| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54623 | φερέφωνο | φε-ρέ-φω-νο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): πρόσωπο που μεταφέρει άβουλα και άκριτα τα λόγια και τις απόψεις τρίτων, ενεργώντας για λογαριασμό τους: κομματικό/κυβερνητικό ~. ~ του προέδρου. Πβ. δορυφόρος, κεκράκτες, παπαγαλάκι. Βλ. άθυρμα, ανδρείκελο, εγκάθετος, εντολοδόχος, μαριονέτα, όργανο, πιόνι, υποχείριο. ΣΥΝ. ηχώ (2) [< γαλλ. porte-parole] | |
| 55263 | φερέφωνο | φο-ρο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φορολογώ: άδικη/αναδρομική/αυτοτελής/έκτακτη/εξοντωτική/ευνοϊκή/πρόσθετη/υψηλή ~. ~ των ακινήτων/αποταμιεύσεων/αυτοκινήτων/εισοδημάτων/ελεύθερων επαγγελματιών/εσόδων/καταθέσεων/καυσίμων/κερδών (κεφαλαίου)/προϊόντων/συναλλαγών/τόκων/υπηρεσιών. Κλίμακα/μέτρα/συντελεστές/σύστημα ~ης. Επίδομα που δεν υπόκειται σε ~. Πβ. φορολογία. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. αποφορολόγηση [< γαλλ. imposition] | |
| 54624 | φεριμπότ | φε-ρι-μπότ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φέρι-μποτ & (προφ.) φέρι: πλοίο που μεταφέρει οχήματα και τους επιβάτες τους, εκτελώντας τακτικά δρομολόγια σε σχετικά κοντινές αποστάσεις: ανταπόκριση/γραμμή ~ για νησί. ΣΥΝ. οχηματαγωγό (1), πορθμείο (2) [< αγγλ. ferryboat] | |
| 54625 | φερίτης | φε-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΑΛΛ. καθαρός σίδηρος. Βλ. -ίτης2. ● φερίτες (οι): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. οξείδια του τρισθενούς σιδήρου, εξαγωνικής δομής, με μαγνητικές ιδιότητες, που ανήκουν στα κεραμικά υλικά και έχουν ποικίλες εφαρμογές σε ηλεκτρομηχανικές και μικροκυματικές διατάξεις, αισθητήρες και ιατρικές συσκευές: ειδικοί/θερμικοί/μαλακοί/σκληροί ~. Καλώδιο θωρακισμένο με δύο ~. [< γαλλ. ferrites, περ. 1950] [< αγγλ. ferrite] | |
| 54626 | φεριτικός | , ή, ό φε-ρι-τι-κός επίθ.: ΜΕΤΑΛΛ. που περιέχει φερίτη: ~ός: χάλυβας. ~ή: δομή. [< αγγλ. ferritic, 1927] | |
| 54627 | φεριτίνη | φε-ρι-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη, κυρ. στο ήπαρ και τη σπλήνα, στην οποία αποθηκεύεται ο σίδηρος: η ~ (ορού) ως δείκτης για τη διάγνωση σιδηροπενίας. Τα επίπεδα/η τιμή (της) ~ης στο αίμα. Βλ. αιματοκρίτης, φολικό οξύ, -ίνη. [< αγγλ. ferritin, 1937, γαλλ. ferritine, 1961] | |
| 54628 | φέρμα | φέρ-μα ουσ. (θηλ.): φάση του κυνηγιού κατά την οποία ο σκύλος, μόλις αισθανθεί την παρουσία θηράματος, σταματά αμέσως και παραμένει ακίνητος, μέχρι να το τουφεκίσει ο κυνηγός: λευκή ~ (: όταν δεν υπάρχει ή δεν υπήρχε νωρίτερα θήραμα). Θέση/κολάρο ~ας. [< ιταλ. ferma] | |
| 54629 | φερμάνι | βλ. φιρμάνι | |
