Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [54960-54980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54474φάσαφά-σα ουσ. (θηλ.): ταινία υφάσματος που ράβεται σε ένδυμα ή σε άλλο υφασμάτινο είδος, για διακόσμηση, μάκρεμα ή φάρδεμα: βαμβακερή/δαντελένια/σατέν ~. Φούστα/μαξιλαροθήκη/πάπλωμα με ~ στο τελείωμα. ● Υποκ.: φασούλα (η) [< ιταλ. fascia]
54475φασαρίαφα-σα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): αναστάτωση, αναταραχή που προξενεί έντονο θόρυβο· ο ίδιος ο ενοχλητικός θόρυβος: Έγινε απίστευτη/μεγάλη ~ (= το έλα να δεις, της κακομοίρας, το μάλε-βράσε, της μουρλής, της τρελής, το σώσε). Προκλήθηκε ~. Τζάμπα η ~. Πολλή ~ για το τίποτα. Τι ~ είναι αυτή! Πβ. αλαλούμ, ανακατωσούρα, αναμπουμπούλα, αντάρα, κομφούζιο, κοσμοχαλασιά, νταβαντούρι, ντόρος, πανζουρλισμός, πατιρντί, τζερτζελές, χαμός, χάος.|| Μην κάνεις ~. Δεν μπορεί να κοιμηθεί από τη ~ (ΑΝΤ. ησυχία). Πβ. βαβούρα. ΣΥΝ. σαματάς ● φασαρίες (οι) 1. συγκρούσεις, συμπλοκές, ταραχές: ~ μεταξύ αστυνομικών και διαδηλωτών. ~ σημειώθηκαν μετά το τέλος του αγώνα. ΣΥΝ. επεισόδια. 2. καβγάδες: Μπλέκει συνέχεια σε ~ (βλ. τσαμπουκάς). Η είδηση έφερε γκρίνια και ~. ● ΦΡ.: κάνω φασαρία (σε κάποιον): του εκφράζω με έντονο τρόπο τον θυμό ή τη δυσαρέσκειά μου, του βάζω τις φωνές, τον μαλώνω: Μου έκανε ~, επειδή άργησα. Πβ. κάνω σκηνή/σκηνές (σε κάποιον)., βάζω (κάποιον) σε κόπο βλ. κόπος, έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα βλ. μπλέξιμο [< ιταλ. fesseria ‘ανοησία’, 1896]
54476φασαρίαςφα-σα-ρί-ας ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) φασαριατζής (προφ.): πρόσωπο που προκαλεί φασαρίες. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καπετάν φασαρίας (οικ.): συνήθ. για παιδί που κάνει φασαρία ή/και αταξίες: Είναι ο ~ ~ της τάξης. Πβ. ταραξίας.
54477φασαριόζικος, η, ο φα-σα-ριό-ζι-κος επίθ. (προφ.): που κάνει (μεγάλη) φασαρία: ~η: παρέα. Πβ. σαματατζίδικος.
54478φάσηφά-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως} 1. καθένα από τα διαδοχικά στάδια στην εξελικτική πορεία γεγονότος, διαδικασίας ή φαινομένου: αναπτυξιακή/αρχική/ενδιάμεση/κρίσιμη/μεταβατική/προκαταρκτική/προκριματική/προπαρασκευαστική ~. Σε πρώτη ~. Οι διάφορες φάσεις του διαγωνισμού/της διδασκαλίας/(ΙΑΤΡ.) του καρδιακού κύκλου/του προγράμματος. ~ επεξεργασίας/συλλογής/σχεδιασμού/υλοποίησης. Κατά τη διάρκεια/ο στόχος της ~ης αυτής ... Σε ~ αλλαγής/αναδιοργάνωσης/πανικού. Στην τελική ~ (βρίσκεται) ο διάλογος για ... Ολοκληρώθηκε η τρίτη ~. Η χώρα έχει περάσει σε ανοδική/μια νέα ιστορική ~ (= περίοδο). Χωρισμός ενός έργου σε φάσεις.|| (ΑΘΛ.) Τα ζευγάρια της προημιτελικής ~ης είναι ... Τα αποτελέσματα/η κλήρωση/το πρόγραμμα της δεύτερης ~ης του Κυπέλλου. Την πρόκριση στην επόμενη ~ της διοργάνωσης πήρε ο ... Οι αγώνες στη ~ των οκτώ ξεκίνησαν στις ... Πβ. βήμα. 2. ΑΘΛ. στιγμιότυπο αγώνα· (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) ευκαιρία για γκολ: αμφισβητούμενη/ενδιαφέρουσα/επικίνδυνη/συναρπαστική/ωραία ~. Επανάληψη της ~ης (: σε ριπλέι). Αποβλήθηκε για εκτός ~ης χτύπημα (: που δεν έγινε από κάτοχο της μπάλας). Ο αμυντικός διάβασε τη ~ (: ενήργησε έγκαιρα προβλέποντας την εξέλιξή της). Ο διαιτητής άφησε τη ~ να εξελιχθεί (: δεν τη διέκοψε με το να υποδείξει παράβαση που έγινε στη διάρκειά της).