| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54494 | φασκελώνω | φα-σκε-λώ-νω ρ. (μτβ.) {φασκέλω-σε, φασκελώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (προφ.): μουντζώνω. || (μτφ.) Όλα στραβά μου πάνε, λες και μ' έχουν ~σει (: γκαντεμιάσει). [< μεσν. σφακελώνω] | |
| 54495 | φασκιά | φα-σκιά ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): μακρόστενο κομμάτι υφάσματος, με το οποίο τύλιγαν τα βρέφη από τον λαιμό μέχρι τα πόδια. Βλ. γεννοφάσκια. ΣΥΝ. σπάργανα [< μτγν. φασκία] | |
| 54496 | φάσκιωμα | φά-σκιω-μα ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φασκιώνω. ΣΥΝ. σπαργάνωμα | |
| 54497 | φασκιώνω | φα-σκιώ-νω ρ. (μτβ.) {φάσκιω-σε, φασκιώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (παλαιότ.): τυλίγω βρέφος με φασκιά: ~μένο: μωρό. ΣΥΝ. σπαργανώνω.|| (κατ' επέκτ.-εμφατ.) ~μένος με γάζες. ~μένη (= κουκουλωμένη) με γάντια, παλτό και σκούφο (= ντυμένη σαν κρεμμύδι). [< μεσν. φασκιώνω] | |
| 54498 | φασκομηλιά | φα-σκο-μη-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. θαμνώδες αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Salvia officinalis, Salvia fruticosa) με βιολετί άνθη, που φύονται κατά σπονδύλους, και γκρίζα-πράσινα λογχοειδή χνουδωτά φύλλα, τα οποία βράζονται και πίνονται ως αφέψημα ή χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα. Βλ. βότανα. ΣΥΝ. αλισφακιά, ελελίφασκος, σάλβια [< μεσν. φασκομηλία] | |
| 54499 | φασκόμηλο | φα-σκό-μη-λο ουσ. (ουδ.): φασκομηλιά· ιδ. συνεκδ. αφέψημα που παρασκευάζεται από τα φύλλα της: ~ για τον πονόλαιμο/το συνάχι. Βλ. βότανα, τίλιο, χαμομήλι. | |
| 54500 | φάσκω | φά-σκω ρ. (αμτβ.) (λόγ.): στη ● ΦΡ.: φάσκει και αντιφάσκει: για κάποιον που υποστηρίζει κάτι και μετά το αναιρεί, που ο λόγος του χαρακτηρίζεται από ανακολουθία και ασυνέπεια. [< αρχ. φάσκω ‘λέω’] | |
| 54501 | φάσμα | φά-σμα ουσ. (ουδ.) {φάσμ-ατος | -ατα} 1. ΦΥΣ. οπτικό φαινόμενο (χρωματική ταινία) που προκύπτει κατά την ανάλυση ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας στα συστατικά της μήκη κύματος (χρώματα): ορατό ~. Συνεχές ή γραμμικό ~ εκπομπής (ή απορρόφησης) ενός στοιχείου. ~ υπεριώδους/υπερύθρου (= θερμικό ~).|| (για ακουστικό σήμα:) ~ ραδιοσυχνοτήτων (βλ. ραδιο~). Βλ. μπάντα.|| Το ηλεκτρομαγνητικό ~ (: το εύρος των συχνοτήτων που καλύπτουν τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα).|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Το ηλιακό ~.|| Ανάλυση ~ατος (βλ. κυματομορφή). Φως στενού ~ατος (βλ. λεντ). Βλ. φασματο-γραφία, -σκοπία. 2. (μτφ.) γκάμα, πεδίο, πλαίσιο: μεγάλο ~ δραστηριοτήτων/δυνατοτήτων/επιλογών/εφαρμογών. Σε όλο το πολιτικό ~. Η εταιρεία έχει διευρύνει το ~ των συνεργασιών της. Αντιβιοτικά/υπηρεσίες ευρέος ~ατος. Υφάσματα που καλύπτουν ένα εντυπωσιακό ~ χρωμάτων/χρωματικό ~. Όλο το ~ εργασιών. Πβ. κλίμακα, περιοχή, ποικιλία, σφαίρα, τομέας. 3. (μτφ.) απειλή, κίνδυνος: υπό το ~ (πβ. υπό το κράτος) της ανεργίας/περιθωριοποίησης. Αντιμέτωποι με το ~ του θανάτου/της πείνας/του πολέμου/της φτώχειας. Πβ. φάντασμα, φόβητρο. [< πβ. αρχ. φάσμα ‘φάντασμα, οπτασία, ουράνιο σημάδι’, γαλλ. spectre] | |
| 54502 | φασματικός | , ή, ό φα-σμα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με το φάσμα: ~ός: τύπος (αστεριού). ~ή: ανάλυση (φωνής). ~ό: διάγραμμα. ~ές: γραμμές. Βλ. πολυ~. [< μεσν. φασματικός 'φανταστικός', γαλλ. spectral] | |
