| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54593 | φελλόδρυς | φελ-λό-δρυς ουσ. (θηλ.) & φελλοδρύς (λόγ.) & φελλόδεντρο (το): ΒΟΤ. είδος δρυός (επιστ. ονομασ. Quercus suber), από τον παχύ φλοιό της οποίας παράγεται ο φελλός. [< μτγν. φελλόδρυς] | |
| 54594 | φελλός | φελ-λός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. ελαφρύ, ελαστικό και στεγανό φυσικό προϊόν που παράγεται από τον φλοιό της φελλόδρυος· συνεκδ. το αντικείμενο, συνήθ. πώμα, που παρασκευάζεται από το αντίστοιχο υλικό: ~ σε θραύσματα/κόκκους/σκόνη. Δάπεδα/πίνακας ανακοινώσεων/σουβέρ ~ού. Πλάκες/φύλλα ~ού.|| (σε μπουκάλια:) Συνθετικοί ~οί. Ανοιχτήρι ~ών. Πετάχτηκε ο ~ (της σαμπάνιας). Πβ. βούλωμα, καπάκι, τάπα1.|| Δίχτυα για ψάρεμα με ~ούς. 2. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) άχρηστος, ανόητος. Πβ. τενεκές. ● ΦΡ.: οι φελλοί (πάντα) επιπλέουν (μτφ.): οι ανάξιοι καταξιώνονται ή επιβιώνουν. [< 1: αρχ. φελλός] | |
| 54595 | φελλώδης | , ης, ες φελ-λώ-δης επίθ. {φελλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει φτιαχτεί από φελλό ή μοιάζει στην υφή με αυτόν: || (ΒΟΤ.) ~ης: ιστός. ~ες: στρώμα. Βλ. -ώδης. [< μτγν. φελλώδης] | |
| 54596 | φελόνι | βλ. φαιλόνιο | |
| 54597 | φελούκα | φε-λού-κα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. (παλαιότ., στη Μεσόγειο) ξύλινο χαμηλό και στενό πλοιάριο με κουπιά ή πανιά. Πβ. βάρκα. [< ιταλ. feluca] | |
| 54598 | φέλπα | φέλ-πα ουσ. (θηλ.): μάλλινο ή βαμβακερό ύφασμα που μοιάζει με βελούδο, αλλά είναι κατώτερης ποιότητας. [< ιταλ. felpa] | |
| 54599 | φεμινισμός | φε-μι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεωρία και κίνημα που διεκδικεί τη χειραφέτηση της γυναίκας και την εξίσωσή της με τον άνδρα σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής: πολιτιστικός/ριζοσπαστικός/φιλελεύθερος ~. Βλ. -ισμός, οικο~, σεξισμός. ΑΝΤ. αντιφεμινισμός [< γαλλ. féminisme, περ. 1840, αγγλ. feminism, 1893] | |
| 54600 | φεμινιστικός | , ή, ό φε-μι-νι-στι-κός επίθ.: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που σχετίζεται με τον φεμινισμό ή τις φεμινίστριες: ~ή: γλωσσολογία/δράση/θεωρία/ιδεολογία/κίνηση/κριτική/οπτική/προσέγγιση/ταινία. ~ές: αντιλήψεις/διεκδικήσεις/ιδέες/ομάδες/οργανώσεις. ~ά: ρεύματα.|| (ως ουσ., προφ.-συνήθ. ειρων.) Άρχισε πάλι τα ~ά της. ΑΝΤ. αντιφεμινιστικός ● επίρρ.: φεμινιστικά ● ΣΥΜΠΛ.: γυναικείο/φεμινιστικό κίνημα βλ. κίνημα, σπουδές (του) φύλου βλ. σπουδή [< γαλλ. féministe] | |
| 54601 | φεμινίστρια | φε-μι-νί-στρι-α ουσ. (θηλ.) {σπάν. αρσ. φεμινιστής}: οπαδός του φεμινισμού: ένθερμη/μαχητική/ριζοσπαστική/φανατική ~. Πβ. σουφραζέτα.|| (ως επίθ.) ~ συγγραφέας. ΑΝΤ. αντιφεμινιστής, αντιφεμινίστρια [< γαλλ. féministe] | |
