| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54534 | φατικός | , ή, ό φα-τι-κός επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: φατική επικοινωνία/επαφή: ΓΛΩΣΣ. λειτουργία της γλώσσας που αποσκοπεί στη δημιουργία κυρ. της κατάλληλης επικοινωνιακής ατμόσφαιρας για την έναρξη της συνομιλίας: Χαρακτηριστικά παραδείγματα ~ής ~ας είναι οι τυπικοί χαιρετισμοί. [< πβ. μτγν. φατικός ‘που έχει βεβαιωθεί χωρίς αποδείξεις’, αγγλ. phatic, 1923 < αρχ. φατὸς ‘λεκτός’, γαλλ. phatique, περ. 1950] | |
| 54535 | φάτνη | φάτ-νη ουσ. (θηλ.): το παχνί και γενικότ. ο χώρος όπου γεννήθηκε ο Χριστός· συνεκδ. το αντίστοιχο ομοίωμα: η ~ της Βηθλεέμ.|| ~ κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. [< αρχ. φάτνη] | |
| 54536 | φατνιακός | , ή, ό φατ-νι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το φατνίο: (ΑΝΑΤ.) ~ή: ακρολοφία/απόφυση. ~ό: νεύρο.|| (ΓΛΩΣΣ.) Τα ~ά (: ενν. σύμφωνα· αρθρώνονται με επαφή της άκρης της γλώσσας με την κορυφή του φατνίου). Βλ. οδοντο~. [< γαλλ. alvéolaire] | |
| 54537 | φατνίο | φατ-νί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΝΑΤ. κοιλότητα στο οστό της γνάθου, η οποία στηρίζει τη ρίζα κάθε δοντιού: ξηρό ~ (: φλεγμονή του ~ου μετά από εξαγωγή δοντιού). 2. ΠΛΗΡΟΦ. (κατ' επέκτ.) υποδοχή, θήκη: ~ σκληρού δίσκου. ~ 5,25 ιντσών. [< 1: μτγν. φατνίον 2: αγγλ. bay] | |
| 54538 | φάτνωμα | φάτ-νω-μα ουσ. (ουδ.) {φατνώμ-ατα}: ΟΙΚΟΔ. καθένα από τα ορθογώνια κενά που δημιουργούνται από τη διασταύρωση των κάθετων και οριζόντιων δοκών της οροφής: γύψινα/ξυλόγλυπτα ~ατα. [< αρχ. φάτνωμα] | |
| 58671 | φάτο | βλ. τρώω | |
| 54539 | φάτουα | φά-του-α ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: φετφάς. [< αγγλ. fatwa, αραβ. fatwā] | |
| 54540 | φατούρα | φα-τού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. τιμολόγιο. 2. (λαϊκό) αμοιβή οικοδομικής κυρ. εργασίας, που προσδιορίζεται εκ των προτέρων, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτή το κόστος των υλικών, το οποίο επιβαρύνει τον εργοδότη: εκτέλεση έργων με ~. Βλ. εργολαβία, κατ' αποκοπή(ν). [< ιταλ. fattura] | |
| 54541 | φατρία | φα-τρί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ομάδα προσώπων με κοινά συμφέροντα, τα οποία υπερασπίζεται και προωθεί, συνήθ. σε βάρος του συνόλου: αντιμαχόμενες/αντίπαλες/πολιτικές ~ες. ~ες του υποκόσμου. Πβ. κάστα, κλίκα, μερίδα, συντεχνία, φράξια. Βλ. καμαρίλα, κύκλος, λόμπι. [< μτγν. φρατρία ‘μηχανορραφία’ < αρχ. ~ ‘πολιτική και θρησκευτική υποδιαίρεση της φυλής’, αγγλ.-γαλλ. clan] | |
| 54542 | φατριακός | , ή, ό βλ. φατριαστικός | |
| 54543 | φατριασμός | φα-τρι-α-σμός ουσ. (αρσ.): ο σχηματισμός φατρίας και η δράση της. Πβ. φραξιονισμός. [< μεσν. φατριασμός] | |
| 54544 | φατριαστής | φα-τρι-α-στής ουσ. (αρσ.): αρχηγός ή μέλος φατρίας. Πβ. φραξιονιστής. [< μεσν. φατριαστής] | |
| 54545 | φατριαστικός | , ή, ό φα-τρι-α-στι-κός επίθ. & (σπάν.) φατριακός: που σχετίζεται με τη φατρία ή τον φατριαστή: ~ό: πνεύμα. ~ές: αντιπαλότητες/διαμάχες. ~ά: συµφέροντα. Πβ. φραξιονιστικός. [< μτγν. φρατριατικός, φρατριακός] | |
