| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54525 | φαστφουντάδικο | φαστ-φου-ντά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μαγαζί φαστ φουντ: αμερικανικό ~. Πβ. χαμπουργκεράδικο. Βλ. -άδικο. ΣΥΝ. ταχυεστιατόριο, ταχυφαγείο | |
| 54526 | φάσωμα | φά-σω-μα ουσ. (ουδ.) (νεαν. αργκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φασώνω. Πβ. πασπάτεμα, χαϊδολόγημα, χαμούρεμα, χούφτωμα. Βλ. κουτούπωμα. | |
| 54527 | φασώνομαι | φα-σώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {φασώ-θηκε, -θεί} (νεαν. αργκό): ανταλλάσσω ερωτικά χάδια και φιλιά, ερωτοτροπώ. Πβ. κάνω φάση, μπαλαμουτιάζω, πασπατεύω, χαϊδολογώ, χαμουρεύομαι, χουφτώνω. Βλ. κουτουπώνω. | |
| 54528 | φάτα μοργκάνα | φά-τα μορ-γκά-να ουσ. (θηλ.): ΟΠΤ. -ΜΕΤΕΩΡ. οπτικό φαινόμενο αντικατοπτρισμού στην επιφάνεια της θάλασσας, που οφείλεται σε θερμοκρασιακή αναστροφή. [< ιταλ. Fata Morgana] | |
| 54529 | φαταλισμός | φα-τα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία κατά την οποία όλα τα γεγονότα καθορίζονται εκ των προτέρων από τη μοίρα και δεν είναι δυνατόν να αλλάξουν με την ανθρώπινη παρέμβαση· γενικότ. μοιρολατρία. Βλ. ντετερμινισμός, -ισμός. [< γαλλ. fatalisme] | |
| 54530 | φαταλιστής | φα-τα-λι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φαταλίστρια}: οπαδός του φαταλισμού· γενικότ. μοιρολάτρης. [< γαλλ. fataliste] | |
| 54531 | φαταλιστικός | , ή, ό φα-τα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φαταλισμό ή τον φαταλιστή: ~ή: αντίληψη/προσέγγιση. ΣΥΝ. μοιρολατρικός ● επίρρ.: φαταλιστικά [< γαλλ. fataliste] | |
| 54532 | φαταούλας | φα-τα-ού-λας ουσ. (αρσ.) {-ες κ. -ηδες | θηλ. φαταούλα} (προφ.): αχόρταγος, λαίμαργος άνθρωπος· κατ' επέκτ. άπληστος, πλεονέκτης. Πβ. καταβόθρα, μονοφαγάς, φαγάνα, φαγάς. | |
| 54533 | φατζ | ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. (στην αγγλοσαξονική κουζίνα) γλυκό επιδόρπιο που παρασκευάζεται από σιρόπι, βούτυρο, γάλα και μπαχαρικά, με προσθήκη συνήθ. ξηρών καρπών, φρούτων, σοκολάτας ή καφέ. [< αγγλ. fudge] | |
| 54534 | φατικός | , ή, ό φα-τι-κός επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: φατική επικοινωνία/επαφή: ΓΛΩΣΣ. λειτουργία της γλώσσας που αποσκοπεί στη δημιουργία κυρ. της κατάλληλης επικοινωνιακής ατμόσφαιρας για την έναρξη της συνομιλίας: Χαρακτηριστικά παραδείγματα ~ής ~ας είναι οι τυπικοί χαιρετισμοί. [< πβ. μτγν. φατικός ‘που έχει βεβαιωθεί χωρίς αποδείξεις’, αγγλ. phatic, 1923 < αρχ. φατὸς ‘λεκτός’, γαλλ. phatique, περ. 1950] | |
| 54535 | φάτνη | φάτ-νη ουσ. (θηλ.): το παχνί και γενικότ. ο χώρος όπου γεννήθηκε ο Χριστός· συνεκδ. το αντίστοιχο ομοίωμα: η ~ της Βηθλεέμ.|| ~ κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. [< αρχ. φάτνη] | |
| 54536 | φατνιακός | , ή, ό φατ-νι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το φατνίο: (ΑΝΑΤ.) ~ή: ακρολοφία/απόφυση. ~ό: νεύρο.|| (ΓΛΩΣΣ.) Τα ~ά (: ενν. σύμφωνα· αρθρώνονται με επαφή της άκρης της γλώσσας με την κορυφή του φατνίου). Βλ. οδοντο~. [< γαλλ. alvéolaire] | |
| 54537 | φατνίο | φατ-νί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΝΑΤ. κοιλότητα στο οστό της γνάθου, η οποία στηρίζει τη ρίζα κάθε δοντιού: ξηρό ~ (: φλεγμονή του ~ου μετά από εξαγωγή δοντιού). 2. ΠΛΗΡΟΦ. (κατ' επέκτ.) υποδοχή, θήκη: ~ σκληρού δίσκου. ~ 5,25 ιντσών. [< 1: μτγν. φατνίον 2: αγγλ. bay] | |
| 54538 | φάτνωμα | φάτ-νω-μα ουσ. (ουδ.) {φατνώμ-ατα}: ΟΙΚΟΔ. καθένα από τα ορθογώνια κενά που δημιουργούνται από τη διασταύρωση των κάθετων και οριζόντιων δοκών της οροφής: γύψινα/ξυλόγλυπτα ~ατα. [< αρχ. φάτνωμα] | |
| 58671 | φάτο | βλ. τρώω | |
| 54539 | φάτουα | φά-του-α ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: φετφάς. [< αγγλ. fatwa, αραβ. fatwā] | |
| 54540 | φατούρα | φα-τού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. τιμολόγιο. 2. (λαϊκό) αμοιβή οικοδομικής κυρ. εργασίας, που προσδιορίζεται εκ των προτέρων, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτή το κόστος των υλικών, το οποίο επιβαρύνει τον εργοδότη: εκτέλεση έργων με ~. Βλ. εργολαβία, κατ' αποκοπή(ν). [< ιταλ. fattura] | |
| 54541 | φατρία | φα-τρί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ομάδα προσώπων με κοινά συμφέροντα, τα οποία υπερασπίζεται και προωθεί, συνήθ. σε βάρος του συνόλου: αντιμαχόμενες/αντίπαλες/πολιτικές ~ες. ~ες του υποκόσμου. Πβ. κάστα, κλίκα, μερίδα, συντεχνία, φράξια. Βλ. καμαρίλα, κύκλος, λόμπι. [< μτγν. φρατρία ‘μηχανορραφία’ < αρχ. ~ ‘πολιτική και θρησκευτική υποδιαίρεση της φυλής’, αγγλ.-γαλλ. clan] | |
| 54542 | φατριακός | , ή, ό βλ. φατριαστικός | |
| 54543 | φατριασμός | φα-τρι-α-σμός ουσ. (αρσ.): ο σχηματισμός φατρίας και η δράση της. Πβ. φραξιονισμός. [< μεσν. φατριασμός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