| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54425 | φαρμακευτική | φαρ-μα-κευ-τι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΦΑΡΜΑΚ. επιστήμη που έχει ως αντικείμενό της την παρασκευή, αλλά και την ορθή διακίνηση, χρήση και φύλαξη των φαρμάκων· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό τμήμα, μάθημα ή σύγγραμμα: κλινική/νοσοκομειακή ~. Βλ. φαρμακοτεχνία. [< μτγν. φαρμακευτική (τέχνη), γαλλ. pharmaceutique, pharmacie, αγγλ. pharmaceutics] | |
| 54426 | φαρμακευτικός | , ή, ό φαρ-μα-κευ-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που σχετίζεται με τα φάρμακα ή τη φαρμακευτική: ~ός: αντιπρόσωπος/κλάδος/σύλλογος. ~ή: αγωγή/βιομηχανία (= φαρμακοβιομηχανία)/δηλητηρίαση/δράση/έρευνα/εταιρεία/νανοτεχνολογία/νομοθεσία/περίθαλψη/πολιτική/υπηρεσία (νοσοκομείου). ~ό: επάγγελμα (βλ. φαρμακοποιός)/εργαστήριο. ~ές: δαπάνες/ιδιότητες/ουσίες. ~ά: καλλυντικά/μέσα/(ιδιο)σκευάσματα/προϊόντα/φυτά (βλ. βότανα). Η ~ή αγορά. ~ή Χημεία (= φαρμακοχημεία)/Τεχνολογία. Πβ. φαρμακολογικός. Βλ. βιο~, ιατρο~, παρα~.|| ~ή: δεοντολογία/Σχολή. ~ό: συνέδριο. ● επίρρ.: φαρμακευτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. φαρμακευτικός, γαλλ. pharmaceutique, αγγλ. pharmaceutical] | |
| 54427 | φαρμάκι | φαρ-μά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (λαϊκό) δηλητήριο: Πήρε ~ (= φαρμακώθηκε).|| Νερό-~ απειλεί την υγεία των κατοίκων. 2. (μτφ.-προφ.) καθετί πικρό στη γεύση: Σκέτο ~ είναι αυτός ο καφές. 3. (μτφ.) πικρία, έντονη στενοχώρια: Πίνει (για) να ξεχάσει/πάνε κάτω τα ~ια. Έχω ~ στην καρδιά. Πβ. βάσανο, καημός.|| (στο ποδόσφαιρο:) Σουτ-~ (= φαρμακερό). 4. υπερβολικά ακριβή τιμή προϊόντος: Aνατιμήσεις ~ (= φωτιά). ● ΦΡ.: με πότισε φαρμάκι/χολή (λαϊκό): με πίκρανε, με λύπησε πάρα πολύ: Εγώ του φέρθηκα με τον καλύτερο τρόπο κι εκείνος ~ ~ (= με καταστενοχώρησε)., πίνω φαρμάκι(α) (συχνά λογοτ.): πικραίνομαι, στενοχωριέμαι πολύ., (η γλώσσα/το στόμα του) στάζει/έχει φαρμάκι/δηλητήριο/κακία/χολή βλ. στάζω, ρίχνω χολή/δηλητήριο/φαρμάκι βλ. ρίχνω [< μεσν. φαρμάκιν] | |
| 54428 | φαρμακίλα | φαρ-μα-κί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): η δυσάρεστη αίσθηση της γεύσης ή της μυρωδιάς φαρμάκου: Ένιωθε μια ~ στο στόμα. Βλ. -ίλα. | |
| 54429 | φάρμακο | φάρ-μα-κο ουσ. (ουδ.) {φαρμάκ-ου | -ων} 1. ΦΑΡΜΑΚ. -ΙΑΤΡ. χημικό παρασκεύασμα με θεραπευτικές ή προληπτικές ιδιότητες, το οποίο χρησιμοποιείται για την ανακούφιση ή αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών ή παθήσεων του οργανισμού: αντιβιοτικό/δραστικό/εικονικό (πβ. πλασέμπο, ψευδο~)/ηρεμιστικό/υγρό (: σε υγρή μορφή)/φυσικό ~. Αναλγητικά (: παυσίπονα)/αντιγριπικά/αντικαταθλιπτικά/βιολογικά/γενόσημα/καταπραϋντικά/κτηνιατρικά/μαλακτικά/ομοιοπαθητικά/υπνωτικά/φυτικά ~α. Βιομηχανία/συνταγολόγιο ~ων. ~α ευρείας κυκλοφορίας. Νέο ~ κατά της νόσου του Πάρκινσον. Εμβόλια και ~α κατά των ιών. Αντοχή στα ~α (βλ. φαρμακοανθεκτικός). Εθνικός Οργανισμός ~ων (ακρ. ΕΟΦ). Πβ. γιατρικό, δισκίο, ταμπλέτα, χάπι. Βλ. παραφάρμακα, ραδιο~, ψυχοφάρμακα. 2. (μτφ.) καθετί που απαλλάσσει από δυσάρεστη κατάσταση: Το ~ για την καταπολέμηση της διαφθοράς είναι ... Βλ. πανάκεια. 3. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε κάνει καλό, συμβάλλει στην ανθρώπινη υγεία: Η άσκηση είναι το καλύτερο ~. Πβ. βάλσαμο. 4. χημική ουσία για τον καθαρισμό ταπήτων, υφασμάτων και την απολύμανση χώρων: οικολογικά ~α. ● ΣΥΜΠΛ.: γεωργικά φάρμακα: ΓΕΩΠ. φαρμακευτικές ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία διαφόρων ασθενειών των φυτών ή για την προστασία τους από μικροοργανισμούς. Βλ. εντομο-, ζιζανιο-, μυκητο-κτόνο, φυτοφάρμακο., μη συνταγογραφούμενα φάρμακα βλ. συνταγογραφούμενος, ορφανό φάρμακο βλ. ορφανός [< 1,2: αρχ. φάρμακον, γαλλ. médicine, αγγλ. medicine, medicament] | |