| 54546 | φάτσα | φά-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πρόσωπο· συνεκδ. άτομο: απαίσια/άσχημη (= ασχημόφατσα)/γελοία/ηλίθια/θλιμμένη/περίεργη ~. Αντιπαθητικές/αστείες/γνώριμες/χαρούμενες ~ες. Βλ. αγριό-, παλιό-, σκατό-, σκυλό-φατσα.|| Δεν μ' αρέσει η ~ (= μάπα, μούρη) του (: τον θεωρώ ύποπτο ή επικίνδυνο). (μειωτ.) Έχεις δει τη ~ (= τα μούτρα) σου στον καθρέφτη; 2. (κατ' επέκτ.) μπροστινό μέρος, πρόσοψη: η ~ του αυτοκινήτου/κτιρίου/σπιτιού. ΣΥΝ. μούρη (3) 3. (ως επίρρ.) αντίκρυ, απέναντι: οικόπεδο ~ στη θάλασσα. Πβ. κατάφατσα. ● Υποκ.: φατσούλα (η) 1. στη σημ. 1: αξιαγάπητη/γλυκιά/συμπαθητική ~. Πβ. μουρίτσα, μουτράκι, προσωπάκι. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εμότικον: θυμωμένη/χαμογελαστή ~. Έβαλε ~ στο μήνυμα. ● ΦΡ.: (είναι) φάτσα (οικ.): (είναι) κατεργάρης, πονηρός: (~) ~ ο μικρός!, κόβω φάτσες (λαϊκό): παρατηρώ προσεκτικά τους άλλους, προκειμένου να συμπεράνω κάτι για αυτούς. || Κόψε φάτσα και βγάλε συμπέρασμα., φάτσα κάρτα & (σπάν.) φάτσα μόστρα (προφ.): ακριβώς απέναντι, μπροστά (μου): Στρίψε δεξιά και θα δεις ~ κάρτα ένα κατάστημα με ...|| Ήρθε ~ ~ (= μούρη με μούρη) με ..., φάτσα με φάτσα (προφ.): πρόσωπο με πρόσωπο. Πβ. βιζαβί., ούνα φάτσα ούνα ράτσα βλ. ράτσα, φάτσα φόρα βλ. φόρα2 [< βεν. fazza ή ιταλ. faccia] | |
| 54547 | φατσικά | φα-τσι-κά επίρρ. (προφ.) & (λόγ.) φατσικώς [-ῶς]: εξ όψεως: Γνωριζόμαστε μόνο ~. Δεν μ' αρέσει ~. | |
| 54548 | φατσούλα | βλ. φάτσα | |
| 54549 | φαυλοκρατία | φαυ-λο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επικράτηση των φαύλων στον δημόσιο βίο: πολιτική ~. Βλ. αναξιοκρατία, -κρατία. [< γαλλ. voyoucratie] | |
| 54550 | φαυλοκρατικός | , ή, ό φαυ-λο-κρα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη φαυλοκρατία: ~ό: σύστημα. ~ά: κριτήρια. ● επίρρ.: φαυλοκρατικά | |
| 54551 | φαύλος | , η, ο [φαῦλος] φαύ-λος επίθ. (λόγ.): ανήθικος, αχρείος: ~ος: πολιτικός (: διεφθαρμένος). (ως ουσ.) Κοινωνία των ~ων.|| ~η: διαχείριση/εξουσία/νοοτροπία. ~ες: πράξεις. Πβ. τιποτένιος. ΣΥΝ. άθλιος (2), αισχρός (1), ελεεινός (1) ΑΝΤ. ενάρετος, χρηστός ● ΦΡ.: φαύλος κύκλος 1. κατάσταση διαιώνισης ενός προβλήματος, η οποία οδηγεί σε αδιέξοδο: Δεν έχει τελειωμό/δεν οδηγεί πουθενά ο ~ ~ της εκδίκησης/εξάρτησης (από τα ναρκωτικά). Άνοιξε/έσπασε/συνεχίζεται ο ~ ~ της βίας. Βλ. η κότα έκανε/γέννησε τ' αβγό ή το αβγό την κότα; 2. ΦΙΛΟΣ. λογική πλάνη στην οποία η απόδειξη περιλαμβάνεται ήδη έμμεσα ή άμεσα στις συλλογιστικές προτάσεις. [< νεολατ. circulus vitiosus] [< αρχ. φαῦλος] | |
| 54552 | φαυλότητα | φαυ-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανηθικότητα, αχρειότητα· (συνεκδ. στον πληθ.) φαύλες πράξεις: κοινωνική/πολιτική ~. Πβ. διαφθορά. ΑΝΤ. αρετή, χρηστότητα.|| Στηλιτεύει τις ~ες. Πβ. κακοήθεια. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αθλιότητα (2), αισχρότητα, ελεεινότητα [< αρχ. φαυλότης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