Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [55040-55060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54544φατριαστήςφα-τρι-α-στής ουσ. (αρσ.): αρχηγός ή μέλος φατρίας. Πβ. φραξιονιστής. [< μεσν. φατριαστής]
54545φατριαστικός, ή, ό φα-τρι-α-στι-κός επίθ. & (σπάν.) φατριακός: που σχετίζεται με τη φατρία ή τον φατριαστή: ~ό: πνεύμα. ~ές: αντιπαλότητες/διαμάχες. ~ά: συµφέροντα. Πβ. φραξιονιστικός. [< μτγν. φρατριατικός, φρατριακός]
54546φάτσαφά-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πρόσωπο· συνεκδ. άτομο: απαίσια/άσχημη (= ασχημόφατσα)/γελοία/ηλίθια/θλιμμένη/περίεργη ~. Αντιπαθητικές/αστείες/γνώριμες/χαρούμενες ~ες. Βλ. αγριό-, παλιό-, σκατό-, σκυλό-φατσα.|| Δεν μ' αρέσει η ~ (= μάπα, μούρη) του (: τον θεωρώ ύποπτο ή επικίνδυνο). (μειωτ.) Έχεις δει τη ~ (= τα μούτρα) σου στον καθρέφτη; 2. (κατ' επέκτ.) μπροστινό μέρος, πρόσοψη: η ~ του αυτοκινήτου/κτιρίου/σπιτιού. ΣΥΝ. μούρη (3) 3. (ως επίρρ.) αντίκρυ, απέναντι: οικόπεδο ~ στη θάλασσα. Πβ. κατάφατσα. ● Υποκ.: φατσούλα (η) 1. στη σημ. 1: αξιαγάπητη/γλυκιά/συμπαθητική ~. Πβ. μουρίτσα, μουτράκι, προσωπάκι. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εμότικον: θυμωμένη/χαμογελαστή ~. Έβαλε ~ στο μήνυμα. ● ΦΡ.: (είναι) φάτσα (οικ.): (είναι) κατεργάρης, πονηρός: (~) ~ ο μικρός!, κόβω φάτσες (λαϊκό): παρατηρώ προσεκτικά τους άλλους, προκειμένου να συμπεράνω κάτι για αυτούς. || Κόψε φάτσα και βγάλε συμπέρασμα., φάτσα κάρτα & (σπάν.) φάτσα μόστρα (προφ.): ακριβώς απέναντι, μπροστά (μου): Στρίψε δεξιά και θα δεις ~ κάρτα ένα κατάστημα με ...|| Ήρθε ~ ~ (= μούρη με μούρη) με ..., φάτσα με φάτσα (προφ.): πρόσωπο με πρόσωπο. Πβ. βιζαβί., ούνα φάτσα ούνα ράτσα βλ. ράτσα, φάτσα φόρα βλ. φόρα2 [< βεν. fazza ή ιταλ. faccia]
54547φατσικάφα-τσι-κά επίρρ. (προφ.) & (λόγ.) φατσικώς [-ῶς]: εξ όψεως: Γνωριζόμαστε μόνο ~. Δεν μ' αρέσει ~.
54548φατσούλαβλ. φάτσα
54549φαυλοκρατίαφαυ-λο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): επικράτηση των φαύλων στον δημόσιο βίο: πολιτική ~. Βλ. αναξιοκρατία, -κρατία. [< γαλλ. voyoucratie]
54550φαυλοκρατικός, ή, ό φαυ-λο-κρα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με τη φαυλοκρατία: ~ό: σύστημα. ~ά: κριτήρια. ● επίρρ.: φαυλοκρατικά
54551φαύλος, η, ο [φαῦλος] φαύ-λος επίθ. (λόγ.): ανήθικος, αχρείος: ~ος: πολιτικός (: διεφθαρμένος). (ως ουσ.) Κοινωνία των ~ων.|| ~η: διαχείριση/εξουσία/νοοτροπία. ~ες: πράξεις. Πβ. τιποτένιος. ΣΥΝ. άθλιος (2), αισχρός (1), ελεεινός (1) ΑΝΤ. ενάρετος, χρηστός ● ΦΡ.: φαύλος κύκλος 1. κατάσταση διαιώνισης ενός προβλήματος, η οποία οδηγεί σε αδιέξοδο: Δεν έχει τελειωμό/δεν οδηγεί πουθενά ο ~ ~ της εκδίκησης/εξάρτησης (από τα ναρκωτικά). Άνοιξε/έσπασε/συνεχίζεται ο ~ ~ της βίας. Βλ. η κότα έκανε/γέννησε τ' αβγό ή το αβγό την κότα; 2. ΦΙΛΟΣ. λογική πλάνη στην οποία η απόδειξη περιλαμβάνεται ήδη έμμεσα ή άμεσα στις συλλογιστικές προτάσεις. [< νεολατ. circulus vitiosus] [< αρχ. φαῦλος]
54552φαυλότηταφαυ-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανηθικότητα, αχρειότητα· (συνεκδ. στον πληθ.) φαύλες πράξεις: κοινωνική/πολιτική ~. Πβ. διαφθορά. ΑΝΤ. αρετή, χρηστότητα.|| Στηλιτεύει τις ~ες. Πβ. κακοήθεια. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αθλιότητα (2), αισχρότητα, ελεεινότητα [< αρχ. φαυλότης]
54553φαφλατάδικος, η, ο φα-φλα-τά-δι-κος επίθ. (σπάν.-προφ.): που σχετίζεται με τον φαφλατά: ~α: λόγια.
