Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [54940-54960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54445φαρμακοκινητικός, ή, ό φαρ-μα-κο-κι-νη-τι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που αναφέρεται στη φαρμακοκινητική: ~ή: ανάλυση/συμπεριφορά δραστικών ουσιών. ~ές: αλληλεπιδράσεις/ιδιότητες/παράμετροι. Το ~ό προφίλ ενός φαρμάκου. [< αγγλ. pharmacokinetic, 1964, γαλλ. pharmacocinétique, 1972]
54446φαρμακολογίαφαρ-μα-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΦΑΡΜΑΚ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τον μηχανισμό δράσης, τις χρήσεις και τις ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων στους ζωντανούς οργανισμούς: βιοχημική/γεωργική/κλινική/μοριακή/ομοιοπαθητική/πειραματική/περιβαλλοντική ~. Βλ. -λογία, φαρμακο-δυναμική, -κινητική, ψυχο~. [< γαλλ. pharmacologie, αγγλ. pharmacology]
54447φαρμακολογικός, ή, ό φαρ-μα-κο-λο-γι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που αναφέρεται στη φαρμακολογία ή στα φάρμακα: ~ός: έλεγχος (σε σκευάσματα). ~ή: έρευνα/παρέμβαση. ~ό: προφίλ. ~ές: αρχές.|| ~ή: αγωγή/θεραπεία. ~ές: δόσεις/επιδράσεις/ουσίες. Πβ. φαρμακευτικός. ● επίρρ.: φαρμακολογικά: ~ ενεργή ουσία. [< γαλλ. pharmacologique, αγγλ. pharmacological]
54448φαρμακολύτριαφαρ-μα-κο-λύ-τρι-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ίας}: (ως προσωνύμιο κυρ. για την Αγία Αναστασία) που θεραπεύει αρρώστιες και προβλήματα, τα οποία έχουν την αιτία τους στη μαγεία και στα ξόρκια. [< μεσν. φαρμακολύτρια]
54449φαρμακομύτηςφαρ-μα-κο-μύ-της επίθ./ουσ. (ο), φαρμακομύτα (η) (λαϊκό): φαρμακόγλωσσος.
54450φαρμακοποιίαφαρ-μα-κο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επίσημος κρατικός κατάλογος που ορίζει την καταλληλότητα των φαρμακευτικών πρώτων υλών και σκευασμάτων· γενικότ. η παρασκευή φαρμάκων: εγχειρίδιο/ενδείξεις/επιτροπή ~ας. Βλ. -ποιία. [< μτγν. φαρμακοποιία, γαλλ. pharmacopée, αγγλ. pharmacopoeia]
54451φαρμακοποιόςφαρ-μα-κο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που ασχολείται με την παραγωγή και τον έλεγχο φαρμακευτικών προϊόντων σε εργαστήρια ή κυρ. με τη διάθεσή τους στο κοινό· ειδικότ. ιδιοκτήτης φαρμακείου: αδειούχος/κλινικός/νοσοκομειακός ~.|| Ο ~ εκτελεί ιατρικές συνταγές. Βλ. -ποιός. [< αρχ. φαρμακοποιός ‘παρασκευαστής φαρμακευτικών ουσιών’, γαλλ. pharmacien, αγγλ. pharmacopoeist, 1900]
54452φαρμακοτεχνίαφαρ-μα-κο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. κλάδος της φαρμακευτικής που ασχολείται με την παρασκευή φαρμάκων και συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα: ομοιοπαθητική/πρακτική ~. Βλ. -τεχνία. [< γαλλ. pharmacotechnie]
54453φαρμακοτεχνικός, ή, ό φαρ-μα-κο-τε-χνι-κός επίθ.: ΦΑΡΜΑΚ. που αναφέρεται στη φαρμακοτεχνία: ~ό: εργαστήριο/σκεύασμα.
54454φαρμακούχος, ος, ο [φαρμακοῦχος] φαρ-μα-κού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει φάρμακο: παρασκευή ~ων ζωοτροφών. Βλ. -ούχος2.
54455φαρμακοχημείαφαρ-μα-κο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. -ΧΗΜ. διεπιστημονικός κλάδος που μελετά τον σχεδιασμό, τη χημική σύνθεση και την ανάπτυξη φαρμακευτικών ουσιών. [< γαλλ. pharmacochimie]
54456φαρμάκωμαφαρ-μά-κω-μα ουσ. (ουδ.) {φαρμακώματα} (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φαρμακώνω. Πβ. δηλητηρίαση, φαρμακεία.
