| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54485 | φασισταριό | φα-σι-στα-ριό ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): φασίστας ή (συνήθ. περιληπτ.) ομάδα φασιστών. Βλ. -αριό. | |
| 54486 | φασίστας | φα-σί-στας ουσ. (αρσ.) {φασιστών} , φασίστρια (η) 1. οπαδός του φασισμού. Πβ. ναζιστής, φασισταριό, φασιστόμουτρο. Βλ. νεο~.|| (ως επίθ.) ~ δικτάτορας/στρατηγός. Βλ. -ίστας. ΑΝΤ. αντιφασίστας 2. (μτφ.) άτομο με αυταρχική, δεσποτική συμπεριφορά. ● Υποκ.: φασιστάκι (το) ● Μεγεθ.: φασισταράς (ο) [< ιταλ. fascista, 1911, γαλλ. ~, 1921-1922] | |
| 54487 | φασιστικοποίηση | φα-σι-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & φασιστοποίηση: εκφασισμός. [< αγγλ. fascistization, 1925, fascization, 1937] | |
| 54488 | φασιστικός | , ή, ό φα-σι-στι-κός επίθ. 1. ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον φασισμό: ~ός: χαιρετισμός. ~ή: βία/θηριωδία/οργάνωση. ~ό: καθεστώς/κόμμα/πραξικόπημα. Πβ. ναζιστ-, ολοκληρωτ-ικός. Βλ. νεο~. ΑΝΤ. αντιφασιστικός 2. (μτφ.) αυταρχικός και απολυταρχικός: ~ός: χαρακτήρας (της επίθεσης). ~ή: νοοτροπία. ~ά: μέτρα. Πβ. δεσποτ-, χουντ-ικός, φασίζων. ● επίρρ.: φασιστικά | |
| 54489 | φασιστοειδής | , ής, ές φα-σι-στο-ει-δής επίθ. (λόγ.-μειωτ.): που τείνει προς τον φασισμό: ~είς: απόψεις. Πβ. φασιστικός.|| (ως ουσ.) Τα ~ή (= οι φασίστες). Βλ. -ειδής. [< ιταλ. fascistoide, 1944, αγγλ. fascistoid, 1958] | |
| 54490 | φασιστόμουτρο | φα-σι-στό-μου-τρο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): φασίστας. Βλ. -μουτρο. | |
| 54491 | φάσκελο | φά-σκε-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μούντζα: Πάρε ένα ~ (= όρσε)! Του έδωσε/έριξε (ένα περιποιημένο) ~ (= τον φασκέλωσε). Έφαγε ~. Πβ. το παράσημο/το βραβείο της ανοιχτής παλάμης. [< μεσν. σφάκελος 'μεσαίο δάχτυλο'] | |
| 54492 | φασκελοκουκούλωστα | φα-σκε-λο-κου-κού-λω-στα & φασκελοκουκούλωσ' τα (προφ.): για να δηλωθεί απογοήτευση για κάτι που δεν αλλάζει ή δεν διορθώνεται: Άπαξ και γίνει η στραβή, ~. ΣΥΝ. άστα βράστα | |
| 54493 | φασκέλωμα | φα-σκέ-λω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): μούντζωμα: Έφαγε ~. [< μεσν. σφακέλωμαν] | |
| 54494 | φασκελώνω | φα-σκε-λώ-νω ρ. (μτβ.) {φασκέλω-σε, φασκελώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (προφ.): μουντζώνω. || (μτφ.) Όλα στραβά μου πάνε, λες και μ' έχουν ~σει (: γκαντεμιάσει). [< μεσν. σφακελώνω] | |
| 54495 | φασκιά | φα-σκιά ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): μακρόστενο κομμάτι υφάσματος, με το οποίο τύλιγαν τα βρέφη από τον λαιμό μέχρι τα πόδια. Βλ. γεννοφάσκια. ΣΥΝ. σπάργανα [< μτγν. φασκία] | |
| 54496 | φάσκιωμα | φά-σκιω-μα ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φασκιώνω. ΣΥΝ. σπαργάνωμα | |
| 54497 | φασκιώνω | φα-σκιώ-νω ρ. (μτβ.) {φάσκιω-σε, φασκιώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (παλαιότ.): τυλίγω βρέφος με φασκιά: ~μένο: μωρό. ΣΥΝ. σπαργανώνω.|| (κατ' επέκτ.-εμφατ.) ~μένος με γάζες. ~μένη (= κουκουλωμένη) με γάντια, παλτό και σκούφο (= ντυμένη σαν κρεμμύδι). [< μεσν. φασκιώνω] | |
