Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55100-55120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54613φεουδαρχισμόςφε-ου-δαρ-χι-σμός ουσ. (αρσ.) & φεουδαλισμός: ΙΣΤ. φεουδαρχία. Πβ. τιμαριωτισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. féodalisme]
54614φέουδοφέ-ου-δο ουσ. (ουδ.) 1. ΙΣΤ. έκταση γης που παραχωρούσε ο ηγεμόνας μεσαιωνικού κράτους σε ευγενή, με αντάλλαγμα την παροχή κυρ. στρατιωτικών υπηρεσιών. 2. (μτφ.-μειωτ.) ιδιοκτησία: Το Υπουργείο δεν είναι ~ κανενός. ΣΥΝ. κτήμα (2), τιμάριο (2), τσιφλίκι (2) [< ιταλ. feudo]
54615φερ φορζέφερ φορ-ζέ επίθ./ουσ. {άκλ.} & (σπάν.) φερφορζέ: σφυρηλατημένος σίδηρος· (συνεκδ., στον πληθ.) έπιπλα εξωτερικού χώρου κατασκευασμένα από το συγκεκριμένο μέταλλο: καρέκλες/παγκάκι/τραπέζι (από) ~.|| Βεράντα με ~. [< γαλλ. fer forgé]
54616φερέγγυος, α, ο φε-ρέγ-γυ-ος επίθ. (λόγ.): αξιόπιστος: (ΟΙΚΟΝ.-ΝΟΜ.) ~α: τράπεζα. ΣΥΝ. αξιόχρεος.|| ~α: πρόταση. ~ες: πολιτικές. ~α: πρόσωπα. ΑΝΤ. αφερέγγυος (1) [< αρχ. φερέγγυος]
54617φερεγγυότηταφε-ρεγ-γυ-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ικανότητα κάποιου να ανταποκρίνεται με συνέπεια στις υποχρεώσεις του, αξιοπιστία: (ΟΙΚΟΝ.-ΝΟΜ.) ~ μιας τράπεζας. Εξέταση της ~ας φυσικών ή νομικών προσώπων.|| Αμφιβολίες για τη ~ μιας μαρτυρίας. Σχέσεις που διακρίνονται από ~ και επαγγελματισμό. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αφερεγγυότητα (1) [< γαλλ. solvabilité]
54618φερειπείνβλ. φέρω
54619φέρελπις, ις, ι φέ-ρελ-πις επίθ. {φερέλπ-ιδος, -ι(ν) | -ιδες, -ιδων} (λόγ.): ελπιδοφόρος, πολλά υποσχόμενος: ~ις: νέος/πολιτικός/υποψήφιος. Πβ. εύελπις.
54620φερέοικος, η, ο φε-ρέ-οι-κος επίθ. (παρωχ.-λόγ.) 1. που έχει όστρακο, καβούκι: ~α: ζώα. Βλ. σαλιγκάρι, χελώνα. 2. (για πρόσ.) περιπλανώμενος. Πβ. ανέστιος, νομάδας, πλάνης. [< αρχ. φερέοικος]
58775φέρεται

βλ. φέρω

54621φερετζέςφε-ρε-τζές ουσ. (αρσ.): υφασμάτινο κάλυμμα του προσώπου (εκτός από τα μάτια) των μουσουλμάνων γυναικών. Βλ. -ές, καλύπτρα, μπούρκα, νικάμπ, τσαντόρ. ● ΦΡ.: όλα τα 'χε/'χει η Μαριωρή, ο φερετζές της έλειπε/λείπει (παροιμ.): για ξαφνική ατυχία που έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά δυσάρεστων γεγονότων ή καταστάσεων· για περιττό ή ανεπιθύμητο, τη δεδομένη στιγμή, πράγμα (ή πρόσωπο). [< μεσν. φερετζέ < τουρκ. ferace ‘πανωφόρι’]
54622φέρετροφέ-ρε-τρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έτρου} 1. μακρόστενο κιβώτιο, συνήθ. ξύλινο, όπου τοποθετείται ο νεκρός, για να ταφεί. Βλ. λάρνακα, σαρκοφάγος. ΣΥΝ. κάσα (1), κιβούρι 2. (μτφ.) μεταφορικό μέσο, συνήθ. παλιό ή/και με τεχνικά προβλήματα, που θεωρείται επικίνδυνο ή αποτελεί αιτία πολύνεκρου δυστυχήματος: ιπτάμενο ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Πλοίο-~. ΣΥΝ. νεκροφόρα (2) ● ΦΡ.: το τελευταίο καρφί στο φέρετρο (μτφ.): η τελευταία και καθοριστική πράξη που επισφραγίζει αποτυχία ή καταδίκη: Βάζω/μπαίνει ~ ~. Η ήττα της ομάδας αποτελεί/είναι ~ ~. [< μτγν. φέρετρον 'φορητό ανάκλιντρο, φορείο']
