός, ή, ό φα-ρι-σα-ϊ-κός επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από υποκρισία και τυπολατρία: ~ή: έπαρση/ηθική/στάση/συμπεριφορά. Πβ. διπρόσωπος. ΣΥΝ. υποκριτικός (1) 2. ΘΡΗΣΚ. που αναφέρεται στους Φαρισαίους: ~ός: νόμος. ~ή: αίρεση. ~ό: ιερατείο. ● επίρρ.: φαρισαϊκά [< μτγν. Φαρισαϊκός, γαλλ. pharisaïque, αγγλ. Pharisaic]
54415φαρισαίος[φαρισαῖος] φα-ρι-σαί-ος ουσ. (αρσ.) 1. ΘΡΗΣΚ. (κ. με κεφαλ. Φ) {συνηθέστ. στον πληθ.} εκπρόσωπος της ιουδαϊκής θρησκείας που τηρούσε πιστά τον μωσαϊκό νόμο. 2. (μετωνυμ.) πρόσωπο που φέρεται υποκριτικά, που δίνει σημασία στους τύπους και όχι στην ουσία. Πβ. διπρόσωπος, ταρτούφος, υποκριτής. ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου βλ. τελώνης ● ΦΡ.: γραμματείς και φαρισαίοι βλ. γραμματέας [< μτγν. Φαρισαῖος, γαλλ. pharisien, αγγλ. Pharisee]
54416φαρισαϊσμόςφα-ρι-σα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): προσποίηση, υποκρισία, τυπολατρία: πολιτικός ~. Πβ. διπροσωπία, ταρτουφισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. pharisaïsme, αγγλ. Pharisaism]
54417φάρμαφάρ-μα ουσ. (θηλ.): μεγάλο κτήμα με κτηνοτροφικές και αγροτικές εγκαταστάσεις, όπου εκτρέφονται ζώα ή/και καλλιεργούνται γεωργικά προϊόντα: βιομηχανική/οικογενειακή/οικολογική ~. ~ αλόγων/πουλερικών. Πβ. υποστατικό. ΣΥΝ. αγρόκτημα [< αγγλ. farm]
54418φαρμακαποθήκηφαρ-μα-κα-πο-θή-κη ουσ. (θηλ.): επιχείρηση με αντικείμενο τη φύλαξη και διανομή φαρμάκων και φαρμακευτικών προϊόντων στα φαρμακεία, σε τιμές χονδρικής· συνεκδ. οι αντίστοιχες εγκαταστάσεις. [< γαλλ. dépôt pharmaceutique]
54419φαρμακάςφαρ-μα-κάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): ιατρικός επισκέπτης.
54420φαρμακείαφαρ-μα-κεί-α ουσ. (θηλ.) (παρωχ.-λόγ.): δηλητηρίαση (ως εγκληματική πράξη), φαρμάκωμα. Βλ. μαγγανεία. [< αρχ. φαρμακεία]
54421φαρμακείο[φαρμακεῖο] φαρ-μα-κεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. κατάστημα πώλησης φαρμάκων, φαρμακευτικών προϊόντων και παραφαρμάκων, καθώς και παρασκευής φαρμακευτικών σκευασμάτων: διανυκτερεύοντα/διημερεύοντα/εφημερεύοντα/ομοιοπαθητικά/συστεγασμένα ~α. Κοινωνικό ~. Βλ. φαρμακαποθήκη, φαρμακοτεχνία.|| (μτφ.) Το ~ της φύσης. 2. θήκη ή χώρος, συνήθ. ντουλάπι, όπου φυλάσσονται φάρμακα, ιδιοσκευάσματα και αναλώσιμα ιατρικά υλικά, απαραίτητα για την αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών ή χρόνιων παθήσεων: φορητό ~. Το ~ του αυτοκινήτου/σπιτιού. ~ διακοπών/πρώτων βοηθειών (βλ. κιτ). 3. (μτφ.-προφ.) πολύ ακριβό κατάστημα. Πβ. σφαγείο.|| (κατ' επέκτ.) ~ οι τιμές της βενζίνης (: απλησίαστες, τσουχτερές, φαρμακερές). [< γαλλ. pharmacie, αγγλ. pharmacy]
54422φαρμακεμπορίαφαρ-μα-κε-μπο-ρί-α ουσ. (θηλ.) & φαρμακεμπόριο (το): εμπορία φαρμάκων και φαρμακευτικών ειδών. Βλ. -εμπόριο. [< γερμ. Drogenhandel]
54423φαρμακέμποροςφαρ-μα-κέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που εμπορεύεται φάρμακα και φαρμακευτικά είδη. Βλ. -έμπορος. [< γερμ. Drogenhändler]
54424φαρμακερός, ή, ό φαρ-μα-κε-ρός επίθ. 1. δηλητηριώδης: ~ό: αγκάθι/κεντρί/φίδι. ~ά: μανιτάρια. Πβ. ιοβόλος. 2. (μτφ.) δηκτικός, πικρόχολος, γεμάτος κακία: ~ή: απάντηση/ατάκα/γλώσσα/πένα. ~ό: σχόλιο. ~ά: βέλη. Πβ. ιοβόλος, κακεντρεχής, καυστικός.|| ~ό: βλέμμα/χαμόγελο (= μοχθηρό). Πβ. θανατηφόρος. 3. (μτφ.-προφ.) που προκαλεί ζημιά στον αντίπαλο: ~ό: σουτ/τρίποντο. Έχει ~ό πόδι/χέρι (: για ποδοσφαιριστή/μπασκετμπολίστα που πετυχαίνει πολλά γκολ/καλάθια). Βλ. εύστοχος. 4. (μτφ.) τσουχτερός: ~ό: κρύο (= διαπεραστικό, δριμύ).|| ~ές: τιμές (= τσιμπημένες). Βλ. -ερός. ● ΦΡ.: τρίτη και φαρμακερή (προφ.): η τρίτη και τελευταία ενέργεια που καθορίζει μοιραία το τελικό αποτέλεσμα: ~ ~ προσπάθεια. [< μεσν. φαρμακερός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.