| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54505 | φασματογράφος | φα-σμα-το-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. όργανο που καταγράφει το φάσμα της ακτινοβολίας, την οποία εκπέμπει στερεή, υγρή ή αέρια ουσία, με σκοπό τον ποσοτικό και ποιοτικό προσδιορισμό της χημικής της σύνθεσης: υπέρυθρος ~. ~ ακτίνων γάμμα/απεικόνισης/μάζας. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. spectrographe, 1902, αγγλ. spectrograph] | |
| 54506 | φασματόμετρο | φα-σμα-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. εργαστηριακό όργανο που χρησιμοποιείται στη φασματοσκοπική ανάλυση για να μετρά τις σχετικές τιμές των εντάσεων των φασματικών γραμμών, οι οποίες αποτελούν το φάσμα μιας ουσίας. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. spectromètre, αγγλ. spectrometer] | |
| 54507 | φασματοσκοπία | φα-σμα-το-σκο-πί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την ανάλυση και εξέταση του φάσματος: ατομική/δονητική/μοριακή ~. ~ απορρόφησης/μάζας/υπεριώδους/υπερύθρου. Βλ. -σκοπία. [< γαλλ. spectroscopie, αγγλ. spectroscopy] | |
| 54508 | φασματοσκοπικός | , ή, ό φα-σμα-το-σκο-πι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη φασματοσκοπία: ~ή: ανάλυση. [< γαλλ. spectroscopique, αγγλ. spectroscopic] | |
| 54509 | φασματοφωτομετρία | φα-σμα-το-φω-το-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μέθοδος για την εξακρίβωση της δομής και την ταυτοποίηση μιας ουσίας, μέσω μέτρησης της ακτινοβολίας που έχει απορροφηθεί από αυτή: ~ ορατού/υπεριώδους/υπερύθρου (φωτός). ~ ατομικής απορρόφησης. Βλ. χρωματογραφία, -μετρία. [< αγγλ. spectrophotometry, γαλλ. spectrophotométrie] | |
| 54510 | φασματοφωτομετρικός | , ή, ό φα-σμα-το-φω-το-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη φασματοφωτομετρία: ~ός: προσδιορισμός (σιδήρου). ~ή: ανάλυση ουσιών. [< αγγλ. spectrophotometric, γαλλ. spectrophotométrique] | |
| 54511 | φασματοφωτόμετρο | φα-σμα-το-φω-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. όργανο φασματοφωτομετρίας. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. spectrophotometer, γαλλ. spectrophotomètre] | |
| 54512 | φασολάδα | φα-σο-λά-δα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) φασουλάδα: ΜΑΓΕΙΡ. σούπα από ξερά φασόλια: αχνιστή/παραδοσιακή/πατροπαράδοτη/χυλωμένη ~. ~ με καρότα και σέλινο/με λουκάνικο. || ~ στο φούρνο. Βλ. -άδα. ● Υποκ.: φασολαδίτσα | |
| 54513 | φασολάκι | φα-σο-λά-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (λαϊκό) φασουλάκι: ΒΟΤ. ο χλωρός λοβός της φασολιάς· (συνεκδ.-στον πληθ.) το αντίστοιχο φαγητό: πράσινα/φρέσκα ~ια. Καθαρίζω ~ια (βλ. κλωστή, νεύρο). Πβ. αμπελοφάσουλα, ζαργάνα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ια γιαχνί/κοκκινιστά (με πατάτες)/χάντρες (με ντομάτα). Βλ. λαδερό. | |
