| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54514 | φασόλια | φα-σό-λια ουσ. (ουδ.) (τα) {φασολ-ιών | σπανιότ. στον εν. φασόλι}: ΒΟΤ. οι εδώδιμοι σπόροι της φασολιάς που περικλείονται σε λοβό· συνεκδ. το αντίστοιχο φαγητό: αποξηραμένα ή ξερά (βλ. όσπρια)/βιολογικά/κόκκινα (βλ. μπουρίτο, τορτίγια, τσίλι κον κάρνε)/κονσερβοποιημένα/λευκά ή άσπρα ~. ~ γίγαντες/ελέφαντες/μπαρμπούνια (= μπαρμπουνοφάσουλα)/πλακέ/σόγιας.|| Πράσινα ~. Βλαστάρια/φύτρα ~ιών. Βράζω/μουλιάζω/σουρώνω τα ~. Πβ. τσαουλί. Βλ. κουκιά.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γιαχνί/σαλάτα/φούρνου. Βλ. μινεστρόνε. ● ΣΥΜΠΛ.: μαυρομάτικα (φασόλια) βλ. μαυρομάτης, μαυρομάτα, φασόλια πιαζ βλ. πιαζ [< μεσν. φασόλι(ν)] | |
| 54515 | φασολιά | φα-σο-λιά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) φασουλιά: ΒΟΤ. κοινή ονομασία του φυτού Phaseolus της οικογένειας των ψυχανθών, που περιλαμβάνει διακόσια περ. είδη μονοετούς ή πολυετούς καλλιέργειας, θαμνώδη ή αναρριχητικά, των οποίων οι χλωροί λοβοί και οι σπόροι καταναλώνονται ως τροφή. Βλ. ανθράκωση, σόγια. ΣΥΝ. φασίολος | |
| 54516 | φασόν | φα-σόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εργασία που γίνεται σύμφωνα με ορισμένο πρότυπο, το οποίο έχει καθοριστεί από την εταιρεία που δίνει την παραγγελία για αυτή: (ως επίθ.) βιοτεχνία/παραγωγή ~. Παρέχει υπηρεσίες ~. Συνεργείο ~ για ραφή ρούχων (βλ. πατρόν).|| (κατ' επέκτ.) Φάρμακα ~ (= γενόσημα).|| (ως επίρρ.) Δουλεύει ~. [< γαλλ. façon] | |
| 54517 | φασοπερίστερο | βλ. φασσοπερίστερο | |
| 54518 | φασουλής | φα-σου-λής ουσ. (αρσ.) {φασουλ-ήδες} 1. ΛΑΟΓΡ. κωμικός ήρωας κουκλοθέατρου, άσχημος, αλλά έξυπνος· συνεκδ. το αντίστοιχο κουκλοθέατρο. 2. (μτφ., για πρόσ.) γελοίος, φαιδρός. Πβ. καραγκιόζης, παλιάτσος. | |
| 54519 | φασούλι | φα-σού-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): φασόλι. Στη ● ΦΡ.: φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι (παροιμ.): με συστηματική αποταμίευση μικρών χρηματικών ποσών δημιουργείται σταδιακά μεγάλο οικονομικό απόθεμα. [< μεσν. φασούλιν] | |
| 54520 | φασουλιά | βλ. φασολιά | |
| 54521 | φάσσα | φάσ-σα ουσ. (θηλ.) & φάσα: ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό πτηνό που μοιάζει με περιστέρι (επιστ. ονομασ. Columba palumbus), έχει γαλάζιο λαιμό με δύο χαρακτηριστικές λευκές κηλίδες, σκουρόχρωμη πλάτη και από μία λευκή λωρίδα σε κάθε φτερούγα. Βλ. φασσοπερίστερο. [< αρχ. φάσσα ‘αγριοπερίστερο’] | |
| 54522 | φασσοπερίστερο | φασ-σο-πε-ρί-στε-ρο ουσ. (ουδ.) & φασοπερίστερο: ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Columba oenas), που μοιάζει με τη φάσσα, αλλά έχει πιο κοντές μαύρες ραβδώσεις στις φτερούγες και μια πράσινη κηλίδα στον λαιμό. | |
