| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54414 | φαρισαϊκός | , ή, ό φα-ρι-σα-ϊ-κός επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από υποκρισία και τυπολατρία: ~ή: έπαρση/ηθική/στάση/συμπεριφορά. Πβ. διπρόσωπος. ΣΥΝ. υποκριτικός (1) 2. ΘΡΗΣΚ. που αναφέρεται στους Φαρισαίους: ~ός: νόμος. ~ή: αίρεση. ~ό: ιερατείο. ● επίρρ.: φαρισαϊκά [< μτγν. Φαρισαϊκός, γαλλ. pharisaïque, αγγλ. Pharisaic] | |
| 54415 | φαρισαίος | [φαρισαῖος] φα-ρι-σαί-ος ουσ. (αρσ.) 1. ΘΡΗΣΚ. (κ. με κεφαλ. Φ) {συνηθέστ. στον πληθ.} εκπρόσωπος της ιουδαϊκής θρησκείας που τηρούσε πιστά τον μωσαϊκό νόμο. 2. (μετωνυμ.) πρόσωπο που φέρεται υποκριτικά, που δίνει σημασία στους τύπους και όχι στην ουσία. Πβ. διπρόσωπος, ταρτούφος, υποκριτής. ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου βλ. τελώνης ● ΦΡ.: γραμματείς και φαρισαίοι βλ. γραμματέας [< μτγν. Φαρισαῖος, γαλλ. pharisien, αγγλ. Pharisee] | |
| 54416 | φαρισαϊσμός | φα-ρι-σα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): προσποίηση, υποκρισία, τυπολατρία: πολιτικός ~. Πβ. διπροσωπία, ταρτουφισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. pharisaïsme, αγγλ. Pharisaism] | |
| 54417 | φάρμα | φάρ-μα ουσ. (θηλ.): μεγάλο κτήμα με κτηνοτροφικές και αγροτικές εγκαταστάσεις, όπου εκτρέφονται ζώα ή/και καλλιεργούνται γεωργικά προϊόντα: βιομηχανική/οικογενειακή/οικολογική ~. ~ αλόγων/πουλερικών. Πβ. υποστατικό. ΣΥΝ. αγρόκτημα [< αγγλ. farm] | |
| 54418 | φαρμακαποθήκη | φαρ-μα-κα-πο-θή-κη ουσ. (θηλ.): επιχείρηση με αντικείμενο τη φύλαξη και διανομή φαρμάκων και φαρμακευτικών προϊόντων στα φαρμακεία, σε τιμές χονδρικής· συνεκδ. οι αντίστοιχες εγκαταστάσεις. [< γαλλ. dépôt pharmaceutique] | |
| 54419 | φαρμακάς | φαρ-μα-κάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): ιατρικός επισκέπτης. | |
| 54420 | φαρμακεία | φαρ-μα-κεί-α ουσ. (θηλ.) (παρωχ.-λόγ.): δηλητηρίαση (ως εγκληματική πράξη), φαρμάκωμα. Βλ. μαγγανεία. [< αρχ. φαρμακεία] | |
| 54421 | φαρμακείο | [φαρμακεῖο] φαρ-μα-κεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. κατάστημα πώλησης φαρμάκων, φαρμακευτικών προϊόντων και παραφαρμάκων, καθώς και παρασκευής φαρμακευτικών σκευασμάτων: διανυκτερεύοντα/διημερεύοντα/εφημερεύοντα/ομοιοπαθητικά/συστεγασμένα ~α. Κοινωνικό ~. Βλ. φαρμακαποθήκη, φαρμακοτεχνία.|| (μτφ.) Το ~ της φύσης. 2. θήκη ή χώρος, συνήθ. ντουλάπι, όπου φυλάσσονται φάρμακα, ιδιοσκευάσματα και αναλώσιμα ιατρικά υλικά, απαραίτητα για την αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών ή χρόνιων παθήσεων: φορητό ~. Το ~ του αυτοκινήτου/σπιτιού. ~ διακοπών/πρώτων βοηθειών (βλ. κιτ). 3. (μτφ.-προφ.) πολύ ακριβό κατάστημα. Πβ. σφαγείο.|| (κατ' επέκτ.) ~ οι τιμές της βενζίνης (: απλησίαστες, τσουχτερές, φαρμακερές). [< γαλλ. pharmacie, αγγλ. pharmacy] | |
