| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54564 | φεγγαρόλουστος | , η, ο φεγ-γα-ρό-λου-στος επίθ. (λογοτ.): που πλημμυρίζει από το φως του φεγγαριού: ~η: θάλασσα. ~α: βράδια. Βλ. ηλιόλουστος. ΣΥΝ. φεγγαρόφωτος | |
| 54565 | φεγγαρόπετρα | φεγ-γα-ρό-πε-τρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ΟΡΥΚΤ. ημιδιαφανής ημιπολύτιμος λίθος με ιριδίζουσα λάμψη και χρωματική ποικιλία (γκρι, καφέ, πράσινος, ροζ ή άχρωμος). Βλ. άστριοι. ΣΥΝ. σεληνόλιθος [< αγγλ. moonstone < μτγν. σεληνίτης (λίθος)] | |
| 54566 | φεγγαροπρόσωπος | , η, ο φεγ-γα-ρο-πρό-σω-πος επίθ. (λογοτ., κυρ. για γυναίκα): στρογγυλοπρόσωπος. Βλ. -πρόσωπος. [< μεσν. φεγγαροπρόσωπος] | |
| 54567 | φεγγαρόφωτο | φεγ-γα-ρό-φω-το ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): το φως του φεγγαριού: ασημένιο ~. Νύχτα με ~. ΣΥΝ. σεληνόφως, φεγγαράδα | |
| 54568 | φεγγαρόφωτος | , η, ο φεγ-γα-ρό-φω-τος επίθ. & φεγγαροφώτιστος (λογοτ.): που φωτίζεται από τη λάμψη της σελήνης: ~ες: βραδιές. Βλ. -φωτος. ΣΥΝ. σεληνοφώτιστος, φεγγαρόλουστος | |
| 54569 | φεγγαρόψαρο | φεγ-γα-ρό-ψα-ρο ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. μεγάλο, πελαγικό ψάρι (επιστ. ονομασ. Mola mola) διαδεδομένο στις θερμές και εύκρατες θάλασσες, με ογκώδες, στρογγυλωπό και πλευρικά πεπιεσμένο σώμα που καλύπτεται από πολύ χοντρό και τραχύ δέρμα χωρίς λέπια. Βλ. -ψαρο. | |
| 54570 | φεγγερός | , ή, ό φεγ-γε-ρός επίθ. (λογοτ.): λαμπερός, φωτεινός: ~ές: νύχτες. Βλ. -ερός. | |
| 54571 | φεγγίζει | φεγ-γί-ζει ρ. (αμτβ.) {φέγγιζ-ε} 1. (λογοτ.) λάμπει, φωτίζει αμυδρά: Μια σπίθα ~ μέσα στο σκοτάδι. Το φως της μέρας ~ε μέσ' από τις κουρτίνες.|| Το πρόσωπό της ~ε στο φως των κεριών. Πβ. φέγγει. Βλ. αντι~. 2. είναι ημιδιαφανής: Το φόρεμα ~ε (: διαγραφόταν το σώμα της). [< μεσν. φεγγίζω] | |
| 54572 | φέγγισμα | φέγ-γι-σμα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φεγγίζει: το ~ των άστρων/της λάμπας/του φεγγαριού. Πβ. φεγγοβολή. Βλ. αντι~. | |
| 54573 | φεγγίτης | φεγ-γί-της ουσ. (αρσ.): παραθυράκι ή μικρό άνοιγμα σε τοίχο ή στέγη, για να μπαίνει φως ή/και αέρας: γυάλινος/γύψινος/(ημι)κυκλικός/περιστρεφόμενος ~. ~ κλιμακοστασίου/οροφής/πόρτας/σοφίτας. ~ με βιτρό/περσίδες. [< μεσν. φεγγίτης] | |
| 54574 | φεγγοβολά | [φεγγοβολᾷ] φεγ-γο-βο-λά ρ. (αμτβ.) {φεγγοβολ-ούσε} & φεγγοβολάει & (σπάν.) φεγγοβολεί (λογοτ.): λαμποκοπά: Άστρα/κεριά ~ούν μες στη νύχτα. Πβ. αστραποβολά, φέγγει.|| (μτφ.) Το βλέμμα του ~. Τα μάτια τους ~ούσαν (= ακτινοβολούσαν, έλαμπαν) από χαρά. Πβ. απαστράπτει.|| (μτφ.) Δίδαγμα/ελπίδα που ~. [< μτγν. φεγγοβολῶ] | |
