| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4560 | αντικομμουνιστής | [ἀντικομμουνιστής] α-ντι-κομ-μου-νι-στής ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. πρόσωπο που αντιτίθεται στον κομμουνισμό και τις αρχές του: εθνικιστής και ~. ΑΝΤ. κομμουνιστής, κομμουνίστρια [< γαλλ. anticommuniste, αγγλ. anticommunist, 1934] | |
| 4561 | αντικομμουνιστικός | , ή, ό [ἀντικομμουνιστικός] α-ντι-κομ-μου-νι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που αναφέρεται στον αντικομμουνισμό ή τους αντικομμουνιστές: ~ή: προπαγάνδα. ~ές: οργανώσεις. ΑΝΤ. κομμουνιστικός [< γαλλ. anticommuniste, αγγλ. anticommunist, 1934] | |
| 4562 | αντικομφορμισμός | [ἀντικομφορμισμός] α-ντι-κομ-φορ-μι-σμός ουσ. (αρσ.): στάση ζωής και ιδεολογία αντίθετη στον κομφορμισμό· αντισυμβατικότητα. [< γαλλ. anticonformisme, περ. 1950] | |
| 4563 | αντικομφορμιστής | [ἀντικομφορμιστής] α-ντι-κομ-φορ-μι-στής ουσ. (αρσ.) {(σπανιότ.) θηλ. αντικομφορμίστρια}: πρόσωπο που αντιτίθεται στον κομφορμισμό: ακραίος ~. ~ και επαναστάτης/ριζοσπάστης. ΑΝΤ. κομφορμιστής [< γαλλ. anticonformiste, 1953] | |
| 4564 | αντικομφορμιστικός | , ή, ό [ἀντικομφορμιστικός] α-ντι-κομ-φορ-μι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον αντικομφορμισμό ή στον αντικομφορμιστή: ~ή: στάση/συμπεριφορά. Ελεύθερο και ~ό πνεύμα. Πβ. αντιδραστ-, ριζοσπαστ-ικός. ΣΥΝ. αντισυμβατικός (1) ΑΝΤ. κομφορμιστικός, συμβατικός (1) ● επίρρ.: αντικομφορμιστικά [< γαλλ. anticonformiste, 1953] | |
| 4565 | αντικουάρκ | [ἀντικουάρκ] α-ντι-κου-άρκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. αντισωματίδιο του κουάρκ. [< αμερικ. antiquark, 1964] | |
| 4566 | αντικουλτούρα | [ἀντικουλτούρα] α-ντι-κουλ-τού-ρα ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σύνολο πολιτισμικών αντιλήψεων, τάσεων και τρόπων ζωής που αντιστρατεύονται την κυρίαρχη κουλτούρα και εισάγουν νέους κανόνες και αξίες. Βλ. αντισυμβατικότητα, υποκουλτούρα. [< αγγλ. counterculture, 1947, γαλλ. contre-culture, 1971] | |
| 4567 | αντικραδασμικός | , ή, ό [ἀντικραδασμικός] α-ντι-κρα-δα-σμι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που απορροφά τους κραδασμούς: ~ός: άξονας/μηχανισμός/τάπητας. ~ή: βάση/λαβή. ~ό: δάπεδο/υλικό. || (σπάν.-ως ουσ.) ~ό χορδών (: για ρακέτες του τένις). [< γαλλ. antivibratoire] | |
| 4568 | αντικρατικός | , ή, ό [ἀντικρατικός] α-ντι-κρα-τι-κός επίθ.: που στρέφεται ενάντια στο κράτος: ~ές: ενέργειες. ~ά: συνθήματα. Βλ. αντεθνικός, αντι-εξουσιαστικός, -καθεστωτικός. [< γαλλ. antiétatique] | |
| 4569 | αντικρατισμός | [ἀντικρατισμός] α-ντι-κρα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. ιδεολογία που αντιτίθεται στον κρατισμό και τον συγκεντρωτισμό. [< γαλλ. anti-étatisme, αγγλ. anti-statism] | |
| 4570 | αντικρατιστής | [ἀντικρατιστής] α-ντι-κρα-τι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του αντικρατισμού. Βλ. αναρχικός, αντιεξουσιαστής. ΑΝΤ. κρατιστής [< γαλλ. anti-étatiste] | |
| 4571 | αντικρίζω | [ἀντικρίζω] α-ντι-κρί-ζω ρ. (μτβ.) {αντίκρι-σα, αντικρί-σω, αντικρίζ-οντας} 1. βλέπω κάποιον ή κάτι απέναντί μου, κοιτάζω: Την πρώτη φορά που τον ~σα (: συνάντησα) ... Ντρέπομαι να τον ~σω στα μάτια. 2. (μτφ.-συχνά λογοτ.) αντιμετωπίζω: ~ την αλήθεια κατάματα/το μέλλον με αισιοδοξία. Πβ. αντεπεξέρχομαι. ● αντικρίζει: βρίσκεται απέναντι σε κάτι, έχει θέα προς ορισμένη κατεύθυνση: Σπίτι που ~ τη θάλασσα. ΣΥΝ. βλέπει [παλαιότ. ορθογρ. αντικρύζω] | |