| 54630 | φερμάρω | φερ-μά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φέρμαρ-ε κ. -ισε} (προφ.) 1. ΝΑΥΤ. τεντώνω, τραβώ το σχοινί: Το βαπόρι ~ει τους κάβους του. ~ουμε τη σκότα. ΑΝΤ. λασκάρω (1) 2. παρατηρώ προσεκτικά κάποιον ή κάτι, εστιάζω το βλέμμα μου σε αυτό(ν). ● φερμάρει: (για κυνηγόσκυλο ή αιλουροειδές) σταματά να κινείται, μόλις αντιληφθεί την παρουσία θηράματος. [< ιταλ. fermare] | |
| 54631 | φέρμελη | φέρ-με-λη ουσ. (θηλ.): το γιλέκο του εύζωνα, διακοσμημένο με κέντημα υψηλής και σπάνιας χειροποίητης τεχνικής: χρυσοποίκιλτη ~. [< αλβ. fermelé] | |
| 54632 | φέρμιο | φέρ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {φερμίου}: ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Fm, Z 100). Βλ. ακτινίδες. [< αγγλ. fermium, 1955 < ιταλ. ανθρ. E. Fermi, γαλλ. ~, 1957] | |
| 54633 | φερμιόνιο | φερ-μι-ό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. ΠΥΡ. στοιχειώδες σωματίδιο του οποίου το σπιν είναι περιττό πολλαπλάσιο του 1/2. Βλ. μποζόνιο. [< αγγλ. fermion, 1947, γαλλ. ~, 1955] | |
| 26215 | φερμουάρ | κου-μπώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κούμπω-σα, (προστ.) κουμπώ-σου, -θηκα, -θεί, -μένος, κουμπών-οντας} 1. περνώ κουμπί μέσα από τρύπα ή σχισμή, το εφαρμόζω σε ειδική υποδοχή, κλείνω το άνοιγμα ενός ρούχου: ~ τη ζακέτα/την μπλούζα/το παλτό/το παντελόνι/το πουκάμισο/το φόρεμα. ~σε το φερμουάρ του. ~σου, μην κρυώσεις! ~θηκε βιαστικά. Πβ. θηλυκώνω. ΑΝΤ. ξεκουμπώνω 2. (προφ.-μτφ.) βάζω: Δεν ~σε καλά την ταχύτητα (σε όχημα). ● κουμπώνει 1. κλείνει με κούμπωμα: Η φούστα ~ με κόπιτσα/φερμουάρ. Σουτιέν που ~ (από) μπροστά/πίσω. Το σακάκι ~ σταυρωτά. Η ζώνη/το λουράκι ~ στο πλάι. 2. (μτφ.-προφ.) ταιριάζει: Η φωνή του ~ απόλυτα με το τραγούδι. ● Παθ.: κουμπώνομαι (μτφ.-προφ.): είμαι επιφυλακτικός, κλειστός απέναντι σε κάποιον ή κάτι: Ο φόβος μ' έκανε να ~θώ (: να κλειστώ στον εαυτό μου). [< μεσν. κομπώνω] | |
| 54634 | φερμουάρ | φερ-μου-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μηχανισμός σε ρούχα ή αξεσουάρ που αποτελείται από δύο παράλληλες σειρές μεταλλικών ή πλαστικών δοντιών, τα οποία ενώνονται ή χωρίζονται, όταν μια μικρή λαβή σύρεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω αντίστοιχα: αδιάβροχο ~ (αρβύλας/παντελονιού/υπνόσακου). Κασετίνα/μπότες/πορτοφόλι/τσαντάκι/φούτερ με ~. Σακίδιο με πλευρικά ανοιγόμενα ~ (βλ. τσέπες). Ανεβάζω/κατεβάζω/κλείνω/(ξε)κουμπώνω το ~. Κόλλησε/φράκαρε το ~. ● ΦΡ.: βάζω φερμουάρ στο στόμα κάποιου (μτφ.-προφ.): του αφαιρώ το δικαίωμα να μιλά ελεύθερα. [< γαλλ. fermoir] | |
