Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [55100-55120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54604φενακισμόςφε-να-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): εξαπάτηση, παραπλάνηση: ~ των αφελών. Βλ. -ισμός. [< αρχ. φενακισμός]
54605φενγκ σούιφενγκ σού-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: αρχαία κινεζική τέχνη που ασχολείται με τον τρόπο διαρρύθμισης των αντικειμένων σε έναν χώρο, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται αρμονία: σεμινάρια/συμβουλές ~. Η φιλοσοφία του ~. Εφαρμογές ~ στην εργασία/στο σπίτι. Βλ. γιανγκ, γιν, χωροθεσία. [< αγγλ. feng shui, γαλλ. ~, 1988]
54606φεντεραλισμόςφε-ντε-ρα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. θεωρία και μορφή πολιτικής οργάνωσης με κεντρικό άξονα την ομοσπονδιοποίηση. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. federalism]
54607φεντεραλιστήςφε-ντε-ρα-λι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του φεντεραλισμού. [< αγγλ. federalist]
54608φεντεραλιστικός, ή, ό φε-ντε-ρα-λι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον φεντεραλισμό ή τον φεντεραλιστή: ~ό: κίνημα/σύστημα. Πβ. ομοσπονδιακός. [< αγγλ. federalistic]
54609φέξηφέ-ξη ουσ. (θηλ.): γέμιση του φεγγαριού. Μόνο στη ● ΦΡ.: στη χάση και στη φέξη (προφ.): αραιά και πού, μια (φορά) στις τόσες: Συναντιόμαστε ~ ~.
54610φεουδάρχηςφε-ου-δάρ-χης ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. ιδιοκτήτης φέουδου: ισχυροί/τοπικοί ~ες. Πβ. πυργοδεσπότης, τιμαριούχος, τσιφλικάς. Βλ. γαιοκτήμονας, μεγαλοκτηματίας.|| (μτφ.-μειωτ.) Κομματικοί ~ες. Βλ. -άρχης. [< γαλλ. (seigneur) féodal]
54611φεουδαρχίαφε-ου-δαρ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΣΤ. (στη μεσαιωνική Ευρώπη) κοινωνικό και οικονομικό σύστημα που βασιζόταν στον θεσμό του φέουδου. Πβ. τιμαριωτισμός. Βλ. δουλοπαροικία, -αρχία. ΣΥΝ. φεουδαρχισμός 2. (κατ' επέκτ.-μειωτ.) ολιγαρχία. [< γαλλ. féodalité]
54612φεουδαρχικός, ή, ό φε-ου-δαρ-χι-κός επίθ. & φεουδαλικός: που σχετίζεται με τη φεουδαρχία ή τον φεουδάρχη: (ΙΣΤ.) ~ός: Μεσαίωνας. ~ή: αριστοκρατία/εξουσία/εποχή/ιδιοκτησία/κοινωνία/τάξη. ~ό: καθεστώς/κράτος/μοντέλο/σύστημα. ~ές: δομές/σχέσεις. ~ά: κατάλοιπα. Πβ. τιμαριωτικός.|| (κατ' επεκτ.-μειωτ.) ~ή: νοοτροπία. ~ές: αντιλήψεις. Πβ. ολιγαρχικός. ● επίρρ.: φεουδαρχικά [< γαλλ. féodal]
54613φεουδαρχισμόςφε-ου-δαρ-χι-σμός ουσ. (αρσ.) & φεουδαλισμός: ΙΣΤ. φεουδαρχία. Πβ. τιμαριωτισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. féodalisme]