| 54503 | φασματογράφημα | φα-σμα-το-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. οπτική απεικόνιση φάσματος: ~ ευρείας ζώνης. [< γαλλ. spectrogramme, 1910, αγγλ. spectrogram] | |
| 54504 | φασματογραφία | φα-σμα-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. λήψη και απεικόνιση φάσματος μέσω φασματογράφου: ~ αερίων/ακτίνων γ/μάζας. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. spectrographie, αγγλ. spectrography, 1900] | |
| 54505 | φασματογράφος | φα-σμα-το-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. όργανο που καταγράφει το φάσμα της ακτινοβολίας, την οποία εκπέμπει στερεή, υγρή ή αέρια ουσία, με σκοπό τον ποσοτικό και ποιοτικό προσδιορισμό της χημικής της σύνθεσης: υπέρυθρος ~. ~ ακτίνων γάμμα/απεικόνισης/μάζας. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. spectrographe, 1902, αγγλ. spectrograph] | |
| 54506 | φασματόμετρο | φα-σμα-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. εργαστηριακό όργανο που χρησιμοποιείται στη φασματοσκοπική ανάλυση για να μετρά τις σχετικές τιμές των εντάσεων των φασματικών γραμμών, οι οποίες αποτελούν το φάσμα μιας ουσίας. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. spectromètre, αγγλ. spectrometer] | |
| 54507 | φασματοσκοπία | φα-σμα-το-σκο-πί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την ανάλυση και εξέταση του φάσματος: ατομική/δονητική/μοριακή ~. ~ απορρόφησης/μάζας/υπεριώδους/υπερύθρου. Βλ. -σκοπία. [< γαλλ. spectroscopie, αγγλ. spectroscopy] | |
| 54508 | φασματοσκοπικός | , ή, ό φα-σμα-το-σκο-πι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη φασματοσκοπία: ~ή: ανάλυση. [< γαλλ. spectroscopique, αγγλ. spectroscopic] | |
| 54509 | φασματοφωτομετρία | φα-σμα-το-φω-το-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μέθοδος για την εξακρίβωση της δομής και την ταυτοποίηση μιας ουσίας, μέσω μέτρησης της ακτινοβολίας που έχει απορροφηθεί από αυτή: ~ ορατού/υπεριώδους/υπερύθρου (φωτός). ~ ατομικής απορρόφησης. Βλ. χρωματογραφία, -μετρία. [< αγγλ. spectrophotometry, γαλλ. spectrophotométrie] | |
| 54510 | φασματοφωτομετρικός | , ή, ό φα-σμα-το-φω-το-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη φασματοφωτομετρία: ~ός: προσδιορισμός (σιδήρου). ~ή: ανάλυση ουσιών. [< αγγλ. spectrophotometric, γαλλ. spectrophotométrique] | |
| 54511 | φασματοφωτόμετρο | φα-σμα-το-φω-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. όργανο φασματοφωτομετρίας. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. spectrophotometer, γαλλ. spectrophotomètre] | |
| 54512 | φασολάδα | φα-σο-λά-δα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) φασουλάδα: ΜΑΓΕΙΡ. σούπα από ξερά φασόλια: αχνιστή/παραδοσιακή/πατροπαράδοτη/χυλωμένη ~. ~ με καρότα και σέλινο/με λουκάνικο. || ~ στο φούρνο. Βλ. -άδα. ● Υποκ.: φασολαδίτσα | |
| 54513 | φασολάκι | φα-σο-λά-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (λαϊκό) φασουλάκι: ΒΟΤ. ο χλωρός λοβός της φασολιάς· (συνεκδ.-στον πληθ.) το αντίστοιχο φαγητό: πράσινα/φρέσκα ~ια. Καθαρίζω ~ια (βλ. κλωστή, νεύρο). Πβ. αμπελοφάσουλα, ζαργάνα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ια γιαχνί/κοκκινιστά (με πατάτες)/χάντρες (με ντομάτα). Βλ. λαδερό. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