| 54422 | φαρμακεμπορία | φαρ-μα-κε-μπο-ρί-α ουσ. (θηλ.) & φαρμακεμπόριο (το): εμπορία φαρμάκων και φαρμακευτικών ειδών. Βλ. -εμπόριο. [< γερμ. Drogenhandel] | |
| 54423 | φαρμακέμπορος | φαρ-μα-κέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που εμπορεύεται φάρμακα και φαρμακευτικά είδη. Βλ. -έμπορος. [< γερμ. Drogenhändler] | |
| 54424 | φαρμακερός | , ή, ό φαρ-μα-κε-ρός επίθ. 1. δηλητηριώδης: ~ό: αγκάθι/κεντρί/φίδι. ~ά: μανιτάρια. Πβ. ιοβόλος. 2. (μτφ.) δηκτικός, πικρόχολος, γεμάτος κακία: ~ή: απάντηση/ατάκα/γλώσσα/πένα. ~ό: σχόλιο. ~ά: βέλη. Πβ. ιοβόλος, κακεντρεχής, καυστικός.|| ~ό: βλέμμα/χαμόγελο (= μοχθηρό). Πβ. θανατηφόρος. 3. (μτφ.-προφ.) που προκαλεί ζημιά στον αντίπαλο: ~ό: σουτ/τρίποντο. Έχει ~ό πόδι/χέρι (: για ποδοσφαιριστή/μπασκετμπολίστα που πετυχαίνει πολλά γκολ/καλάθια). Βλ. εύστοχος. 4. (μτφ.) τσουχτερός: ~ό: κρύο (= διαπεραστικό, δριμύ).|| ~ές: τιμές (= τσιμπημένες). Βλ. -ερός. ● ΦΡ.: τρίτη και φαρμακερή (προφ.): η τρίτη και τελευταία ενέργεια που καθορίζει μοιραία το τελικό αποτέλεσμα: ~ ~ προσπάθεια. [< μεσν. φαρμακερός] | |
| 54425 | φαρμακευτική | φαρ-μα-κευ-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΦΑΡΜΑΚ. επιστήμη που έχει ως αντικείμενό της την παρασκευή, αλλά και την ορθή διακίνηση, χρήση και φύλαξη των φαρμάκων· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό τμήμα, μάθημα ή σύγγραμμα: κλινική/νοσοκομειακή ~. Βλ. φαρμακοτεχνία. [< μτγν. φαρμακευτική (τέχνη), γαλλ. pharmaceutique, pharmacie, αγγλ. pharmaceutics] | |
| 54426 | φαρμακευτικός | , ή, ό φαρ-μα-κευ-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που σχετίζεται με τα φάρμακα ή τη φαρμακευτική: ~ός: αντιπρόσωπος/κλάδος/σύλλογος. ~ή: αγωγή/βιομηχανία (= φαρμακοβιομηχανία)/δηλητηρίαση/δράση/έρευνα/εταιρεία/νανοτεχνολογία/νομοθεσία/περίθαλψη/πολιτική/υπηρεσία (νοσοκομείου). ~ό: επάγγελμα (βλ. φαρμακοποιός)/εργαστήριο. ~ές: δαπάνες/ιδιότητες/ουσίες. ~ά: καλλυντικά/μέσα/(ιδιο)σκευάσματα/προϊόντα/φυτά (βλ. βότανα). Η ~ή αγορά. ~ή Χημεία (= φαρμακοχημεία)/Τεχνολογία. Πβ. φαρμακολογικός. Βλ. βιο~, ιατρο~, παρα~.|| ~ή: δεοντολογία/Σχολή. ~ό: συνέδριο. ● επίρρ.: φαρμακευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. φαρμακευτικός, γαλλ. pharmaceutique, αγγλ. pharmaceutical] | |
| 54427 | φαρμάκι | φαρ-μά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό) δηλητήριο: Πήρε ~ (= φαρμακώθηκε).|| Νερό-~ απειλεί την υγεία των κατοίκων. 2. (μτφ.-προφ.) καθετί πικρό στη γεύση: Σκέτο ~ είναι αυτός ο καφές. 3. (μτφ.) πικρία, έντονη στενοχώρια: Πίνει (για) να ξεχάσει/πάνε κάτω τα ~ια. Έχω ~ στην καρδιά. Πβ. βάσανο, καημός.|| (στο ποδόσφαιρο:) Σουτ-~ (= φαρμακερό). 4. υπερβολικά ακριβή τιμή προϊόντος: Aνατιμήσεις ~ (= φωτιά). ● ΦΡ.: με πότισε φαρμάκι/χολή (λαϊκό): με πίκρανε, με λύπησε πάρα πολύ: Εγώ του φέρθηκα με τον καλύτερο τρόπο κι εκείνος ~ ~ (= με καταστενοχώρησε)., πίνω φαρμάκι(α) (συχνά λογοτ.): πικραίνομαι, στενοχωριέμαι πολύ., (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει φαρμάκι/δηλητήριο/κακία/χολή βλ. στάζω, ρίχνω χολή/δηλητήριο/φαρμάκι βλ. ρίχνω [< μεσν. φαρμάκιν] | |
