Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54920-54940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54434φαρμακογενής, ής, ές φαρ-μα-κο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. (για παθολογική κατάσταση) που προκαλείται λόγω λήψης φαρμάκου: ~ής: ηπατίτιδα/τριχόπτωση. Ανεπιθύμητες ~είς παρενέργειες. Βλ. -γενής.
54435φαρμακόγλωσσαφαρ-μα-κό-γλωσ-σα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): άνθρωπος, συνήθ. γυναίκα, που μιλά πικρόχολα και δηκτικά.
54436φαρμακόγλωσσος, η, ο φαρ-μα-κό-γλωσ-σος επίθ. (προφ.): (για πρόσ.) που σχολιάζει τους άλλους με εμπάθεια, κακεντρέχεια: ~ος: κριτικός. ~ες: κουτσομπόλες. Βλ. -γλωσσος. ΣΥΝ. δηκτικός, κακόγλωσσος, φαρμακομύτης
54437φαρμακογνωσίαφαρ-μα-κο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τα φάρμακα τα οποία προέρχονται από το ορυκτό, ζωικό και κυρ. το φυτικό βασίλειο. Βλ. -γνωσία. [< γερμ. Pharmakognosie, γαλλ. pharmacognosie, 1903, αγγλ. pharmacognosy]
54438φαρμακοδιέγερσηφαρ-μα-κο-δι-έ-γερ-ση ουσ. (θηλ.): ντόπινγκ.
54439φαρμακοδυναμικήφαρ-μα-κο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. μελέτη της επίδρασης (θεραπευτικές ιδιότητες και ανεπιθύμητες ενέργειες) ενός φαρμάκου σε πάσχοντα οργανισμό. [< γαλλ. pharmacodynamique, αγγλ. pharmacodynamics]
54440φαρμακοδυναμικός, ή, ό φαρ-μα-κο-δυ-να-μι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που σχετίζεται με την επίδραση των φαρμάκων στον οργανισμό: ~ή: δράση. ~ό: αποτέλεσμα. ~ές: αλληλεπιδράσεις (με άλλα χάπια). ~ά: δεδομένα/χαρακτηριστικά. [< γαλλ. pharmacodynamique, αγγλ. pharmacodynamic]
54441φαρμακοεξάρτησηφαρ-μα-κο-ε-ξάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξάρτηση από φάρμακα και επικίνδυνες φαρμακευτικές ουσίες. [< γαλλ. pharmacodépendance, περ. 1950]
54442φαρμακοεπαγρύπνησηφαρ-μα-κο-ε-πα-γρύ-πνη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): διαρκής παρακολούθηση, από φορείς της δημόσιας υγείας, της ασφαλούς χρήσης των φαρμακευτικών προϊόντων.[< γαλλ. pharmacovigilance, 1969]
54443φαρμακοθεραπείαφαρ-μα-κο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπεία με φάρμακα: αντιυπερτασική ~. Αντέδρασε θετικά στη/υποβλήθηκε σε ~. Βλ. -θεραπεία. [< γαλλ. pharmacothérapie, 1904, αγγλ. pharmacotherapy, περ. 1903]
54444φαρμακοκινητικήφαρ-μα-κο-κι-νη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. η επιστημονική μελέτη της απορρόφησης, της κατανομής, του μεταβολισμού και της απέκκρισης των φαρμάκων σε έναν βιολογικό οργανισμό: ~ στο δέρμα. [< αγγλ. pharmacokinetics, 1959, γαλλ. pharmacocinétique, 1972]
54445φαρμακοκινητικός, ή, ό φαρ-μα-κο-κι-νη-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που αναφέρεται στη φαρμακοκινητική: ~ή: ανάλυση/συμπεριφορά δραστικών ουσιών. ~ές: αλληλεπιδράσεις/ιδιότητες/παράμετροι. Το ~ό προφίλ ενός φαρμάκου. [< αγγλ. pharmacokinetic, 1964, γαλλ. pharmacocinétique, 1972]
54446φαρμακολογίαφαρ-μα-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΦΑΡΜΑΚ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τον μηχανισμό δράσης, τις χρήσεις και τις ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων στους ζωντανούς οργανισμούς: βιοχημική/γεωργική/κλινική/μοριακή/ομοιοπαθητική/πειραματική/περιβαλλοντική ~. Βλ. -λογία, φαρμακο-δυναμική, -κινητική, ψυχο~. [< γαλλ. pharmacologie, αγγλ. pharmacology]
54447φαρμακολογικός, ή, ό φαρ-μα-κο-λο-γι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που αναφέρεται στη φαρμακολογία ή στα φάρμακα: ~ός: έλεγχος (σε σκευάσματα). ~ή: έρευνα/παρέμβαση. ~ό: προφίλ. ~ές: αρχές.|| ~ή: αγωγή/θεραπεία. ~ές: δόσεις/επιδράσεις/ουσίες. Πβ. φαρμακευτικός. ● επίρρ.: φαρμακολογικά: ~ ενεργή ουσία. [< γαλλ. pharmacologique, αγγλ. pharmacological]
54448φαρμακολύτριαφαρ-μα-κο-λύ-τρι-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ίας}: (ως προσωνύμιο κυρ. για την Αγία Αναστασία) που θεραπεύει αρρώστιες και προβλήματα, τα οποία έχουν την αιτία τους στη μαγεία και στα ξόρκια. [< μεσν. φαρμακολύτρια]
54449φαρμακομύτηςφαρ-μα-κο-μύ-της επίθ./ουσ. (ο), φαρμακομύτα (η) (λαϊκό): φαρμακόγλωσσος.
54450φαρμακοποιίαφαρ-μα-κο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επίσημος κρατικός κατάλογος που ορίζει την καταλληλότητα των φαρμακευτικών πρώτων υλών και σκευασμάτων· γενικότ. η παρασκευή φαρμάκων: εγχειρίδιο/ενδείξεις/επιτροπή ~ας. Βλ. -ποιία. [< μτγν. φαρμακοποιία, γαλλ. pharmacopée, αγγλ. pharmacopoeia]
54451φαρμακοποιόςφαρ-μα-κο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που ασχολείται με την παραγωγή και τον έλεγχο φαρμακευτικών προϊόντων σε εργαστήρια ή κυρ. με τη διάθεσή τους στο κοινό· ειδικότ. ιδιοκτήτης φαρμακείου: αδειούχος/κλινικός/νοσοκομειακός ~.|| Ο ~ εκτελεί ιατρικές συνταγές. Βλ. -ποιός. [< αρχ. φαρμακοποιός ‘παρασκευαστής φαρμακευτικών ουσιών’, γαλλ. pharmacien, αγγλ. pharmacopoeist, 1900]
54452φαρμακοτεχνίαφαρ-μα-κο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. κλάδος της φαρμακευτικής που ασχολείται με την παρασκευή φαρμάκων και συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα: ομοιοπαθητική/πρακτική ~. Βλ. -τεχνία. [< γαλλ. pharmacotechnie]
54453φαρμακοτεχνικός, ή, ό φαρ-μα-κο-τε-χνι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που αναφέρεται στη φαρμακοτεχνία: ~ό: εργαστήριο/σκεύασμα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.