54623φερέφωνοφε-ρέ-φω-νο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): πρόσωπο που μεταφέρει άβουλα και άκριτα τα λόγια και τις απόψεις τρίτων, ενεργώντας για λογαριασμό τους: κομματικό/κυβερνητικό ~. ~ του προέδρου. Πβ. δορυφόρος, κεκράκτες, παπαγαλάκι. Βλ. άθυρμα, ανδρείκελο, εγκάθετος, εντολοδόχος, μαριονέτα, όργανο, πιόνι, υποχείριο. ΣΥΝ. ηχώ (2) [< γαλλ. porte-parole]
54624φεριμπότφε-ρι-μπότ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φέρι-μποτ & (προφ.) φέρι: πλοίο που μεταφέρει οχήματα και τους επιβάτες τους, εκτελώντας τακτικά δρομολόγια σε σχετικά κοντινές αποστάσεις: ανταπόκριση/γραμμή ~ για νησί. ΣΥΝ. οχηματαγωγό (1), πορθμείο (2) [< αγγλ. ferryboat]
54625φερίτηςφε-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΑΛΛ. καθαρός σίδηρος. Βλ. -ίτης2.φερίτες (οι): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. οξείδια του τρισθενούς σιδήρου, εξαγωνικής δομής, με μαγνητικές ιδιότητες, που ανήκουν στα κεραμικά υλικά και έχουν ποικίλες εφαρμογές σε ηλεκτρομηχανικές και μικροκυματικές διατάξεις, αισθητήρες και ιατρικές συσκευές: ειδικοί/θερμικοί/μαλακοί/σκληροί ~. Καλώδιο θωρακισμένο με δύο ~. [< γαλλ. ferrites, περ. 1950] [< αγγλ. ferrite]
54626φεριτικός, ή, ό φε-ρι-τι-κός επίθ.: ΜΕΤΑΛΛ. που περιέχει φερίτη: ~ός: χάλυβας. ~ή: δομή. [< αγγλ. ferritic, 1927]
54627φεριτίνηφε-ρι-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη, κυρ. στο ήπαρ και τη σπλήνα, στην οποία αποθηκεύεται ο σίδηρος: η ~ (ορού) ως δείκτης για τη διάγνωση σιδηροπενίας. Τα επίπεδα/η τιμή (της) ~ης στο αίμα. Βλ. αιματοκρίτης, φολικό οξύ, -ίνη. [< αγγλ. ferritin, 1937, γαλλ. ferritine, 1961]
54628φέρμαφέρ-μα ουσ. (θηλ.): φάση του κυνηγιού κατά την οποία ο σκύλος, μόλις αισθανθεί την παρουσία θηράματος, σταματά αμέσως και παραμένει ακίνητος, μέχρι να το τουφεκίσει ο κυνηγός: λευκή ~ (: όταν δεν υπάρχει ή δεν υπήρχε νωρίτερα θήραμα). Θέση/κολάρο ~ας. [< ιταλ. ferma]
54629φερμάνιβλ. φιρμάνι
54630φερμάρωφερ-μά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φέρμαρ-ε κ. -ισε} (προφ.) 1. ΝΑΥΤ. τεντώνω, τραβώ το σχοινί: Το βαπόρι ~ει τους κάβους του. ~ουμε τη σκότα. ΑΝΤ. λασκάρω (1) 2. παρατηρώ προσεκτικά κάποιον ή κάτι, εστιάζω το βλέμμα μου σε αυτό(ν). ● φερμάρει: (για κυνηγόσκυλο ή αιλουροειδές) σταματά να κινείται, μόλις αντιληφθεί την παρουσία θηράματος. [< ιταλ. fermare]
54631φέρμεληφέρ-με-λη ουσ. (θηλ.): το γιλέκο του εύζωνα, διακοσμημένο με κέντημα υψηλής και σπάνιας χειροποίητης τεχνικής: χρυσοποίκιλτη ~. [< αλβ. fermelé]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.