|| Χαμένη ~. Το τελείωμα των φάσεων (πβ. σκοράρισμα). Σε μια ~ από το πουθενά σκόραραν. Την πρώτη καλή ~ του αγώνα δημιούργησαν/έκαναν οι γηπεδούχοι. Το παιχνίδι ήταν ανιαρό, χωρίς φάσεις. 3. (προφ.) αξιοσημείωτο περιστατικό, γεγονός: αξέχαστη ~. Ήμουν μπροστά στη ~, όταν έγινε. Η όλη ~ ξεκίνησε με ... Πβ. σκηνή, σκηνικό. 4. ΦΥΣ. συγκεκριμένο στάδιο ή σημείο σε περιοδική κίνηση ή μεταβολή: ~ κύματος/ταλάντωσης. Σε ~ (: για περιοδικά φαινόμενα που εξελίσσονται παράλληλα έτσι ώστε οι φάσεις τους να συμπίπτουν). 5. ΗΛΕΚΤΡ. καθένα από τα κυκλώματα πολυφασικού συστήματος: ρεύμα δύο/τριών φάσεων (= διφασικό/τριφασικό). 6. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. φυσικώς διακριτό και ομογενές τμήμα χημικού συστήματος· ποσότητα ομογενούς ύλης: αέρια/ρευστή/στερεά/σωματιδιακή ~. Αλλαγή φάσεως. Αποθήκευση υδρογόνου σε υγρή ~. Διάγραμμα/ισορροπία φάσεων. Ο νόμος των φάσεων.|| Ελαιώδης/υδάτινη ~. 7. ΑΣΤΡΟΝ. καθεμία από τις όψεις που παρουσιάζουν η Σελήνη και ορισμένοι πλανήτες σε έναν παρατηρητή στη Γη, ανάλογα με τη θέση τους σε σχέση με τον Ήλιο ή τη Γη: οι φάσεις της Αφροδίτης. Βλ. σύμφαση. ● ΣΥΜΠΛ.: διαφορά φάσης 1. ΦΥΣ. φαινόμενο κατά το οποίο δύο κύματα της ίδιας συχνότητας έχουν διαφορετικό πλάτος κατά την ίδια χρονική στιγμή. 2. (μτφ.) χρονική απόκλιση, καθυστέρηση: Η θεωρία από την πράξη έχει μια ~ ~. ● ΦΡ.: έχει φάση & έχει τη φάση του (αργκό): για κάποιον/κάτι που είναι αστείο, ενδιαφέρον, πρωτότυπο: Δεν έχω παίξει ονλάιν παιχνίδια, αλλά θα ~ ~., κάνω φάση & παίζεται φάση (νεαν. αργκό): φασώνομαι., περνάω μια φάση: βρίσκομαι σε συγκεκριμένη κατάσταση: ~ ~ άγχους/αναζήτησης/προσαρμογής., στην παρούσα φάση: προς το παρόν, για την ώρα: Το πρόγραμμα τίθεται, ~ ~, σε δοκιμαστική χρήση. [< αρχ. φάσις ‘καταγγελία, εμφάνιση πάνω από τον ορίζοντα’, φάσεις (της σελήνης) < φαίνω, γαλλ.-αγγλ. phase]
54479φασιανόςφα-σια-νός ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. γένος ορνιθόμορφων πτηνών (οικογ. Phasianidae) με χαρακτηριστική μακριά ουρά και βραχνή φωνή, το αρσενικό των οποίων έχει πολύχρωμο φτέρωμα· το γνωστότερο κοινό είδος τους (επιστ. ονομασ. Phasianus colchicus) αποτελεί περιζήτητο θήραμα. Βλ. και χρυσόμαυρος (Chrysolophus amherstiae)/χρυσός (C. pictus) ~. [< αρχ. φασιανός (ὄρνις) < Φᾶσις, ποταμός της Κολχίδας, λατ. phasianus, αγγλ. pheasant, γαλλ. faisan]
54480φασίζων, ουσα, ον φα-σί-ζων επίθ. (λόγ.): που έχει φασιστικό χαρακτήρα: ~ων: λαϊκισμός. ~ουσα: αντίληψη/ιδεολογία/λογική/νοοτροπία/πρακτική/συμπεριφορά. Πβ. αυταρχικός. [< γαλλ. fascisant, 1936]
54481φασικός, ή, ό φα-σι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αναφέρεται στη φάση: ~ός: χώρος. ~ή: απόκλιση/γωνία/τάση/ταχύτητα. ~ό: ρεύμα. Βλ. πολυ~, συμ~, τρι~.