| 54523 | φαστ τρακ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): γρήγορος τρόπος για την επίτευξη ενός σκοπού: ~ στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων.|| (ως επίθ.) Νομοσχέδιο για ~ επενδύσεις (: με παράκαμψη της γραφειοκρατίας). [< αμερικ. fast track, 1975] | |
| 54524 | φαστ φουντ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φαστ-φουντ: γρήγορο φαγητό που παρασκευάζεται και σερβίρεται σε συγκεκριμένα εστιατόρια ταχείας εξυπηρέτησης· συνεκδ. το αντίστοιχο εστιατόριο: αλυσίδα (μαγαζιών) ~ (= φαστφουντάδικων). Τροφές ~. Βλ. πλαστικό φαγητό, τζανκ φουντ.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Διαδικασία ~. [< αμερικ. fast-food, 1951, γαλλ. ~, 1972] | |
| 54525 | φαστφουντάδικο | φαστ-φου-ντά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μαγαζί φαστ φουντ: αμερικανικό ~. Πβ. χαμπουργκεράδικο. Βλ. -άδικο. ΣΥΝ. ταχυεστιατόριο, ταχυφαγείο | |
| 54526 | φάσωμα | φά-σω-μα ουσ. (ουδ.) (νεαν. αργκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φασώνω. Πβ. πασπάτεμα, χαϊδολόγημα, χαμούρεμα, χούφτωμα. Βλ. κουτούπωμα. | |
| 54527 | φασώνομαι | φα-σώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {φασώ-θηκε, -θεί} (νεαν. αργκό): ανταλλάσσω ερωτικά χάδια και φιλιά, ερωτοτροπώ. Πβ. κάνω φάση, μπαλαμουτιάζω, πασπατεύω, χαϊδολογώ, χαμουρεύομαι, χουφτώνω. Βλ. κουτουπώνω. | |
| 54528 | φάτα μοργκάνα | φά-τα μορ-γκά-να ουσ. (θηλ.): ΟΠΤ. -ΜΕΤΕΩΡ. οπτικό φαινόμενο αντικατοπτρισμού στην επιφάνεια της θάλασσας, που οφείλεται σε θερμοκρασιακή αναστροφή. [< ιταλ. Fata Morgana] | |
| 54529 | φαταλισμός | φα-τα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία κατά την οποία όλα τα γεγονότα καθορίζονται εκ των προτέρων από τη μοίρα και δεν είναι δυνατόν να αλλάξουν με την ανθρώπινη παρέμβαση· γενικότ. μοιρολατρία. Βλ. ντετερμινισμός, -ισμός. [< γαλλ. fatalisme] | |
| 54530 | φαταλιστής | φα-τα-λι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φαταλίστρια}: οπαδός του φαταλισμού· γενικότ. μοιρολάτρης. [< γαλλ. fataliste] | |
| 54531 | φαταλιστικός | , ή, ό φα-τα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φαταλισμό ή τον φαταλιστή: ~ή: αντίληψη/προσέγγιση. ΣΥΝ. μοιρολατρικός ● επίρρ.: φαταλιστικά [< γαλλ. fataliste] | |
| 54532 | φαταούλας | φα-τα-ού-λας ουσ. (αρσ.) {-ες κ. -ηδες | θηλ. φαταούλα} (προφ.): αχόρταγος, λαίμαργος άνθρωπος· κατ' επέκτ. άπληστος, πλεονέκτης. Πβ. καταβόθρα, μονοφαγάς, φαγάνα, φαγάς. | |
| 54533 | φατζ | ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. (στην αγγλοσαξονική κουζίνα) γλυκό επιδόρπιο που παρασκευάζεται από σιρόπι, βούτυρο, γάλα και μπαχαρικά, με προσθήκη συνήθ. ξηρών καρπών, φρούτων, σοκολάτας ή καφέ. [< αγγλ. fudge] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