Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5480-5500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4553αντικοινοβουλευτισμός[ἀντικοινοβουλευτισμός] α-ντι-κοι-νο-βου-λευ-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. εναντίωση στον κοινοβουλευτισμό. [< γαλλ. antiparlementarisme, περ. 1900]
4554αντικοινοτικός, ή, ό [ἀντικοινοτικός] α-ντι-κοι-νο-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση: ~ές: διατάξεις. Πβ. αντιευρωπαϊκός. [< γαλλ. anticommunautaire, αγγλ. anti-community]
4555αντικοινωνικός, ή, ό [ἀντικοινωνικός] α-ντι-κοι-νω-νι-κός επίθ. 1. που εναντιώνεται στην κοινωνία και τους θεσμούς της: ~ή: πολιτική. ~ό: φαινόμενο (π.χ. η βία). ~ές: εκδηλώσεις/τάσεις. ~ά: μέτρα/πρότυπα.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ή διαταραχή της προσωπικότητας (πβ. ψυχοπαθητικός). 2. (για πρόσ.) που αποφεύγει τις συναναστροφές με άλλους ανθρώπους: δύσκολος και ~ χαρακτήρας. Πβ. ακοινώνητος, απόμακρος, κλειστός, μονόχνοτος. ΑΝΤ. κοινωνικός (3), κοσμικός (1) ● επίρρ.: αντικοινωνικά ● ΣΥΜΠΛ.: αντικοινωνική συμπεριφορά: που χαρακτηρίζεται από συνειδητή και χωρίς ενοχές συνήθ. περιφρόνηση και παραβίαση των δικαιωμάτων των άλλων ανθρώπων· παρανομία, επιθετικότητα, καταστροφική διάθεση: ακραία ~ ~. ~ές ~ές παιδιών και εφήβων. Βλ. περιθωριοποίηση. [< 1: γαλλ.-αγγλ. antisocial, αγγλ. antisocial personality disorder, 1967 2: γαλλ. insociable]
4556αντικοινωνικότητα[ἀντικοινωνικότητα] α-ντι-κοι-νω-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. απουσία κοινωνικότητας: απομόνωση/αποξένωση και ~. 2. εναντίωση προς την κοινωνία και τους θεσμούς της: ~ των νέων. Βλ. αντιδραστικότητα. [< 1: γαλλ. insociabilité]
4557αντικολλητικός, ή, ό [ἀντικολλητικός] α-ντι-κολ-λη-τι-κός επίθ.: που έχει την ιδιότητα να μην κολλά: ~ή: επίστρωση/επιφάνεια. ~ές: γάζες (για εγκαύματα)/πλάκες (ψησίματος). ~ά: σκεύη. ΑΝΤ. κολλητικός (1) ● επίρρ.: αντικολλητικά ● ΣΥΜΠΛ.: αντικολλητικό χαρτί βλ. χαρτί [< γαλλ. antiadhésif, πριν από το 1975]
4558αντικομματικός, ή, ό [ἀντικομματικός] α-ντι-κομ-μα-τι-κός επίθ. 1. που στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα ορισμένου κόμματος: ~ή: δράση/συμπεριφορά. 2. (σπάν.) που αντιτίθεται γενικά στα κόμματα ή και στον αντίστοιχο θεσμό: ~ό και αντιπολιτικό κλίμα. Πβ. αντικοινοβουλευτικός. Βλ. υπερκομματικός. ● επίρρ.: αντικομματικά
4559αντικομμουνισμός[ἀντικομμουνισμός] α-ντι-κομ-μου-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. ιδεολογία και πρακτική εχθρική προς τον κομμουνισμό. Βλ. ακροδεξιά, φασισμός. [< γαλλ. anticommunisme, 1936]
4560αντικομμουνιστής[ἀντικομμουνιστής] α-ντι-κομ-μου-νι-στής ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. πρόσωπο που αντιτίθεται στον κομμουνισμό και τις αρχές του: εθνικιστής και ~. ΑΝΤ. κομμουνιστής, κομμουνίστρια [< γαλλ. anticommuniste, αγγλ. anticommunist, 1934]
4561αντικομμουνιστικός, ή, ό [ἀντικομμουνιστικός] α-ντι-κομ-μου-νι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται στον αντικομμουνισμό ή τους αντικομμουνιστές: ~ή: προπαγάνδα. ~ές: οργανώσεις. ΑΝΤ. κομμουνιστικός [< γαλλ. anticommuniste, αγγλ. anticommunist, 1934]