| 54428 | φαρμακίλα | φαρ-μα-κί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): η δυσάρεστη αίσθηση της γεύσης ή της μυρωδιάς φαρμάκου: Ένιωθε μια ~ στο στόμα. Βλ. -ίλα. | |
| 54429 | φάρμακο | φάρ-μα-κο ουσ. (ουδ.) {φαρμάκ-ου | -ων} 1. ΦΑΡΜΑΚ. -ΙΑΤΡ. χημικό παρασκεύασμα με θεραπευτικές ή προληπτικές ιδιότητες, το οποίο χρησιμοποιείται για την ανακούφιση ή αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών ή παθήσεων του οργανισμού: αντιβιοτικό/δραστικό/εικονικό (πβ. πλασέμπο, ψευδο~)/ηρεμιστικό/υγρό (: σε υγρή μορφή)/φυσικό ~. Αναλγητικά (: παυσίπονα)/αντιγριπικά/αντικαταθλιπτικά/βιολογικά/γενόσημα/καταπραϋντικά/κτηνιατρικά/μαλακτικά/ομοιοπαθητικά/υπνωτικά/φυτικά ~α. Βιομηχανία/συνταγολόγιο ~ων. ~α ευρείας κυκλοφορίας. Νέο ~ κατά της νόσου του Πάρκινσον. Εμβόλια και ~α κατά των ιών. Αντοχή στα ~α (βλ. φαρμακοανθεκτικός). Εθνικός Οργανισμός ~ων (ακρ. ΕΟΦ). Πβ. γιατρικό, δισκίο, ταμπλέτα, χάπι. Βλ. παραφάρμακα, ραδιο~, ψυχοφάρμακα. 2. (μτφ.) καθετί που απαλλάσσει από δυσάρεστη κατάσταση: Το ~ για την καταπολέμηση της διαφθοράς είναι ... Βλ. πανάκεια. 3. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε κάνει καλό, συμβάλλει στην ανθρώπινη υγεία: Η άσκηση είναι το καλύτερο ~. Πβ. βάλσαμο. 4. χημική ουσία για τον καθαρισμό ταπήτων, υφασμάτων και την απολύμανση χώρων: οικολογικά ~α. ● ΣΥΜΠΛ.: γεωργικά φάρμακα: ΓΕΩΠ. φαρμακευτικές ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία διαφόρων ασθενειών των φυτών ή για την προστασία τους από μικροοργανισμούς. Βλ. εντομο-, ζιζανιο-, μυκητο-κτόνο, φυτοφάρμακο., μη συνταγογραφούμενα φάρμακα βλ. συνταγογραφούμενος, ορφανό φάρμακο βλ. ορφανός [< 1,2: αρχ. φάρμακον, γαλλ. médicine, αγγλ. medicine, medicament] | |
| 54430 | φαρμακοανθεκτικός | , ή, ό φαρ-μα-κο-αν-θε-κτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που δείχνει αντοχή στα φάρμακα: ~ά: βακτήρια. Χρόνιο ~ό άλγος. ● ΣΥΜΠΛ.: φαρμακοανθεκτική επιληψία: ΨΥΧΙΑΤΡ. της οποίας τα συμπτώματα δεν υποχωρούν ακόμα και μετά τη λήψη φαρμάκων. [< αγγλ. drug-resistant, 1932] | |
| 54431 | φαρμακοβιομηχανία | φαρ-μα-κο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): εργοστάσιο, βιομηχανία παρασκευής φαρμάκων. Βλ. -βιομηχανία. | |
| 54432 | φαρμακοβιομηχανικός | , ή, ό φαρ-μα-κο-βι-ο-μη-χα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φαρμακοβιομηχανία: ~ή: εταιρεία. | |
| 54433 | φαρμακοβιομήχανος | φαρ-μα-κο-βι-ο-μή-χα-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιοκτήτης φαρμακοβιομηχανίας. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