| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54553 | φαφλατάδικος | , η, ο φα-φλα-τά-δι-κος επίθ. (σπάν.-προφ.): που σχετίζεται με τον φαφλατά: ~α: λόγια. | |
| 54554 | φαφλατάς | φα-φλα-τάς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φαφλατού} (προφ.): φλύαρος και συνήθ. αλαζόνας, επιδειξιομανής. Πβ. λογάς, παρλαπίπας, πολυλογάς, φιγουρατζής. Βλ. -άς.|| (ως επίθ.) ~ πολιτικός. ΣΥΝ. φανφαρόνος [< μεσν. φαφλατάς] | |
| 54555 | φαφούτης, φαφούτα | φα-φού-της ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): πρόσωπο που του έχουν πέσει τα δόντια: γριά ~α. Πβ. νωδός. ΣΥΝ. ξεδοντιάρης [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 54556 | φαφούτικος | , η, ο φα-φού-τι-κος επίθ. (προφ.): που αναφέρεται στον φαφούτη: ~ο: στόμα. | |
| 54557 | φαχίτας | φα-χί-τας ουσ. (θηλ. + ουδ.) (οι/τα) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. (στη μεξικανική κουζίνα) φαγητό από μικρές λωρίδες μαριναρισμένου και ψημένου κρέατος που τυλίγονται σε τορτίγια: ~ με κοτόπουλο/μοσχάρι. Βλ. γκουακαμόλε, μπουρίτο, τάκος2, τάπας, τσίλι κον κάρνε. [< αγγλ. fajita, 1971, γαλλ. fajita, 1994] | |
| 54558 | φάω | βλ. τρώω | |
| 54559 | Φεβρουάριος | Φε-βρου-ά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {Φεβρουαρίου}: ο δεύτερος μήνας του χρόνου και τρίτος του χειμώνα. ΣΥΝ. Φλεβάρης [< μτγν. Φεβρουάριος] | |
| 54560 | φεγγαράδα | φεγ-γα-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): το φεγγαρόφωτο, συνήθ. κατά την πανσέληνο: αυγουστιάτικη ~. Βόλτα στη ~. Νύχτες με ~. Βλ. -άδα. ΣΥΝ. σεληνόφως | |
| 54561 | φεγγαρένιος | , ια, ιο βλ. φεγγαρίσιος | |
| 54562 | φεγγάρι | φεγ-γά-ρι ουσ. (ουδ.) {φεγγαρ-ιού} 1. σελήνη: λαμπρό/μισό (= μισοφέγγαρο)/στρογγυλό ~. Γεμάτο/(λογοτ.) ολόγιομο ~ (= πανσέληνος). Το αυγουστιάτικο ~. Στη γέμιση/φέξη/χάση του ~ιού. Διαστημική αποστολή στο ~. Ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε στο ~.|| (λογοτ.) Ασημένιο/χλομό ~. Η θάλασσα λουσμένη στο φως του ~ιού. 2. (συνεκδ.) φεγγαρόφωτο: νύχτα με (= φεγγαρόλουστη)/χωρίς ~. Έχει ~ απόψε. 3. (κατ' επέκτ.) δορυφόρος πλανήτη: τα ~ια του Δία/Κρόνου. ● Υποκ.: φεγγαράκι (το) ● ΦΡ.: ανάλογα με τα φεγγάρια του (προφ.): ανάλογα με την ψυχολογική του διάθεση., Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μην κοιτάζεις/και μη ρωτάς φεγγάρι (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι ο Ιανουάριος είναι ο καταλληλότερος μήνας για κλάδεμα., είναι με τα φεγγάρια του (προφ.): για άτομο κυκλοθυμικό, με έντονες αλλαγές στη συμπεριφορά., ένα φεγγάρι (προφ.): κάποτε: Είχα βρεθεί κι εγώ (για) ~ ~ στη θέση σου. [< μεσν. φεγγάρι < αρχ. φέγγος] | |
| 54563 | φεγγαρίσιος | , ια, ιο φεγ-γα-ρί-σιος επίθ. & φεγγαρένιος (λογοτ.): που αναφέρεται στο φεγγάρι: ~ιο: φως (= φεγγαρόφωτο). Πβ. σεληνιακός. Βλ. -ίσιος. | |
| 54564 | φεγγαρόλουστος | , η, ο φεγ-γα-ρό-λου-στος επίθ. (λογοτ.): που πλημμυρίζει από το φως του φεγγαριού: ~η: θάλασσα. ~α: βράδια. Βλ. ηλιόλουστος. ΣΥΝ. φεγγαρόφωτος | |
| 54565 | φεγγαρόπετρα | φεγ-γα-ρό-πε-τρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ΟΡΥΚΤ. ημιδιαφανής ημιπολύτιμος λίθος με ιριδίζουσα λάμψη και χρωματική ποικιλία (γκρι, καφέ, πράσινος, ροζ ή άχρωμος). Βλ. άστριοι. ΣΥΝ. σεληνόλιθος [< αγγλ. moonstone < μτγν. σεληνίτης (λίθος)] | |
| 54566 | φεγγαροπρόσωπος | , η, ο φεγ-γα-ρο-πρό-σω-πος επίθ. (λογοτ., κυρ. για γυναίκα): στρογγυλοπρόσωπος. Βλ. -πρόσωπος. [< μεσν. φεγγαροπρόσωπος] | |
| 54567 | φεγγαρόφωτο | φεγ-γα-ρό-φω-το ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): το φως του φεγγαριού: ασημένιο ~. Νύχτα με ~. ΣΥΝ. σεληνόφως, φεγγαράδα | |
| 54568 | φεγγαρόφωτος | , η, ο φεγ-γα-ρό-φω-τος επίθ. & φεγγαροφώτιστος (λογοτ.): που φωτίζεται από τη λάμψη της σελήνης: ~ες: βραδιές. Βλ. -φωτος. ΣΥΝ. σεληνοφώτιστος, φεγγαρόλουστος | |
| 54569 | φεγγαρόψαρο | φεγ-γα-ρό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. μεγάλο, πελαγικό ψάρι (επιστ. ονομασ. Mola mola) διαδεδομένο στις θερμές και εύκρατες θάλασσες, με ογκώδες, στρογγυλωπό και πλευρικά πεπιεσμένο σώμα που καλύπτεται από πολύ χοντρό και τραχύ δέρμα χωρίς λέπια. Βλ. -ψαρο. | |
| 54570 | φεγγερός | , ή, ό φεγ-γε-ρός επίθ. (λογοτ.): λαμπερός, φωτεινός: ~ές: νύχτες. Βλ. -ερός. | |
| 54571 | φεγγίζει | φεγ-γί-ζει ρ. (αμτβ.) {φέγγιζ-ε} 1. (λογοτ.) λάμπει, φωτίζει αμυδρά: Μια σπίθα ~ μέσα στο σκοτάδι. Το φως της μέρας ~ε μέσ' από τις κουρτίνες.|| Το πρόσωπό της ~ε στο φως των κεριών. Πβ. φέγγει. Βλ. αντι~. 2. είναι ημιδιαφανής: Το φόρεμα ~ε (: διαγραφόταν το σώμα της). [< μεσν. φεγγίζω] | |
| 54572 | φέγγισμα | φέγ-γι-σμα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φεγγίζει: το ~ των άστρων/της λάμπας/του φεγγαριού. Πβ. φεγγοβολή. Βλ. αντι~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