| 54635 | φερμουίτ | βλ. θερμουίτ | |
| 54636 | φέρνω | φέρ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έφερα, φέρει, φέρν-οντας, φερμένος} 1. παίρνω κάποιον ή κάτι από κάπου και το(ν) μεταφέρω κάπου αλλού ή το(ν) δίνω σε κάποιον άλλο· ενεργώ ώστε να μετακινηθεί κάποιος ή κάτι: ~ δώρα. Φρέσκα αβγά φερμένα απ' το χωριό. Κανάλια ~ουν νερό από το ποτάμι. Φέρε (μου) μια πετσέτα! Όλα στο χέρι τού τα ~ει. Κοίτα τι σου 'φερα! Μην ξεχάσεις να φέρεις μαζί σου και ζακέτα (πβ. παίρνω).|| (ΓΥΜΝ.) ~ουμε τα γόνατα στο στήθος (πβ. μετακινώ).|| (για πρόσ., ενεργώ ώστε να έρθει κάποιος (μαζί μου) ή να πάει κάπου:) Φέρ' τον μέσα! Σε έφερα στα καλύτερα. Γιατί με έφερες/τι σε έφερε εδώ; Μπορώ να φέρω κι έναν φίλο μου;|| Μας έφερε βοήθεια. Έφεραν την Αστυνομία/τα κανάλια. Πβ. καλώ.|| Ρούχα φερμένα από το εξωτερικό (: εισαγόμενα).|| (μτφ.) ~ καλά νέα. Έφερα δουλειά στο σπίτι. Δεν ξέρω πώς να τον φέρω πίσω (πβ. γυρίζω, επιστρέφω). Έφερε νέους παίκτες στην ομάδα. Μακάρι να φέρναμε το χρυσό (ενν. μετάλλιο, πβ. κατακτώ, κερδίζω). 2. (μτφ.) οδηγώ κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη θέση, κατάσταση, σημείο, εξωθώ: ~ κάποιον σε αμηχανία/στο εδώλιο του κατηγορουμένου/ενώπιον των ευθυνών του/στον σωστό δρόμο. Με ~εις τώρα στο σημείο να πω... Με ~ει συνεχώς στα όριά μου. Έφερε στην επικαιρότητα το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας. Η νίκη τους έφερε στην κορυφή της βαθμολογίας/στην πρώτη θέση. Πρόβλημα που μας ~ει αντιμέτωπους με το ζήτημα της ... Με φέρατε ακριβώς στην ερώτηση που ήθελα να κάνω. Ορκίστηκε να φέρει τους υπεύθυνους της δολοφονίας ενώπιον της δικαιοσύνης.|| ~ετε το μείγμα σε σημείο βρασμού.|| (κυριολ.) Ένας στενός δρόμος ~ει τον ταξιδιώτη στην πλατεία του χωριού. 3. (μτφ.) προκαλώ κατάσταση ή συναίσθημα: ~ προβλήματα. Μου ~εις τύχη. Το αλάτι ~ει δίψα. Η κλιματική αλλαγή ~ει πλημμύρες και ξηρασίες. Οι εξελίξεις ~ουν ανατροπές. Η μοίρα το 'φερε. Εύχομαι η νέα χρονιά να φέρει ειρήνη σε όλο τον κόσμο.|| Πώς τα ~ει η ζωή! Τα λεφτά δεν ~ουν την ευτυχία. Η ήττα έφερε απογοήτευση.|| Να ξέρατε τι αναμνήσεις μου φέρατε (πβ. ζωντανεύω, ξυπνώ). 4. εκφράζω, προβάλλω, προτείνω: ~ουν επιχειρήματα/προτάσεις. ~ κάτι σαν/ως απόδειξη/δικαιολογία. Έφερε τον εαυτό του ως παράδειγμα. Όχι που δεν θα έφερνες αντίρρηση εσύ ... Φοβόταν να μας το πει στα ίσια και το έφερε πλαγίως (: λέω κάτι με έμμεσο τρόπο). Μη σταματάτε να μας ~ετε τις ιδέες/τις παρατηρήσεις σας. Τσουχτερά πρόστιμα ~ει ο νέος ΚΟΚ (πβ. επιβάλλω). 5. πετυχαίνω: Έφερε εξάρες/ισοπαλία. Έφεραν 0-0. 6. αποφέρω: Επενδύσεις που ~ουν κέρδη. 