54554φαφλατάςφα-φλα-τάς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φαφλατού} (προφ.): φλύαρος και συνήθ. αλαζόνας, επιδειξιομανής. Πβ. λογάς, παρλαπίπας, πολυλογάς, φιγουρατζής. Βλ. -άς.|| (ως επίθ.) ~ πολιτικός. ΣΥΝ. φανφαρόνος [< μεσν. φαφλατάς]
54555φαφούτης, φαφούταφα-φού-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): πρόσωπο που του έχουν πέσει τα δόντια: γριά ~α. Πβ. νωδός. ΣΥΝ. ξεδοντιάρης [< λ. ηχομιμητ.]
54556φαφούτικος, η, ο φα-φού-τι-κος επίθ. (προφ.): που αναφέρεται στον φαφούτη: ~ο: στόμα.
54557φαχίταςφα-χί-τας ουσ. (θηλ. + ουδ.) (οι/τα) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (στη μεξικανική κουζίνα) φαγητό από μικρές λωρίδες μαριναρισμένου και ψημένου κρέατος που τυλίγονται σε τορτίγια: ~ με κοτόπουλο/μοσχάρι. Βλ. γκουακαμόλε, μπουρίτο, τάκος2, τάπας, τσίλι κον κάρνε. [< αγγλ. fajita, 1971, γαλλ. fajita, 1994]
54558φάωβλ. τρώω
54559ΦεβρουάριοςΦε-βρου-ά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {Φεβρουαρίου}: ο δεύτερος μήνας του χρόνου και τρίτος του χειμώνα. ΣΥΝ. Φλεβάρης [< μτγν. Φεβρουάριος]
54560φεγγαράδαφεγ-γα-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): το φεγγαρόφωτο, συνήθ. κατά την πανσέληνο: αυγουστιάτικη ~. Βόλτα στη ~. Νύχτες με ~. Βλ. -άδα. ΣΥΝ. σεληνόφως
54561φεγγαρένιος, ια, ιο βλ. φεγγαρίσιος
54562φεγγάριφεγ-γά-ρι ουσ. (ουδ.) {φεγγαρ-ιού} 1. σελήνη: λαμπρό/μισό (= μισοφέγγαρο)/στρογγυλό ~. Γεμάτο/(λογοτ.) ολόγιομο ~ (= πανσέληνος). Το αυγουστιάτικο ~. Στη γέμιση/φέξη/χάση του ~ιού. Διαστημική αποστολή στο ~. Ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε στο ~.|| (λογοτ.) Ασημένιο/χλομό ~. Η θάλασσα λουσμένη στο φως του ~ιού. 2. (συνεκδ.) φεγγαρόφωτο: νύχτα με (= φεγγαρόλουστη)/χωρίς ~. Έχει ~ απόψε. 3. (κατ' επέκτ.) δορυφόρος πλανήτη: τα ~ια του Δία/Κρόνου. ● Υποκ.: φεγγαράκι (το) ● ΦΡ.: ανάλογα με τα φεγγάρια του (προφ.): ανάλογα με την ψυχολογική του διάθεση., Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μην κοιτάζεις/και μη ρωτάς φεγγάρι (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι ο Ιανουάριος είναι ο καταλληλότερος μήνας για κλάδεμα., είναι με τα φεγγάρια του (προφ.): για άτομο κυκλοθυμικό, με έντονες αλλαγές στη συμπεριφορά., ένα φεγγάρι (προφ.): κάποτε: Είχα βρεθεί κι εγώ (για) ~ ~ στη θέση σου. [< μεσν. φεγγάρι < αρχ. φέγγος]
54563φεγγαρίσιος, ια, ιο φεγ-γα-ρί-σιος επίθ. & φεγγαρένιος (λογοτ.): που αναφέρεται στο φεγγάρι: ~ιο: φως (= φεγγαρόφωτο). Πβ. σεληνιακός. Βλ. -ίσιος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.