54457φαρμακώνωφαρ-μα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {φαρμάκω-σα, φαρμακώ-σει, -θηκε, -μένος, φαρμακών-οντας} (λαϊκό) 1. δηλητηριάζω: Τον ~σε. 2. (μτφ.) πληγώνω κάποιον συναισθηματικά· φθείρω: Η πράξη/συμπεριφορά του μας ~σε (= πίκρανε).|| Η ενοχή τούς ~ει τη ζωή. ● Παθ.: φαρμακώνομαι 1. παίρνω δηλητήριο ή άλλη τοξική ουσία: ~θηκε (= αυτοκτόνησε).|| ~ονται για να πάρουν μετάλλια (= ντοπάρονται, χαπακώνονται). 2. (μτφ.) πικραίνομαι: Η καρδιά/ψυχή του ~θηκε. Έδειχνε ~μένος από τη στάση τους. [< μεσν. φαρμακώνω]
54458φαρμπαλάςβλ. φραμπαλάς
54459φαροδείκτηςφα-ρο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. ναυτιλιακό βιβλίο με όλα τα στοιχεία (συντεταγμένες, ύψος, ορατότητα) των φάρων, φανών και φαρόπλοιων της υδρογείου. Βλ. πλοηγός, πορτολάνος, -δείκτης.
54460φαρόπλοιοφα-ρό-πλοι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. μικρό πλοίο με φάρο, αγκυροβολημένο σε παράκτιες περιοχές στις οποίες είναι αδύνατη η κατασκευή μόνιμου φάρου. ΣΥΝ. καραβοφάναρο [< γαλλ. bateau-phare]
54461φάροςφά-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΝΑΥΤ. πυργοειδής κατασκευή σε λιμάνια, ακρωτήρια ή βραχονησίδες, με φανό στην κορυφή της που εκπέμπει σταθερό ή περιοδικό φως, η οποία εξυπηρετεί τις ανάγκες ασφαλούς ναυσιπλοΐας τη νύχτα: αυτόματος/επιτηρούμενος/ηλεκτρικός/ηλιακός/παραδοσιακός/πέτρινος ~. Βλ. φαρόπλοιο.|| (κατ' επέκτ.) Περιστρεφόμενος ~ (περιπολικού). Βλ. ραδιο~. 2. (μτφ.) οδηγός, καθοδηγητής: πνευματικός ~. ~ γνώσης/ελπίδας. Το Πατριαρχείο ως (άσβεστος) ~ της Ορθοδοξίας. [< μτγν. φάρος, γαλλ. phare, αγγλ. ~, Pharos]
54462φαροφύλακαςφα-ρο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο υπεύθυνο για τη φύλαξη, τη συντήρηση και τον έλεγχο λειτουργίας ενός φάρου. Βλ. -φύλακας. [< γαλλ. gardien de phare]
54463φάρσαφάρ-σα ουσ. (θηλ.) 1. αστείο ή τέχνασμα που αποσκοπεί στο να παραπλανήσει κάποιον και να προκαλέσει το γέλιο: αθώα/κακόβουλη/κακόγουστη/καλοστημένη/ξεκαρδιστική/πρωταπριλιάτικη/τηλεοπτική (βλ. γκαγκ, κάντιντ κάμερα)/χοντρή/χοντροκομμένη ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Τηλεφώνημα-~ για βόμβα. Κάνει/σκαρώνει/στήνει ~ες. ΣΥΝ. πλάκα. Πβ. καζούρα, κασκαρίκα.|| (κατ' επέκτ., παρωδία:) Δίκη-~. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως ~. 2. ΘΕΑΤΡ. ιντερλούδιο (στα μεσαιωνικά μυστήρια) ή έργο που συνδυάζει το γκροτέσκο, το κωμικό, τις χονδροειδείς καταστάσεις και το χυδαίο ύφος: γαλλική ~. Βλ. μπουρλέσκ, φαρσοκωμωδία. [< ιταλ. farsa, γαλλ. farce]
54464φαρσέρφαρ-σέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: άτομο που κάνει φάρσες. Πβ. πλακατζής. [< γαλλ. farceur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.