| 54514 | φασόλια | φα-σό-λια ουσ. (ουδ.) (τα) {φασολ-ιών | σπανιότ. στον εν. φασόλι}: ΒΟΤ. οι εδώδιμοι σπόροι της φασολιάς που περικλείονται σε λοβό· συνεκδ. το αντίστοιχο φαγητό: αποξηραμένα ή ξερά (βλ. όσπρια)/βιολογικά/κόκκινα (βλ. μπουρίτο, τορτίγια, τσίλι κον κάρνε)/κονσερβοποιημένα/λευκά ή άσπρα ~. ~ γίγαντες/ελέφαντες/μπαρμπούνια (= μπαρμπουνοφάσουλα)/πλακέ/σόγιας.|| Πράσινα ~. Βλαστάρια/φύτρα ~ιών. Βράζω/μουλιάζω/σουρώνω τα ~. Πβ. τσαουλί. Βλ. κουκιά.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γιαχνί/σαλάτα/φούρνου. Βλ. μινεστρόνε. ● ΣΥΜΠΛ.: μαυρομάτικα (φασόλια) βλ. μαυρομάτης, μαυρομάτα, φασόλια πιαζ βλ. πιαζ [< μεσν. φασόλι(ν)] | |
| 54515 | φασολιά | φα-σο-λιά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) φασουλιά: ΒΟΤ. κοινή ονομασία του φυτού Phaseolus της οικογένειας των ψυχανθών, που περιλαμβάνει διακόσια περ. είδη μονοετούς ή πολυετούς καλλιέργειας, θαμνώδη ή αναρριχητικά, των οποίων οι χλωροί λοβοί και οι σπόροι καταναλώνονται ως τροφή. Βλ. ανθράκωση, σόγια. ΣΥΝ. φασίολος | |
| 54516 | φασόν | φα-σόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εργασία που γίνεται σύμφωνα με ορισμένο πρότυπο, το οποίο έχει καθοριστεί από την εταιρεία που δίνει την παραγγελία για αυτή: (ως επίθ.) βιοτεχνία/παραγωγή ~. Παρέχει υπηρεσίες ~. Συνεργείο ~ για ραφή ρούχων (βλ. πατρόν).|| (κατ' επέκτ.) Φάρμακα ~ (= γενόσημα).|| (ως επίρρ.) Δουλεύει ~. [< γαλλ. façon] | |
| 54517 | φασοπερίστερο | βλ. φασσοπερίστερο | |
| 54518 | φασουλής | φα-σου-λής ουσ. (αρσ.) {φασουλ-ήδες} 1. ΛΑΟΓΡ. κωμικός ήρωας κουκλοθέατρου, άσχημος, αλλά έξυπνος· συνεκδ. το αντίστοιχο κουκλοθέατρο. 2. (μτφ., για πρόσ.) γελοίος, φαιδρός. Πβ. καραγκιόζης, παλιάτσος. | |
| 54519 | φασούλι | φα-σού-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): φασόλι. Στη ● ΦΡ.: φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι (παροιμ.): με συστηματική αποταμίευση μικρών χρηματικών ποσών δημιουργείται σταδιακά μεγάλο οικονομικό απόθεμα. [< μεσν. φασούλιν] | |
| 54520 | φασουλιά | βλ. φασολιά | |
| 54521 | φάσσα | φάσ-σα ουσ. (θηλ.) & φάσα: ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό πτηνό που μοιάζει με περιστέρι (επιστ. ονομασ. Columba palumbus), έχει γαλάζιο λαιμό με δύο χαρακτηριστικές λευκές κηλίδες, σκουρόχρωμη πλάτη και από μία λευκή λωρίδα σε κάθε φτερούγα. Βλ. φασσοπερίστερο. [< αρχ. φάσσα ‘αγριοπερίστερο’] | |
| 54522 | φασσοπερίστερο | φασ-σο-πε-ρί-στε-ρο ουσ. (ουδ.) & φασοπερίστερο: ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Columba oenas), που μοιάζει με τη φάσσα, αλλά έχει πιο κοντές μαύρες ραβδώσεις στις φτερούγες και μια πράσινη κηλίδα στον λαιμό. | |
| 54523 | φαστ τρακ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): γρήγορος τρόπος για την επίτευξη ενός σκοπού: ~ στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων.|| (ως επίθ.) Νομοσχέδιο για ~ επενδύσεις (: με παράκαμψη της γραφειοκρατίας). [< αμερικ. fast track, 1975] | |
| 54524 | φαστ φουντ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φαστ-φουντ: γρήγορο φαγητό που παρασκευάζεται και σερβίρεται σε συγκεκριμένα εστιατόρια ταχείας εξυπηρέτησης· συνεκδ. το αντίστοιχο εστιατόριο: αλυσίδα (μαγαζιών) ~ (= φαστφουντάδικων). Τροφές ~. Βλ. πλαστικό φαγητό, τζανκ φουντ.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) Διαδικασία ~. [< αμερικ. fast-food, 1951, γαλλ. ~, 1972] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