| 54602 | φενάκη | φε-νά-κη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) απάτη, πλάνη, ψέμα: ιδεολογική ~. ΣΥΝ. εξαπάτηση 2. (παλαιότ.) περούκα. [< μτγν. φενάκη] | |
| 54603 | φενακίζω | φε-να-κί-ζω ρ. (μτβ.) {φενακι-σμένος} (αρχαιοπρ.): εξαπατώ, παραπλανώ: ~ει το πλήθος. ~σμένη: συνείδηση. [< αρχ. φενακίζω] | |
| 54604 | φενακισμός | φε-να-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): εξαπάτηση, παραπλάνηση: ~ των αφελών. Βλ. -ισμός. [< αρχ. φενακισμός] | |
| 54605 | φενγκ σούι | φενγκ σού-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αρχαία κινεζική τέχνη που ασχολείται με τον τρόπο διαρρύθμισης των αντικειμένων σε έναν χώρο, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται αρμονία: σεμινάρια/συμβουλές ~. Η φιλοσοφία του ~. Εφαρμογές ~ στην εργασία/στο σπίτι. Βλ. γιανγκ, γιν, χωροθεσία. [< αγγλ. feng shui, γαλλ. ~, 1988] | |
| 54606 | φεντεραλισμός | φε-ντε-ρα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. θεωρία και μορφή πολιτικής οργάνωσης με κεντρικό άξονα την ομοσπονδιοποίηση. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. federalism] | |
| 54607 | φεντεραλιστής | φε-ντε-ρα-λι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του φεντεραλισμού. [< αγγλ. federalist] | |
| 54608 | φεντεραλιστικός | , ή, ό φε-ντε-ρα-λι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον φεντεραλισμό ή τον φεντεραλιστή: ~ό: κίνημα/σύστημα. Πβ. ομοσπονδιακός. [< αγγλ. federalistic] | |
| 54609 | φέξη | φέ-ξη ουσ. (θηλ.): γέμιση του φεγγαριού. Μόνο στη ● ΦΡ.: στη χάση και στη φέξη (προφ.): αραιά και πού, μια (φορά) στις τόσες: Συναντιόμαστε ~ ~. | |
| 54610 | φεουδάρχης | φε-ου-δάρ-χης ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. ιδιοκτήτης φέουδου: ισχυροί/τοπικοί ~ες. Πβ. πυργοδεσπότης, τιμαριούχος, τσιφλικάς. Βλ. γαιοκτήμονας, μεγαλοκτηματίας.|| (μτφ.-μειωτ.) Κομματικοί ~ες. Βλ. -άρχης. [< γαλλ. (seigneur) féodal] | |
| 54611 | φεουδαρχία | φε-ου-δαρ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΣΤ. (στη μεσαιωνική Ευρώπη) κοινωνικό και οικονομικό σύστημα που βασιζόταν στον θεσμό του φέουδου. Πβ. τιμαριωτισμός. Βλ. δουλοπαροικία, -αρχία. ΣΥΝ. φεουδαρχισμός 2. (κατ' επέκτ.-μειωτ.) ολιγαρχία. [< γαλλ. féodalité] | |
| 54612 | φεουδαρχικός | , ή, ό φε-ου-δαρ-χι-κός επίθ. & φεουδαλικός: που σχετίζεται με τη φεουδαρχία ή τον φεουδάρχη: (ΙΣΤ.) ~ός: Μεσαίωνας. ~ή: αριστοκρατία/εξουσία/εποχή/ιδιοκτησία/κοινωνία/τάξη. ~ό: καθεστώς/κράτος/μοντέλο/σύστημα. ~ές: δομές/σχέσεις. ~ά: κατάλοιπα. Πβ. τιμαριωτικός.|| (κατ' επεκτ.-μειωτ.) ~ή: νοοτροπία. ~ές: αντιλήψεις. Πβ. ολιγαρχικός. ● επίρρ.: φεουδαρχικά [< γαλλ. féodal] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