| 54498 | φασκομηλιά | φα-σκο-μη-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. θαμνώδες αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Salvia officinalis, Salvia fruticosa) με βιολετί άνθη, που φύονται κατά σπονδύλους, και γκρίζα-πράσινα λογχοειδή χνουδωτά φύλλα, τα οποία βράζονται και πίνονται ως αφέψημα ή χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα. Βλ. βότανα. ΣΥΝ. αλισφακιά, ελελίφασκος, σάλβια [< μεσν. φασκομηλία] | |
| 54499 | φασκόμηλο | φα-σκό-μη-λο ουσ. (ουδ.): φασκομηλιά· ιδ. συνεκδ. αφέψημα που παρασκευάζεται από τα φύλλα της: ~ για τον πονόλαιμο/το συνάχι. Βλ. βότανα, τίλιο, χαμομήλι. | |
| 54500 | φάσκω | φά-σκω ρ. (αμτβ.) (λόγ.): στη ● ΦΡ.: φάσκει και αντιφάσκει: για κάποιον που υποστηρίζει κάτι και μετά το αναιρεί, που ο λόγος του χαρακτηρίζεται από ανακολουθία και ασυνέπεια. [< αρχ. φάσκω ‘λέω’] | |
| 54501 | φάσμα | φά-σμα ουσ. (ουδ.) {φάσμ-ατος | -ατα} 1. ΦΥΣ. οπτικό φαινόμενο (χρωματική ταινία) που προκύπτει κατά την ανάλυση ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας στα συστατικά της μήκη κύματος (χρώματα): ορατό ~. Συνεχές ή γραμμικό ~ εκπομπής (ή απορρόφησης) ενός στοιχείου. ~ υπεριώδους/υπερύθρου (= θερμικό ~).|| (για ακουστικό σήμα:) ~ ραδιοσυχνοτήτων (βλ. ραδιο~). Βλ. μπάντα.|| Το ηλεκτρομαγνητικό ~ (: το εύρος των συχνοτήτων που καλύπτουν τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα).|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Το ηλιακό ~.|| Ανάλυση ~ατος (βλ. κυματομορφή). Φως στενού ~ατος (βλ. λεντ). Βλ. φασματο-γραφία, -σκοπία. 2. (μτφ.) γκάμα, πεδίο, πλαίσιο: μεγάλο ~ δραστηριοτήτων/δυνατοτήτων/επιλογών/εφαρμογών. Σε όλο το πολιτικό ~. Η εταιρεία έχει διευρύνει το ~ των συνεργασιών της. Αντιβιοτικά/υπηρεσίες ευρέος ~ατος. Υφάσματα που καλύπτουν ένα εντυπωσιακό ~ χρωμάτων/χρωματικό ~. Όλο το ~ εργασιών. Πβ. κλίμακα, περιοχή, ποικιλία, σφαίρα, τομέας. 3. (μτφ.) απειλή, κίνδυνος: υπό το ~ (πβ. υπό το κράτος) της ανεργίας/περιθωριοποίησης. Αντιμέτωποι με το ~ του θανάτου/της πείνας/του πολέμου/της φτώχειας. Πβ. φάντασμα, φόβητρο. [< πβ. αρχ. φάσμα ‘φάντασμα, οπτασία, ουράνιο σημάδι’, γαλλ. spectre] | |
| 54502 | φασματικός | , ή, ό φα-σμα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με το φάσμα: ~ός: τύπος (αστεριού). ~ή: ανάλυση (φωνής). ~ό: διάγραμμα. ~ές: γραμμές. Βλ. πολυ~. [< μεσν. φασματικός 'φανταστικός', γαλλ. spectral] | |
| 54503 | φασματογράφημα | φα-σμα-το-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. οπτική απεικόνιση φάσματος: ~ ευρείας ζώνης. [< γαλλ. spectrogramme, 1910, αγγλ. spectrogram] | |
| 54504 | φασματογραφία | φα-σμα-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. λήψη και απεικόνιση φάσματος μέσω φασματογράφου: ~ αερίων/ακτίνων γ/μάζας. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. spectrographie, αγγλ. spectrography, 1900] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