54482φασίναφα-σί-να ουσ. (θηλ.) (προφ.): το σύνολο των εργασιών που σχετίζονται με την καθαριότητα ενός χώρου: (γενική) ~ του σπιτιού. Κάνω/πιάνω ~. Πβ. λάτρα, σκούπισμα.|| (μτφ., κοπιαστική εργασία, αγγαρεία:) Όλη τη ~ εγώ την κάνω. [< ιταλ. fascina]
54483φασίολοςφα-σί-ο-λος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΒΟΤ. φασολιά. [< μτγν. φασίολος]
54484φασισμόςφα-σι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΠΟΛΙΤ. ιδεολογία, κίνημα ή ολοκληρωτικό καθεστώς με βασικά χαρακτηριστικά τον φυλετικό εθνικισμό, την επεκτατική πολιτική, τον μιλιταρισμό και την άσκηση βίας: ο γερμανικός (= ναζισμός)/ιταλικός ~. Πβ. ακροδεξιά, δικτατορία. Βλ. εκ~, νεο~, οικο~, -ισμός. ΑΝΤ. αντιφασισμός 2. (μτφ.) αυταρχισμός, δεσποτισμός: απροκάλυπτος ~. Βλ. -ισμός. [< ιταλ. fascismo, 1919, γαλλ. fascisme, 1921]
54485φασισταριόφα-σι-στα-ριό ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): φασίστας ή (συνήθ. περιληπτ.) ομάδα φασιστών. Βλ. -αριό.
54486φασίσταςφα-σί-στας ουσ. (αρσ.) {φασιστών} , φασίστρια (η) 1. οπαδός του φασισμού. Πβ. ναζιστής, φασισταριό, φασιστόμουτρο. Βλ. νεο~.|| (ως επίθ.) ~ δικτάτορας/στρατηγός. Βλ. -ίστας. ΑΝΤ. αντιφασίστας 2. (μτφ.) άτομο με αυταρχική, δεσποτική συμπεριφορά. ● Υποκ.: φασιστάκι (το) ● Μεγεθ.: φασισταράς (ο) [< ιταλ. fascista, 1911, γαλλ. ~, 1921-1922]
54487φασιστικοποίησηφα-σι-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & φασιστοποίηση: εκφασισμός. [< αγγλ. fascistization, 1925, fascization, 1937]
54488φασιστικός, ή, ό φα-σι-στι-κός επίθ. 1. ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον φασισμό: ~ός: χαιρετισμός. ~ή: βία/θηριωδία/οργάνωση. ~ό: καθεστώς/κόμμα/πραξικόπημα. Πβ. ναζιστ-, ολοκληρωτ-ικός. Βλ. νεο~. ΑΝΤ. αντιφασιστικός 2. (μτφ.) αυταρχικός και απολυταρχικός: ~ός: χαρακτήρας (της επίθεσης). ~ή: νοοτροπία. ~ά: μέτρα. Πβ. δεσποτ-, χουντ-ικός, φασίζων. ● επίρρ.: φασιστικά
54489φασιστοειδής, ής, ές φα-σι-στο-ει-δής επίθ. (λόγ.-μειωτ.): που τείνει προς τον φασισμό: ~είς: απόψεις. Πβ. φασιστικός.|| (ως ουσ.) Τα ~ή (= οι φασίστες). Βλ. -ειδής. [< ιταλ. fascistoide, 1944, αγγλ. fascistoid, 1958]
54490φασιστόμουτροφα-σι-στό-μου-τρο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): φασίστας. Βλ. -μουτρο.
54491φάσκελοφά-σκε-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μούντζα: Πάρε ένα ~ (= όρσε)! Του έδωσε/έριξε (ένα περιποιημένο) ~ (= τον φασκέλωσε). Έφαγε ~. Πβ. το παράσημο/το βραβείο της ανοιχτής παλάμης. [< μεσν. σφάκελος 'μεσαίο δάχτυλο']
54492φασκελοκουκούλωσταφα-σκε-λο-κου-κού-λω-στα & φασκελοκουκούλωσ' τα (προφ.): για να δηλωθεί απογοήτευση για κάτι που δεν αλλάζει ή δεν διορθώνεται: Άπαξ και γίνει η στραβή, ~. ΣΥΝ. άστα βράστα
54493φασκέλωμαφα-σκέ-λω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): μούντζωμα: Έφαγε ~. [< μεσν. σφακέλωμαν]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.