4562αντικομφορμισμός[ἀντικομφορμισμός] α-ντι-κομ-φορ-μι-σμός ουσ. (αρσ.): στάση ζωής και ιδεολογία αντίθετη στον κομφορμισμό· αντισυμβατικότητα. [< γαλλ. anticonformisme, περ. 1950]
4563αντικομφορμιστής[ἀντικομφορμιστής] α-ντι-κομ-φορ-μι-στής ουσ. (αρσ.) {(σπανιότ.) θηλ. αντικομφορμίστρια}: πρόσωπο που αντιτίθεται στον κομφορμισμό: ακραίος ~. ~ και επαναστάτης/ριζοσπάστης. ΑΝΤ. κομφορμιστής [< γαλλ. anticonformiste, 1953]
4564αντικομφορμιστικός, ή, ό [ἀντικομφορμιστικός] α-ντι-κομ-φορ-μι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον αντικομφορμισμό ή στον αντικομφορμιστή: ~ή: στάση/συμπεριφορά. Ελεύθερο και ~ό πνεύμα. Πβ. αντιδραστ-, ριζοσπαστ-ικός. ΣΥΝ. αντισυμβατικός (1) ΑΝΤ. κομφορμιστικός, συμβατικός (1) ● επίρρ.: αντικομφορμιστικά [< γαλλ. anticonformiste, 1953]
4565αντικουάρκ[ἀντικουάρκ] α-ντι-κου-άρκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. αντισωματίδιο του κουάρκ. [< αμερικ. antiquark, 1964]
4566αντικουλτούρα[ἀντικουλτούρα] α-ντι-κουλ-τού-ρα ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σύνολο πολιτισμικών αντιλήψεων, τάσεων και τρόπων ζωής που αντιστρατεύονται την κυρίαρχη κουλτούρα και εισάγουν νέους κανόνες και αξίες. Βλ. αντισυμβατικότητα, υποκουλτούρα. [< αγγλ. counterculture, 1947, γαλλ. contre-culture, 1971]
4567αντικραδασμικός, ή, ό [ἀντικραδασμικός] α-ντι-κρα-δα-σμι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που απορροφά τους κραδασμούς: ~ός: άξονας/μηχανισμός/τάπητας. ~ή: βάση/λαβή. ~ό: δάπεδο/υλικό. || (σπάν.-ως ουσ.) ~ό χορδών (: για ρακέτες του τένις). [< γαλλ. antivibratoire]
4568αντικρατικός, ή, ό [ἀντικρατικός] α-ντι-κρα-τι-κός επίθ.: που στρέφεται ενάντια στο κράτος: ~ές: ενέργειες. ~ά: συνθήματα. Βλ. αντεθνικός, αντι-εξουσιαστικός, -καθεστωτικός. [< γαλλ. antiétatique]
4569αντικρατισμός[ἀντικρατισμός] α-ντι-κρα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. ιδεολογία που αντιτίθεται στον κρατισμό και τον συγκεντρωτισμό. [< γαλλ. anti-étatisme, αγγλ. anti-statism]
4570αντικρατιστής[ἀντικρατιστής] α-ντι-κρα-τι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του αντικρατισμού. Βλ. αναρχικός, αντιεξουσιαστής. ΑΝΤ. κρατιστής [< γαλλ. anti-étatiste]
4571αντικρίζω[ἀντικρίζω] α-ντι-κρί-ζω ρ. (μτβ.) {αντίκρι-σα, αντικρί-σω, αντικρίζ-οντας} 1. βλέπω κάποιον ή κάτι απέναντί μου, κοιτάζω: Την πρώτη φορά που τον ~σα (: συνάντησα) ... Ντρέπομαι να τον ~σω στα μάτια. 2. (μτφ.-συχνά λογοτ.) αντιμετωπίζω: ~ την αλήθεια κατάματα/το μέλλον με αισιοδοξία. Πβ. αντεπεξέρχομαι.αντικρίζει: βρίσκεται απέναντι σε κάτι, έχει θέα προς ορισμένη κατεύθυνση: Σπίτι που ~ τη θάλασσα. ΣΥΝ. βλέπει [παλαιότ. ορθογρ. αντικρύζω]
4572αντικρινός, ή, ό [ἀντικρινός] α-ντι-κρι-νός επίθ.: που βρίσκεται απέναντι: ~ή: ακτή/στεριά. ~ό: μπαλκόνι. ΣΥΝ. αντικριστός (1) ● επίρρ.: αντικρινά: Πβ. αντίπερα, απέναντι. [παλαιότ. ορθογρ. αντικρυνός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.