| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54454 | φαρμακούχος | , ος, ο [φαρμακοῦχος] φαρ-μα-κού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει φάρμακο: παρασκευή ~ων ζωοτροφών. Βλ. -ούχος2. | |
| 54455 | φαρμακοχημεία | φαρ-μα-κο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. -ΧΗΜ. διεπιστημονικός κλάδος που μελετά τον σχεδιασμό, τη χημική σύνθεση και την ανάπτυξη φαρμακευτικών ουσιών. [< γαλλ. pharmacochimie] | |
| 54456 | φαρμάκωμα | φαρ-μά-κω-μα ουσ. (ουδ.) {φαρμακώματα} (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φαρμακώνω. Πβ. δηλητηρίαση, φαρμακεία. | |
| 54457 | φαρμακώνω | φαρ-μα-κώ-νω ρ. (μτβ.) {φαρμάκω-σα, φαρμακώ-σει, -θηκε, -μένος, φαρμακών-οντας} (λαϊκό) 1. δηλητηριάζω: Τον ~σε. 2. (μτφ.) πληγώνω κάποιον συναισθηματικά· φθείρω: Η πράξη/συμπεριφορά του μας ~σε (= πίκρανε).|| Η ενοχή τούς ~ει τη ζωή. ● Παθ.: φαρμακώνομαι 1. παίρνω δηλητήριο ή άλλη τοξική ουσία: ~θηκε (= αυτοκτόνησε).|| ~ονται για να πάρουν μετάλλια (= ντοπάρονται, χαπακώνονται). 2. (μτφ.) πικραίνομαι: Η καρδιά/ψυχή του ~θηκε. Έδειχνε ~μένος από τη στάση τους. [< μεσν. φαρμακώνω] | |
| 54458 | φαρμπαλάς | βλ. φραμπαλάς | |
| 54459 | φαροδείκτης | φα-ρο-δεί-κτης ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. ναυτιλιακό βιβλίο με όλα τα στοιχεία (συντεταγμένες, ύψος, ορατότητα) των φάρων, φανών και φαρόπλοιων της υδρογείου. Βλ. πλοηγός, πορτολάνος, -δείκτης. | |
| 54460 | φαρόπλοιο | φα-ρό-πλοι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. μικρό πλοίο με φάρο, αγκυροβολημένο σε παράκτιες περιοχές στις οποίες είναι αδύνατη η κατασκευή μόνιμου φάρου. ΣΥΝ. καραβοφάναρο [< γαλλ. bateau-phare] | |
| 54461 | φάρος | φά-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΝΑΥΤ. πυργοειδής κατασκευή σε λιμάνια, ακρωτήρια ή βραχονησίδες, με φανό στην κορυφή της που εκπέμπει σταθερό ή περιοδικό φως, η οποία εξυπηρετεί τις ανάγκες ασφαλούς ναυσιπλοΐας τη νύχτα: αυτόματος/επιτηρούμενος/ηλεκτρικός/ηλιακός/παραδοσιακός/πέτρινος ~. Βλ. φαρόπλοιο.|| (κατ' επέκτ.) Περιστρεφόμενος ~ (περιπολικού). Βλ. ραδιο~. 2. (μτφ.) οδηγός, καθοδηγητής: πνευματικός ~. ~ γνώσης/ελπίδας. Το Πατριαρχείο ως (άσβεστος) ~ της Ορθοδοξίας. [< μτγν. φάρος, γαλλ. phare, αγγλ. ~, Pharos] | |
| 54462 | φαροφύλακας | φα-ρο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο υπεύθυνο για τη φύλαξη, τη συντήρηση και τον έλεγχο λειτουργίας ενός φάρου. Βλ. -φύλακας. [< γαλλ. gardien de phare] | |