7. (προφ.) μοιάζω με κάποιον ή κάτι: Της ~ει λιγάκι. Η γεύση ~ει προς το γλυκό. Πβ. πλησιάζει. 8. φέρω: ~ει την ευθύνη για ... Πβ. επωμίζομαι, κουβαλώ.|| Τα γκάλοπ τον ~ουν να προηγείται. Πβ. παρουσιάζω. 9. ΜΑΘ. σχηματίζω: ~ την ευθεία ΑΒ. ● Παθ.: φέρνομαι (λαϊκό): φέρομαι. ● ΦΡ.: τα φέρνω δύσκολα (προφ.): δεν τα καταφέρνω από οικονομική άποψη: ~ ~, αλλά είμαι εντάξει., τη(ν) φέρνω σε κάποιον από πίσω (προφ.): συμπεριφέρομαι δόλια. ΣΥΝ. μου την κατάφερε, το ένα φέρνει το άλλο (προφ.): για να δηλωθεί ότι έχει προηγηθεί μια αλληλουχία γεγονότων, που όμως δεν αναφέρονται και τα οποία οδηγούν σε μια κατάσταση: Το ένα έφερε το άλλο και στο τέλος πιάστηκαν στα χέρια., το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση: ως έκφραση που χρησιμοποιεί ένας συνομιλητής για να στρέψει την προσοχή σε ένα θέμα που ανέκυψε τυχαία κατά τη συζήτηση: Αλήθεια, μια και/μια που ~ ~, έχεις κανένα νέο τους; Συζητούσαμε για διάφορα και, πώς το 'φερε η ~, μου ανέφερε ότι μιλήσατε. Πβ. πάνω στη συζήτηση/στην κουβέντα., το/τα φέρνω από δω, το/τα φέρνω/πηγαίνω από κει (συνήθ. προφ.): σκέφτομαι, δοκιμάζω διάφορους τρόπους: ~ ~, αλλά λύση καμία., του την έφερα (προφ.): τον εξαπάτησα, τον κορόιδεψα: Ωραία μας την έφερες! Ποιος σου την έφερε; Πάλι μου τη φέρατε! Βλ. βάζω/φοράω τα γυαλιά σε κάποιον. , φέρνω (κάποιον) σε δύσκολη θέση: τον κάνω να αισθανθεί άβολα, αμήχανα, άσχημα με τα λόγια ή τις πράξεις μου: Συγγνώμη, δεν ήθελα να σας φέρω σε δύσκολη θέση., φέρνω (κάτι) στο κεφάλι (κάποιου) (προφ.): τον χτυπώ με αυτό, συνήθ. εκτοξεύοντάς το προς το μέρος του: Λίγο έλειψε να της φέρω την κατσαρόλα ~., φέρνω (την) επανάσταση (εμφατ.): για να δηλωθεί ριζική αλλαγή, καινοτομία: Το ίντερνετ έφερε ~ στην οικονομία. Τα βλαστικά κύτταρα θα φέρουν ~ στον τομέα της ιατρικής., φέρνω μια βόλτα/ένα γύρο (προφ.): κάνω μια στροφή, περιστρέφομαι ή περιστρέφω κάτι: Έφερε ~ στην πίστα του μαγαζιού (: ενν. χορεύοντας). Παίζοντας με τον σκύλο, έφερα ~ την αυλή.|| (σε συνταγές μαγειρικής) Ρίχνουμε τα υλικά στην κατσαρόλα και τα ~ουμε μια βόλτα (= τα ανακατεύουμε)., φέρνω σε επαφή/(πιο) κοντά: ενεργώ, μεσολαβώ κυρ. ώστε να επικοινωνήσουν δύο ή περισσότερα άτομα μεταξύ τους: Το διαδίκτυο ~ει ~ ανθρώπους από όλο τον κόσμο. Εγώ τους έφερα ~. Σκοπός του μαθήματος είναι να φέρει τους φοιτητές ~ με τη θεατρική τέχνη.|| Μη ~ετε τη συσκευή σε επαφή με το νερό. ΑΝΤ. απομακρύνω, χωρίζω. [< γαλλ. mettre en contact] , φέρνω στη ζωή/στον κόσμο (για πρόσ.): γεννώ· δημιουργώ: Έφερε ~ ~ ένα κοριτσάκι.