| 54575 | φεγγοβολή | φεγ-γο-βο-λή ουσ. (θηλ.) & φεγγοβολιά & φεγγοβόλημα (το) (λογοτ.): εκπομπή φωτός, ζωηρή λάμψη: ~ των άστρων/του ήλιου. Πβ. ακτινοβολία, φέγγισμα.|| (μτφ.) Η ~ των ματιών της. ΣΥΝ. φωτοβολή | |
| 54576 | φεγγοβόλος | , α, ο φεγ-γο-βό-λος επίθ. (λογοτ.): φωτεινός, λαμπερός: ~ος: ήλιος. ~α: αστέρια. Πβ. ακτινο-, φωτο-βόλος. [< μτγν. φεγγοβόλος] | |
| 54577 | φέγγος | φέγ-γος ουσ. (ουδ.) {φέγγ-ους | -η} (λόγ.-λογοτ.): διάχυτη λάμψη, φως: το ~ των άστρων/των καντηλιών/της σελήνης.|| (μτφ.) ~ των ματιών/της ψυχής. ΑΝΤ. ζόφος (2) [< αρχ. φέγγος] | |
| 54578 | φέγγω | φέγ-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φέξει, φέγγ-οντας}: φωτίζω. ● φέγγει 1. εκπέμπει φως: Τ' αστέρια ~ουν. Πβ. φεγγίζει, φεγγοβολά. 2. ξημερώνει: Σε λίγο θα φέξει. Βλ. αχνο~, θαμπο~. ΣΥΝ. ροδίζει, φωτίζει, χαράζει ● ΦΡ.: του 'φεξε (προφ.): είναι πολύ τυχερός: Άντε, σου ~ πάλι! Πβ. ανοίγει η τύχη μου., φέξε μου και γλίστρησα βλ. γλιστρώ [< αρχ. φέγγω ‘λάμπω’] | |
| 54579 | φει | βλ. φι | |
| 54580 | φέιγ-βολάν | φέ-ιγ βο-λάν ουσ. (ουδ.) {άκλ., συνήθ. στον πληθ.}: φυλλάδιο, συνήθ. μικρό, με διαφημιστικό ή ενημερωτικό περιεχόμενο, που διανέμεται ή διασκορπίζεται σε πολυσύχναστους δημόσιους χώρους: Διαδηλωτές πέταγαν ~. Βλ. αφίσα, τρικάκι. [< γαλλ. feuille volante] | |
| 54581 | φείδομαι | φεί-δο-μαι ρ. (μτβ.) {αόρ. εφείσθη (προφ.) φείσ-θηκε, -θεί} (+ γεν., κυρ. με άρνηση) (λόγ.): χρησιμοποιώ ή κάνω κάτι με φειδώ, μεμέτρο και σύνεση: Δεν ~εται κόπου/προσπαθειών (: κοπιάζει/προσπαθεί). Δεν εφείσθη επαίνων (: δεν ήταν φειδωλός σε επαίνους). Δεν θα φεισθεί χρημάτων (: δεν θα λυπηθεί τα χρήματα, θα τα δαπανήσει). Βλ. λογαριάζω, υπολογίζω. ΑΝΤ. σπαταλώ ● ΦΡ.: χρόνου φείδου βλ. χρόνος [< αρχ. φείδομαι] | |
| 54582 | φειδώ | φει-δώ ουσ. (θηλ.) {φειδούς} (λόγ.): μέτρο, συγκράτηση, σύνεση: αγορές με ~. Ξοδεύει χωρίς ~ (= αλόγιστα). Προσφέρει χωρίς ~ (= απλόχερα). ΑΝΤ. σπατάλη [< αρχ. φειδώ] | |
| 54583 | φειδωλός | , ή, ό φει-δω-λός επίθ. (λόγ.) 1. που δίνει κάτι με δυσκολία: Είναι ~ στα έξοδά του. Πβ. οικονόμος, σφιχτοχέρης. ΑΝΤ. ανοιχτοχέρης, σπάταλος.|| (μτφ.) ~ σε επαίνους/υποσχέσεις. Δεν είναι ~ στα αισθήματα. Πβ. τσιγκούνης. 2. που χαρακτηρίζεται από μετριοπάθεια, φειδώ: Εμφανίστηκε ~ στις απαντήσεις/στις δηλώσεις/στα λόγια του.|| ~ή: ενημέρωση/κατανάλωση/χρήση (νερού). Πβ. μετρη-, συγκρατη-μένος. ΑΝΤ. αφειδώλευτος ● επίρρ.: φειδωλά [< αρχ. φειδωλός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