Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55060-55080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54573φεγγίτηςφεγ-γί-της ουσ. (αρσ.): παραθυράκι ή μικρό άνοιγμα σε τοίχο ή στέγη, για να μπαίνει φως ή/και αέρας: γυάλινος/γύψινος/(ημι)κυκλικός/περιστρεφόμενος ~. ~ κλιμακοστασίου/οροφής/πόρτας/σοφίτας. ~ με βιτρό/περσίδες. [< μεσν. φεγγίτης]
54574φεγγοβολά[φεγγοβολᾷ] φεγ-γο-βο-λά ρ. (αμτβ.) {φεγγοβολ-ούσε} & φεγγοβολάει & (σπάν.) φεγγοβολεί (λογοτ.): λαμποκοπά: Άστρα/κεριά ~ούν μες στη νύχτα. Πβ. αστραποβολά, φέγγει.|| (μτφ.) Το βλέμμα του ~. Τα μάτια τους ~ούσαν (= ακτινοβολούσαν, έλαμπαν) από χαρά. Πβ. απαστράπτει.|| (μτφ.) Δίδαγμα/ελπίδα που ~. [< μτγν. φεγγοβολῶ]
54575φεγγοβολήφεγ-γο-βο-λή ουσ. (θηλ.) & φεγγοβολιά & φεγγοβόλημα (το) (λογοτ.): εκπομπή φωτός, ζωηρή λάμψη: ~ των άστρων/του ήλιου. Πβ. ακτινοβολία, φέγγισμα.|| (μτφ.) Η ~ των ματιών της. ΣΥΝ. φωτοβολή
54576φεγγοβόλος, α, ο φεγ-γο-βό-λος επίθ. (λογοτ.): φωτεινός, λαμπερός: ~ος: ήλιος. ~α: αστέρια. Πβ. ακτινο-, φωτο-βόλος. [< μτγν. φεγγοβόλος]
54577φέγγοςφέγ-γος ουσ. (ουδ.) {φέγγ-ους | -η} (λόγ.-λογοτ.): διάχυτη λάμψη, φως: το ~ των άστρων/των καντηλιών/της σελήνης.|| (μτφ.) ~ των ματιών/της ψυχής. ΑΝΤ. ζόφος (2) [< αρχ. φέγγος]
54578φέγγωφέγ-γω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φέξει, φέγγ-οντας}: φωτίζω. ● φέγγει 1. εκπέμπει φως: Τ' αστέρια ~ουν. Πβ. φεγγίζει, φεγγοβολά. 2. ξημερώνει: Σε λίγο θα φέξει. Βλ. αχνο~, θαμπο~. ΣΥΝ. ροδίζει, φωτίζει, χαράζει ● ΦΡ.: του 'φεξε (προφ.): είναι πολύ τυχερός: Άντε, σου ~ πάλι! Πβ. ανοίγει η τύχη μου., φέξε μου και γλίστρησα βλ. γλιστρώ [< αρχ. φέγγω ‘λάμπω’]
54579φειβλ. φι
54580φέιγ-βολάνφέ-ιγ βο-λάν ουσ. (ουδ.) {άκλ., συνήθ. στον πληθ.}: φυλλάδιο, συνήθ. μικρό, με διαφημιστικό ή ενημερωτικό περιεχόμενο, που διανέμεται ή διασκορπίζεται σε πολυσύχναστους δημόσιους χώρους: Διαδηλωτές πέταγαν ~. Βλ. αφίσα, τρικάκι. [< γαλλ. feuille volante]
54581φείδομαιφεί-δο-μαι ρ. (μτβ.) {αόρ. εφείσθη (προφ.) φείσ-θηκε, -θεί} (+ γεν., κυρ. με άρνηση) (λόγ.): χρησιμοποιώ ή κάνω κάτι με φειδώ, μεμέτρο και σύνεση: Δεν ~εται κόπου/προσπαθειών (: κοπιάζει/προσπαθεί). Δεν εφείσθη επαίνων (: δεν ήταν φειδωλός σε επαίνους). Δεν θα φεισθεί χρημάτων (: δεν θα λυπηθεί τα χρήματα, θα τα δαπανήσει). Βλ. λογαριάζω, υπολογίζω. ΑΝΤ. σπαταλώ ● ΦΡ.: χρόνου φείδου βλ. χρόνος [< αρχ. φείδομαι]
54582φειδώφει-δώ ουσ. (θηλ.) {φειδούς} (λόγ.): μέτρο, συγκράτηση, σύνεση: αγορές με ~. Ξοδεύει χωρίς ~ (= αλόγιστα). Προσφέρει χωρίς ~ (= απλόχερα). ΑΝΤ. σπατάλη [< αρχ. φειδώ]
54583φειδωλός, ή, ό φει-δω-λός επίθ. (λόγ.) 1. που δίνει κάτι με δυσκολία: Είναι ~ στα έξοδά του. Πβ. οικονόμος, σφιχτοχέρης. ΑΝΤ. ανοιχτοχέρης, σπάταλος.|| (μτφ.) ~ σε επαίνους/υποσχέσεις. Δεν είναι ~ στα αισθήματα. Πβ. τσιγκούνης. 2. που χαρακτηρίζεται από μετριοπάθεια, φειδώ: Εμφανίστηκε ~ στις απαντήσεις/στις δηλώσεις/στα λόγια του.|| ~ή: ενημέρωση/κατανάλωση/χρήση (νερού). Πβ. μετρη-, συγκρατη-μένος. ΑΝΤ. αφειδώλευτος ● επίρρ.: φειδωλά [< αρχ. φειδωλός]
54584φέικ νιουζφέ-ικ νιους ουσ. (ουδ.) & φέικ νιους {άκλ.}: ψευδείς ή παραποιημένες ειδήσεις ή παραπλανητικές πληροφορίες που εξυπηρετούν ποικίλες σκοπιμότητες και διαδίδονται ταχύτατα κυρ. από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. [< αμερικ. fake news]
54585φέις του φέις(προφ.): πρόσωπο με πρόσωπο. [< αγγλ. face to face, γαλλ. face-à-face, 1965]
54586φέις-κοντρόλφέ-ις κο-ντρόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φυσιογνωμικός έλεγχος στην είσοδο νυχτερινών κέντρων, ώστε να απαγορεύεται η είσοδος σε όσους πελάτες κρίνονται ως ανεπιθύμητοι. Πβ. πόρτα. Βλ. έλεγχος προσώπων. [< αγγλ. face-control]
54587φέισμπουκφέ-ι-σμπουκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης: Μήνυμα στο ~. Βλ. τουίτερ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Facebook, 2004]
54588ΦΕΚ: (το) Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως.
54589φελάφελβλ. φαλάφελ
54590φελάχος, φελάχαφε-λά-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): Αιγύπτιος αγρότης. [< τουρκ. fellah]
54591φελέκιφε-λέ-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): στη ● ΦΡ.: γαμώ την τύχη/το φελέκι μου (υβριστ.): για δήλωση αγανάκτησης, οργής. ΣΥΝ. γαμώ το κέρατό/το στανιό μου/σου [< τουρκ. felek 'μοίρα']
54592φελιζόλφε-λι-ζόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. διογκωμένη πολυστερίνη: πεπιεσμένο/σκληρό/τριμμένο ~. Κομμάτια ~. Συσκευασία με ~. Βλ. γαριδάκι. (ως παραθετικό σύνθ.) Θερμός/ψυγείο ~. Βλ. αφρολέξ. [< ελλην. εμπορ. ονομασ., 1973]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.