54614φέουδοφέ-ου-δο ουσ. (ουδ.) 1. ΙΣΤ. έκταση γης που παραχωρούσε ο ηγεμόνας μεσαιωνικού κράτους σε ευγενή, με αντάλλαγμα την παροχή κυρ. στρατιωτικών υπηρεσιών. 2. (μτφ.-μειωτ.) ιδιοκτησία: Το Υπουργείο δεν είναι ~ κανενός. ΣΥΝ. κτήμα (2), τιμάριο (2), τσιφλίκι (2) [< ιταλ. feudo]
54615φερ φορζέφερ φορ-ζέ επίθ./ουσ. {άκλ.} & (σπάν.) φερφορζέ: σφυρηλατημένος σίδηρος· (συνεκδ., στον πληθ.) έπιπλα εξωτερικού χώρου κατασκευασμένα από το συγκεκριμένο μέταλλο: καρέκλες/παγκάκι/τραπέζι (από) ~.|| Βεράντα με ~. [< γαλλ. fer forgé]
54616φερέγγυος, α, ο φε-ρέγ-γυ-ος επίθ. (λόγ.): αξιόπιστος: (ΟΙΚΟΝ.-ΝΟΜ.) ~α: τράπεζα. ΣΥΝ. αξιόχρεος.|| ~α: πρόταση. ~ες: πολιτικές. ~α: πρόσωπα. ΑΝΤ. αφερέγγυος (1) [< αρχ. φερέγγυος]
54617φερεγγυότηταφε-ρεγ-γυ-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ικανότητα κάποιου να ανταποκρίνεται με συνέπεια στις υποχρεώσεις του, αξιοπιστία: (ΟΙΚΟΝ.-ΝΟΜ.) ~ μιας τράπεζας. Εξέταση της ~ας φυσικών ή νομικών προσώπων.|| Αμφιβολίες για τη ~ μιας μαρτυρίας. Σχέσεις που διακρίνονται από ~ και επαγγελματισμό. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αφερεγγυότητα (1) [< γαλλ. solvabilité]
54618φερειπείνβλ. φέρω
54619φέρελπις, ις, ι φέ-ρελ-πις επίθ. {φερέλπ-ιδος, -ι(ν) | -ιδες, -ιδων} (λόγ.): ελπιδοφόρος, πολλά υποσχόμενος: ~ις: νέος/πολιτικός/υποψήφιος. Πβ. εύελπις.
54620φερέοικος, η, ο φε-ρέ-οι-κος επίθ. (παρωχ.-λόγ.) 1. που έχει όστρακο, καβούκι: ~α: ζώα. Βλ. σαλιγκάρι, χελώνα. 2. (για πρόσ.) περιπλανώμενος. Πβ. ανέστιος, νομάδας, πλάνης. [< αρχ. φερέοικος]
58775φέρεται

βλ. φέρω

54621φερετζέςφε-ρε-τζές ουσ. (αρσ.): υφασμάτινο κάλυμμα του προσώπου (εκτός από τα μάτια) των μουσουλμάνων γυναικών. Βλ. -ές, καλύπτρα, μπούρκα, νικάμπ, τσαντόρ. ● ΦΡ.: όλα τα 'χε/'χει η Μαριωρή, ο φερετζές της έλειπε/λείπει (παροιμ.): για ξαφνική ατυχία που έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά δυσάρεστων γεγονότων ή καταστάσεων· για περιττό ή ανεπιθύμητο, τη δεδομένη στιγμή, πράγμα (ή πρόσωπο). [< μεσν. φερετζέ < τουρκ. ferace ‘πανωφόρι’]
54622φέρετροφέ-ρε-τρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έτρου} 1. μακρόστενο κιβώτιο, συνήθ. ξύλινο, όπου τοποθετείται ο νεκρός, για να ταφεί. Βλ. λάρνακα, σαρκοφάγος. ΣΥΝ. κάσα (1), κιβούρι 2. (μτφ.) μεταφορικό μέσο, συνήθ. παλιό ή/και με τεχνικά προβλήματα, που θεωρείται επικίνδυνο ή αποτελεί αιτία πολύνεκρου δυστυχήματος: ιπτάμενο ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Πλοίο-~. ΣΥΝ. νεκροφόρα (2) ● ΦΡ.: το τελευταίο καρφί στο φέρετρο (μτφ.): η τελευταία και καθοριστική πράξη που επισφραγίζει αποτυχία ή καταδίκη: Βάζω/μπαίνει ~ ~. Η ήττα της ομάδας αποτελεί/είναι ~ ~. [< μτγν. φέρετρον 'φορητό ανάκλιντρο, φορείο']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.