| 54430 | φαρμακοανθεκτικός | , ή, ό φαρ-μα-κο-αν-θε-κτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που δείχνει αντοχή στα φάρμακα: ~ά: βακτήρια. Χρόνιο ~ό άλγος. ● ΣΥΜΠΛ.: φαρμακοανθεκτική επιληψία: ΨΥΧΙΑΤΡ. της οποίας τα συμπτώματα δεν υποχωρούν ακόμα και μετά τη λήψη φαρμάκων. [< αγγλ. drug-resistant, 1932] | |
| 54431 | φαρμακοβιομηχανία | φαρ-μα-κο-βι-ο-μη-χα-νί-α ουσ. (θηλ.): εργοστάσιο, βιομηχανία παρασκευής φαρμάκων. Βλ. -βιομηχανία. | |
| 54432 | φαρμακοβιομηχανικός | , ή, ό φαρ-μα-κο-βι-ο-μη-χα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φαρμακοβιομηχανία: ~ή: εταιρεία. | |
| 54433 | φαρμακοβιομήχανος | φαρ-μα-κο-βι-ο-μή-χα-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιοκτήτης φαρμακοβιομηχανίας. | |
| 54434 | φαρμακογενής | , ής, ές φαρ-μα-κο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. (για παθολογική κατάσταση) που προκαλείται λόγω λήψης φαρμάκου: ~ής: ηπατίτιδα/τριχόπτωση. Ανεπιθύμητες ~είς παρενέργειες. Βλ. -γενής. | |
| 54435 | φαρμακόγλωσσα | φαρ-μα-κό-γλωσ-σα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): άνθρωπος, συνήθ. γυναίκα, που μιλά πικρόχολα και δηκτικά. | |
| 54436 | φαρμακόγλωσσος | , η, ο φαρ-μα-κό-γλωσ-σος επίθ. (προφ.): (για πρόσ.) που σχολιάζει τους άλλους με εμπάθεια, κακεντρέχεια: ~ος: κριτικός. ~ες: κουτσομπόλες. Βλ. -γλωσσος. ΣΥΝ. δηκτικός, κακόγλωσσος, φαρμακομύτης | |
| 54437 | φαρμακογνωσία | φαρ-μα-κο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τα φάρμακα τα οποία προέρχονται από το ορυκτό, ζωικό και κυρ. το φυτικό βασίλειο. Βλ. -γνωσία. [< γερμ. Pharmakognosie, γαλλ. pharmacognosie, 1903, αγγλ. pharmacognosy] | |
| 54438 | φαρμακοδιέγερση | φαρ-μα-κο-δι-έ-γερ-ση ουσ. (θηλ.): ντόπινγκ. | |
| 54439 | φαρμακοδυναμική | φαρ-μα-κο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. μελέτη της επίδρασης (θεραπευτικές ιδιότητες και ανεπιθύμητες ενέργειες) ενός φαρμάκου σε πάσχοντα οργανισμό. [< γαλλ. pharmacodynamique, αγγλ. pharmacodynamics] | |
| 54440 | φαρμακοδυναμικός | , ή, ό φαρ-μα-κο-δυ-να-μι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που σχετίζεται με την επίδραση των φαρμάκων στον οργανισμό: ~ή: δράση. ~ό: αποτέλεσμα. ~ές: αλληλεπιδράσεις (με άλλα χάπια). ~ά: δεδομένα/χαρακτηριστικά. [< γαλλ. pharmacodynamique, αγγλ. pharmacodynamic] | |
| 54441 | φαρμακοεξάρτηση | φαρ-μα-κο-ε-ξάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξάρτηση από φάρμακα και επικίνδυνες φαρμακευτικές ουσίες. [< γαλλ. pharmacodépendance, περ. 1950] | |
| 54442 | φαρμακοεπαγρύπνηση | φαρ-μα-κο-ε-πα-γρύ-πνη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): διαρκής παρακολούθηση, από φορείς της δημόσιας υγείας, της ασφαλούς χρήσης των φαρμακευτικών προϊόντων.[< γαλλ. pharmacovigilance, 1969] | |
| 54443 | φαρμακοθεραπεία | φαρ-μα-κο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπεία με φάρμακα: αντιυπερτασική ~. Αντέδρασε θετικά στη/υποβλήθηκε σε ~. Βλ. -θεραπεία. [< γαλλ. pharmacothérapie, 1904, αγγλ. pharmacotherapy, περ. 1903] | |
| 54444 | φαρμακοκινητική | φαρ-μα-κο-κι-νη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. η επιστημονική μελέτη της απορρόφησης, της κατανομής, του μεταβολισμού και της απέκκρισης των φαρμάκων σε έναν βιολογικό οργανισμό: ~ στο δέρμα. [< αγγλ. pharmacokinetics, 1959, γαλλ. pharmacocinétique, 1972] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