| 4572 | αντικρινός | , ή, ό [ἀντικρινός] α-ντι-κρι-νός επίθ.: που βρίσκεται απέναντι: ~ή: ακτή/στεριά. ~ό: μπαλκόνι. ΣΥΝ. αντικριστός (1) ● επίρρ.: αντικρινά: Πβ. αντίπερα, απέναντι. [παλαιότ. ορθογρ. αντικρυνός] | |
| 4573 | αντίκρισμα | [ἀντίκρισμα] α-ντί-κρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) ισχύς, αποτέλεσμα, αντίκτυπος: Ισχυρισμοί που δεν έχουν ~ αλήθειας (: είναι αβάσιμοι, αναληθείς). Παραδείγματα χωρίς χρηστικό ~ (: δεν απαντούν συχνά στον λόγο).|| Άμεσο/πολιτικό ~ (= επίδραση). 2. ΟΙΚΟΝ. ποσό που έχει κατατεθεί σε τράπεζα με σκοπό την έκδοση επιταγών: εμπορικό ~. ~ σε χρυσό. 3. θέα, κοίταγμα: Ταράχτηκε στο ~ά του. ● ΦΡ.: χωρίς αντίκρισμα & (λόγ.) άνευ αντικρίσματος: χωρίς αντιστοιχία, αποτέλεσμα ή νόημα: πτυχίο ~ ~ (: στην αγορά εργασίας). Εξαγγελίες/θυσίες/υποσχέσεις ~ ~ (: ανούσιες, μάταιες).|| (ΟΙΚΟΝ.) Επιταγές ~ ~ (= ακάλυπτες). [< γαλλ. sans provision] [< 2: γαλλ. couverture, provision] | |
| 4574 | αντικριστής | [ἀντικριστής] α-ντι-κρι-στής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. υπάλληλος εταιρείας, ο οποίος πραγματοποιεί χρηματιστηριακές συναλλαγές, κυρ. αγοραπωλησίες μετοχών. Πβ. χρηματιστής. | |
| 4575 | αντικριστός | , ή, ό [ἀντικριστός] α-ντι-κρι-στός επίθ. 1. αντικρινός: ~ές: πόρτες. Κείμενο και μετάφραση σε ~ές σελίδες. 2. (σπάν.) που γίνεται σε αντιπαράθεση με άλλο ομοειδές: ~ές: μαντινάδες (: που δημιουργούνται για να δώσουν απάντηση σε άλλες μαντινάδες). ● επίρρ.: αντικριστά ● ΣΥΜΠΛ.: αντικριστός (χορός): παραδοσιακός χορός με ζεύγη χορευτών που χορεύουν ο ένας απέναντι από τον άλλον: ~ Θράκης/Μακεδονίας. Βλ. ζευγαρωτός, καρσιλαμάς, κυκλικός, σούστα. | |
| 4576 | αντικροτικός | , ή, ό [ἀντικροτικός] α-ντι-κρο-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που βελτιώνει την απόδοση των καυσίμων, αυξάνοντας τον αριθμό των οκτανίων τους, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος προανάφλεξης: ~ά: παρασκευάσματα. ● Ουσ.: αντικροτικά (τα) {σπάν. στον εν.}: χημικές ουσίες με αντίστοιχη δράση. [< γαλλ. antidétonant, 1927] | |
| 4577 | αντικρουόμενος | , η, ο [ἀντικρουόμενος] α-ντι-κρου-ό-με-νος επίθ. {συνηθέστ. στον πληθ.}: που αντιτίθεται σε κάτι άλλο: ~οι: όροι/στόχοι. ~ες: αποφάσεις/απόψεις/εκτιμήσεις/έννοιες/θέσεις/πληροφορίες. ~α: επιχειρήματα/συμπεράσματα/συμφέροντα/συναισθήματα. Πβ. αντιφατικός, ασύμβατος. ● βλ. αντικρούω | |
| 4578 | αντίκρουση | [ἀντίκρουση] α-ντί-κρου-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αντικρούω: νομική ~. ~ ισχυρισμών. Ανάπτυξη και ~ επιχειρημάτων (βλ. αντεπιχείρημα). Υπόμνημα ~ης. Πβ. αναίρεση, ανα-σκευή, -τροπή, κατάρριψη. [< μτγν. ἀντίκρουσις ‘ανταπάντηση’] | |
| 4579 | αντικρούω | [ἀντικρούω] α-ντι-κρού-ω ρ. (μτβ.) {αντέκρου-σα, αντικρού-οντας}: αντιμετωπίζω λόγια, απόψεις, κατηγορίες με επιχειρήματα: ~ την άποψη/τις δηλώσεις (κάποιου)/μια υπόθεση/έναν χαρακτηρισμό. Πβ. αναιρώ, ανασκευάζω, ανατρέπω, καταρρίπτω. ● βλ. αντικρουόμενος [< αρχ. ἀντικρούω ‘αποκρούω, φέρνω αντίσταση’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