| 54463 | φάρσα | φάρ-σα ουσ. (θηλ.) 1. αστείο ή τέχνασμα που αποσκοπεί στο να παραπλανήσει κάποιον και να προκαλέσει το γέλιο: αθώα/κακόβουλη/κακόγουστη/καλοστημένη/ξεκαρδιστική/πρωταπριλιάτικη/τηλεοπτική (βλ. γκαγκ, κάντιντ κάμερα)/χοντρή/χοντροκομμένη ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Τηλεφώνημα-~ για βόμβα. Κάνει/σκαρώνει/στήνει ~ες. ΣΥΝ. πλάκα. Πβ. καζούρα, κασκαρίκα.|| (κατ' επέκτ., παρωδία:) Δίκη-~. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως ~. 2. ΘΕΑΤΡ. ιντερλούδιο (στα μεσαιωνικά μυστήρια) ή έργο που συνδυάζει το γκροτέσκο, το κωμικό, τις χονδροειδείς καταστάσεις και το χυδαίο ύφος: γαλλική ~. Βλ. μπουρλέσκ, φαρσοκωμωδία. [< ιταλ. farsa, γαλλ. farce] | |
| 54464 | φαρσέρ | φαρ-σέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: άτομο που κάνει φάρσες. Πβ. πλακατζής. [< γαλλ. farceur] | |
| 54465 | φαρσί | φαρ-σί επίρρ. (προφ.): άπταιστα, απέξω κι ανακατωτά: Τα μιλά ~ τα Αγγλικά. Είπε/έμαθε το μάθημα ~. [< τουρκ. farsi ‘περσικά’] | |
| 54466 | φαρσικός | , ή, ό φαρ-σι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φάρσα: ~ό: χιούμορ. ~ές: καταστάσεις. ~ά: επεισόδια. | |
| 54467 | φαρσοκωμωδία | φαρ-σο-κω-μω-δί-α ουσ. (θηλ.): κωμωδία με στοιχεία φάρσας: απολαυστική ~.|| (μτφ.) Πολιτική ~. Η υπόθεση εξελίχθηκε σε/μοιάζει με ~. Πβ. παρωδία, τραγέλαφος. | |
| 54468 | φάρυγγας | φά-ρυγ-γας ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. μυώδης κοιλότητα που συνδέει το στόμα με τον οισοφάγο: ερεθισμένος/στεγνός ~. Καρκίνος/λοιμώξεις/ξηρότητα του ~α. Βλ. αναπνευστικό σύστημα, λαιμός, λάρυγγας, ρινο~, στοματο~. [< αρχ. φάρυγξ, γαλλ.-αγγλ. pharynx] | |
| 54469 | φαρυγγικός | , ή, ό φα-ρυγ-γι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με τον φάρυγγα: ~ός: αεραγωγός. ~ή: αμυγδαλή/κοιλότητα. ~ό: επίχρισμα. (ΖΩΟΛ.) ~οί: αδένες (της μέλισσας). Βλ. οπισθο~, ρινο~, στοματο~. [< γαλλ. pharyngien, αγγλ. pharyngeal] | |
| 54470 | φαρυγγίτιδα | φα-ρυγ-γί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του φάρυγγα: ήπια/στρεπτοκοκκική/χρόνια ~. Γαργάρες για ~. Βλ. αμυγδαλίτιδα, λαρυγγίτιδα, ρινο~. [< γαλλ. pharyngite, αγγλ. pharyngitis] | |
| 54471 | φαρφάλες | φαρ-φά-λες ουσ. (θηλ.) (οι) & φαρφάλε (τα) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζυμαρικά που μοιάζουν με φιογκάκια: ~ με σολομό. Σαλάτα φαρφάλε. [< ιταλ. farfalle (πληθ. του farfalle) ‘πεταλούδα, φιόγκος’, αγγλ. ~, 1928, γαλλ. ~, 1995] | |
| 54472 | φαρφουρένιος | , ια, ιο φαρ-φου-ρέ-νιος επίθ. (παλαιότ.): φτιαγμένος από φαρφουρί: ~ια: πιάτα. Πβ. πορσελάνινος. Βλ. -ένιος. | |
| 54473 | φαρφουρί | φαρ-φου-ρί επίθ./ουσ. {άκλ.} (παλαιότ.): λεπτή πορσελάνη: βάζο από ~.|| (ως επίθ.) ~ φλιτζάνι (= φαρφουρένιο). [< τουρκ. firfir] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