| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54584 | φέικ νιουζ | φέ-ικ νιους ουσ. (ουδ.) & φέικ νιους {άκλ.}: ψευδείς ή παραποιημένες ειδήσεις ή παραπλανητικές πληροφορίες που εξυπηρετούν ποικίλες σκοπιμότητες και διαδίδονται ταχύτατα κυρ. από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. [< αμερικ. fake news] | |
| 54585 | φέις του φέις | (προφ.): πρόσωπο με πρόσωπο. [< αγγλ. face to face, γαλλ. face-à-face, 1965] | |
| 54586 | φέις-κοντρόλ | φέ-ις κο-ντρόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φυσιογνωμικός έλεγχος στην είσοδο νυχτερινών κέντρων, ώστε να απαγορεύεται η είσοδος σε όσους πελάτες κρίνονται ως ανεπιθύμητοι. Πβ. πόρτα. Βλ. έλεγχος προσώπων. [< αγγλ. face-control] | |
| 54587 | φέισμπουκ | φέ-ι-σμπουκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΔΙΑΔΙΚΤ. ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης: Μήνυμα στο ~. Βλ. τουίτερ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Facebook, 2004] | |
| 54588 | ΦΕΚ | : (το) Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. | |
| 54589 | φελάφελ | βλ. φαλάφελ | |
| 54590 | φελάχος, φελάχα | φε-λά-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): Αιγύπτιος αγρότης. [< τουρκ. fellah] | |
| 54591 | φελέκι | φε-λέ-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): στη ● ΦΡ.: γαμώ την τύχη/το φελέκι μου (υβριστ.): για δήλωση αγανάκτησης, οργής. ΣΥΝ. γαμώ το κέρατό/το στανιό μου/σου [< τουρκ. felek 'μοίρα'] | |
| 54592 | φελιζόλ | φε-λι-ζόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. διογκωμένη πολυστερίνη: πεπιεσμένο/σκληρό/τριμμένο ~. Κομμάτια ~. Συσκευασία με ~. Βλ. γαριδάκι. (ως παραθετικό σύνθ.) Θερμός/ψυγείο ~. Βλ. αφρολέξ. [< ελλην. εμπορ. ονομασ., 1973] | |
| 54593 | φελλόδρυς | φελ-λό-δρυς ουσ. (θηλ.) & φελλοδρύς (λόγ.) & φελλόδεντρο (το): ΒΟΤ. είδος δρυός (επιστ. ονομασ. Quercus suber), από τον παχύ φλοιό της οποίας παράγεται ο φελλός. [< μτγν. φελλόδρυς] | |
| 54594 | φελλός | φελ-λός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. ελαφρύ, ελαστικό και στεγανό φυσικό προϊόν που παράγεται από τον φλοιό της φελλόδρυος· συνεκδ. το αντικείμενο, συνήθ. πώμα, που παρασκευάζεται από το αντίστοιχο υλικό: ~ σε θραύσματα/κόκκους/σκόνη. Δάπεδα/πίνακας ανακοινώσεων/σουβέρ ~ού. Πλάκες/φύλλα ~ού.|| (σε μπουκάλια:) Συνθετικοί ~οί. Ανοιχτήρι ~ών. Πετάχτηκε ο ~ (της σαμπάνιας). Πβ. βούλωμα, καπάκι, τάπα1.|| Δίχτυα για ψάρεμα με ~ούς. 2. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) άχρηστος, ανόητος. Πβ. τενεκές. ● ΦΡ.: οι φελλοί (πάντα) επιπλέουν (μτφ.): οι ανάξιοι καταξιώνονται ή επιβιώνουν. [< 1: αρχ. φελλός] | |
| 54595 | φελλώδης | , ης, ες φελ-λώ-δης επίθ. {φελλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει φτιαχτεί από φελλό ή μοιάζει στην υφή με αυτόν: || (ΒΟΤ.) ~ης: ιστός. ~ες: στρώμα. Βλ. -ώδης. [< μτγν. φελλώδης] | |
| 54596 | φελόνι | βλ. φαιλόνιο | |
| 54597 | φελούκα | φε-λού-κα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. (παλαιότ., στη Μεσόγειο) ξύλινο χαμηλό και στενό πλοιάριο με κουπιά ή πανιά. Πβ. βάρκα. [< ιταλ. feluca] | |
| 54598 | φέλπα | φέλ-πα ουσ. (θηλ.): μάλλινο ή βαμβακερό ύφασμα που μοιάζει με βελούδο, αλλά είναι κατώτερης ποιότητας. [< ιταλ. felpa] | |
| 54599 | φεμινισμός | φε-μι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεωρία και κίνημα που διεκδικεί τη χειραφέτηση της γυναίκας και την εξίσωσή της με τον άνδρα σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής: πολιτιστικός/ριζοσπαστικός/φιλελεύθερος ~. Βλ. -ισμός, οικο~, σεξισμός. ΑΝΤ. αντιφεμινισμός [< γαλλ. féminisme, περ. 1840, αγγλ. feminism, 1893] | |
| 54600 | φεμινιστικός | , ή, ό φε-μι-νι-στι-κός επίθ.: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που σχετίζεται με τον φεμινισμό ή τις φεμινίστριες: ~ή: γλωσσολογία/δράση/θεωρία/ιδεολογία/κίνηση/κριτική/οπτική/προσέγγιση/ταινία. ~ές: αντιλήψεις/διεκδικήσεις/ιδέες/ομάδες/οργανώσεις. ~ά: ρεύματα.|| (ως ουσ., προφ.-συνήθ. ειρων.) Άρχισε πάλι τα ~ά της. ΑΝΤ. αντιφεμινιστικός ● επίρρ.: φεμινιστικά ● ΣΥΜΠΛ.: γυναικείο/φεμινιστικό κίνημα βλ. κίνημα, σπουδές (του) φύλου βλ. σπουδή [< γαλλ. féministe] | |
| 54601 | φεμινίστρια | φε-μι-νί-στρι-α ουσ. (θηλ.) {σπάν. αρσ. φεμινιστής}: οπαδός του φεμινισμού: ένθερμη/μαχητική/ριζοσπαστική/φανατική ~. Πβ. σουφραζέτα.|| (ως επίθ.) ~ συγγραφέας. ΑΝΤ. αντιφεμινιστής, αντιφεμινίστρια [< γαλλ. féministe] | |
| 54602 | φενάκη | φε-νά-κη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) απάτη, πλάνη, ψέμα: ιδεολογική ~. ΣΥΝ. εξαπάτηση 2. (παλαιότ.) περούκα. [< μτγν. φενάκη] | |
| 54603 | φενακίζω | φε-να-κί-ζω ρ. (μτβ.) {φενακι-σμένος} (αρχαιοπρ.): εξαπατώ, παραπλανώ: ~ει το πλήθος. ~σμένη: συνείδηση. [< αρχ. φενακίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