Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [55020-55040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54525φαστφουντάδικοφαστ-φου-ντά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μαγαζί φαστ φουντ: αμερικανικό ~. Πβ. χαμπουργκεράδικο. Βλ. -άδικο. ΣΥΝ. ταχυεστιατόριο, ταχυφαγείο
54526φάσωμαφά-σω-μα ουσ. (ουδ.) (νεαν. αργκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φασώνω. Πβ. πασπάτεμα, χαϊδολόγημα, χαμούρεμα, χούφτωμα. Βλ. κουτούπωμα.
54527φασώνομαιφα-σώ-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {φασώ-θηκε, -θεί} (νεαν. αργκό): ανταλλάσσω ερωτικά χάδια και φιλιά, ερωτοτροπώ. Πβ. κάνω φάση, μπαλαμουτιάζω, πασπατεύω, χαϊδολογώ, χαμουρεύομαι, χουφτώνω. Βλ. κουτουπώνω.
54528φάτα μοργκάναφά-τα μορ-γκά-να ουσ. (θηλ.): ΟΠΤ. -ΜΕΤΕΩΡ. οπτικό φαινόμενο αντικατοπτρισμού στην επιφάνεια της θάλασσας, που οφείλεται σε θερμοκρασιακή αναστροφή. [< ιταλ. Fata Morgana]
54529φαταλισμόςφα-τα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία κατά την οποία όλα τα γεγονότα καθορίζονται εκ των προτέρων από τη μοίρα και δεν είναι δυνατόν να αλλάξουν με την ανθρώπινη παρέμβαση· γενικότ. μοιρολατρία. Βλ. ντετερμινισμός, -ισμός. [< γαλλ. fatalisme]
54530φαταλιστήςφα-τα-λι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φαταλίστρια}: οπαδός του φαταλισμού· γενικότ. μοιρολάτρης. [< γαλλ. fataliste]
54531φαταλιστικός, ή, ό φα-τα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φαταλισμό ή τον φαταλιστή: ~ή: αντίληψη/προσέγγιση. ΣΥΝ. μοιρολατρικός ● επίρρ.: φαταλιστικά [< γαλλ. fataliste]
54532φαταούλαςφα-τα-ού-λας ουσ. (αρσ.) {-ες κ. -ηδες | θηλ. φαταούλα} (προφ.): αχόρταγος, λαίμαργος άνθρωπος· κατ' επέκτ. άπληστος, πλεονέκτης. Πβ. καταβόθρα, μονοφαγάς, φαγάνα, φαγάς.
54533φατζουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. (στην αγγλοσαξονική κουζίνα) γλυκό επιδόρπιο που παρασκευάζεται από σιρόπι, βούτυρο, γάλα και μπαχαρικά, με προσθήκη συνήθ. ξηρών καρπών, φρούτων, σοκολάτας ή καφέ. [< αγγλ. fudge]
54534φατικός, ή, ό φα-τι-κός επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: φατική επικοινωνία/επαφή: ΓΛΩΣΣ. λειτουργία της γλώσσας που αποσκοπεί στη δημιουργία κυρ. της κατάλληλης επικοινωνιακής ατμόσφαιρας για την έναρξη της συνομιλίας: Χαρακτηριστικά παραδείγματα ~ής ~ας είναι οι τυπικοί χαιρετισμοί. [< πβ. μτγν. φατικός ‘που έχει βεβαιωθεί χωρίς αποδείξεις’, αγγλ. phatic, 1923 < αρχ. φατὸς ‘λεκτός’, γαλλ. phatique, περ. 1950]
54535φάτνηφάτ-νη ουσ. (θηλ.): το παχνί και γενικότ. ο χώρος όπου γεννήθηκε ο Χριστός· συνεκδ. το αντίστοιχο ομοίωμα: η ~ της Βηθλεέμ.|| ~ κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. [< αρχ. φάτνη]
54536φατνιακός, ή, ό φατ-νι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το φατνίο: (ΑΝΑΤ.) ~ή: ακρολοφία/απόφυση. ~ό: νεύρο.|| (ΓΛΩΣΣ.) Τα ~ά (: ενν. σύμφωνα· αρθρώνονται με επαφή της άκρης της γλώσσας με την κορυφή του φατνίου). Βλ. οδοντο~. [< γαλλ. alvéolaire]
54537φατνίοφατ-νί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΑΝΑΤ. κοιλότητα στο οστό της γνάθου, η οποία στηρίζει τη ρίζα κάθε δοντιού: ξηρό ~ (: φλεγμονή του ~ου μετά από εξαγωγή δοντιού). 2. ΠΛΗΡΟΦ. (κατ' επέκτ.) υποδοχή, θήκη: ~ σκληρού δίσκου. ~ 5,25 ιντσών. [< 1: μτγν. φατνίον 2: αγγλ. bay]
54538φάτνωμαφάτ-νω-μα ουσ. (ουδ.) {φατνώμ-ατα}: ΟΙΚΟΔ. καθένα από τα ορθογώνια κενά που δημιουργούνται από τη διασταύρωση των κάθετων και οριζόντιων δοκών της οροφής: γύψινα/ξυλόγλυπτα ~ατα. [< αρχ. φάτνωμα]
58671φάτοβλ. τρώω
54539φάτουαφά-του-α ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: φετφάς. [< αγγλ. fatwa, αραβ. fatwā]
54540φατούραφα-τού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. τιμολόγιο. 2. (λαϊκό) αμοιβή οικοδομικής κυρ. εργασίας, που προσδιορίζεται εκ των προτέρων, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτή το κόστος των υλικών, το οποίο επιβαρύνει τον εργοδότη: εκτέλεση έργων με ~. Βλ. εργολαβία, κατ' αποκοπή(ν). [< ιταλ. fattura]
54541φατρίαφα-τρί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ομάδα προσώπων με κοινά συμφέροντα, τα οποία υπερασπίζεται και προωθεί, συνήθ. σε βάρος του συνόλου: αντιμαχόμενες/αντίπαλες/πολιτικές ~ες. ~ες του υποκόσμου. Πβ. κάστα, κλίκα, μερίδα, συντεχνία, φράξια. Βλ. καμαρίλα, κύκλος, λόμπι. [< μτγν. φρατρία ‘μηχανορραφία’ < αρχ. ~ ‘πολιτική και θρησκευτική υποδιαίρεση της φυλής’, αγγλ.-γαλλ. clan]
54542φατριακός, ή, ό βλ. φατριαστικός
54543φατριασμόςφα-τρι-α-σμός ουσ. (αρσ.): ο σχηματισμός φατρίας και η δράση της. Πβ. φραξιονισμός. [< μεσν. φατριασμός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.