|| (μτφ.) Έφερε ~ ~ τη νέα ιατρική., φέρνω τα πάνω κάτω: αλλάζω εντελώς μια κατάσταση: Τον γνώρισα και έφερε ~ ~ στη ζωή μου. Μέσα σε ένα ημίχρονο έφεραν ~ ~., βάζω/φέρνω (κάποιον/κάτι) σε λογαριασμό βλ. λογαριασμός, ένας κούκος/ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη βλ. άνοιξη, έρχομαι/φέρνω (κάτι) πάτσι και πόστα βλ. πάτσι, καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια βλ. παραπούλι, κάνω/κόβω/φέρνω βόλτες βλ. βόλτα, με έφερε στο σημείο να βλ. σημείο, με φέρνει/με βγάζει ο δρόμος βλ. δρόμος, μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη βλ. έρχομαι, όσα/ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα/το φέρνει ο χρόνος (όλος) βλ. χρόνος, ποιος καλός άνεμος/αέρας σ' έφερε/σε φέρνει εδώ/κατά 'δω/στα μέρη μας; βλ. άνεμος, τα βγάζω/τα φέρνω πέρα βλ. πέρα, τα βήματά μου με οδηγούν/φέρνουν (κάπου) βλ. βήμα, τα φέρνω βόλτα/γύρα βλ. βόλτα, φέρει στους ώμους του βλ. φέρω, φέρνει αποτέλεσμα βλ. αποτέλεσμα, φέρνει την καταστροφή βλ. καταστροφή, φέρνει/ρίχνει τις βόλτες του βλ. βόλτα, φέρνω βόλτα βλ. βόλτα, φέρνω κάποιον γυροβολιά βλ. γυροβολιά, φέρνω κάποιον στα νερά μου βλ. νερό, φέρνω κάποιον τούμπα βλ. τούμπα1, φέρνω κάποιον/κάτι γύρα βλ. γύρα, φέρνω κάτι στα μέτρα μου βλ. μέτρο, φέρνω την άνοιξη βλ. άνοιξη, φέρνω/βγάζω/ανασύρω κάτι στην επιφάνεια βλ. επιφάνεια, φέρνω/έρχονται τα πάνω κάτω βλ. πάνω & επάνω, φέρνω/ρίχνω κάποιον στο φιλότιμο βλ. φιλότιμο, φέρνω/φέρω κάτι σε/εις πέρας βλ. πέρας [< μεσν. φέρνω < αρχ. φέρω] | |
| 58776 | φέρομαι | βλ. φέρω | |
| 54638 | φερομόνη | φε-ρο-μό-νη ουσ. (θηλ.) & φερορμόνη: ΒΙΟΧ. χημική ουσία την οποία απελευθερώνει ένας οργανισμός στο περιβάλλον και η οποία επηρεάζει τη συμπεριφορά ατόμων του ίδιου είδους, λειτουργώντας ως ερέθισμα για συγκεκριμένη αντίδραση: σεξουαλικές ~ες. ~ες εντοπισμού τροφής/κινδύνου. Βλ. -όνη. [< αγγλ. pheromone, 1959 < pher- (φέρω) + ο + (hor)mone, γαλλ. phéromone, 1969] | |
| 54639 | φέρσιμο | φέρ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): διαγωγή, στάση, συμπεριφορά: άθλιο/αλλόκοτο/απαράδεκτο/άσχημο/παράξενο ~. Τον έφερες σε δύσκολη θέση με το ~ό σου. Ενοχλήθηκα/πληγώθηκα απ' το ~ό του. Πβ. τρόπος. [< μεσν. φέρσιμον] | |
| 54640 | φερτός | , ή, ό φερ-τός επίθ.: που μεταφέρθηκε από άλλο μέρος ή ήρθε από ξένο τόπο: ~ή: άμμος. ~ό: χώμα.|| (για πρόσ.) Είναι ~οί (ΑΝΤ. γηγενείς, ντόπιοι).|| (κατ' επέκτ.) ~ά ήθη και έθιμα (πβ. εισαγόμενος, ξενόφερτος). ● ΣΥΜΠΛ.: φερτές ύλες & φερτά υλικά (επίσ.): χώματα, πέτρες ή/και άλλα αντικείμενα (π.χ. κλαδιά) που παρασύρονται και μεταφέρονται από υδάτινο ρεύμα (π.χ. ποταμό, χείμαρρο) και αποτίθενται σε κάποιο σημείο: ~ ~ στις ακτές/στην κοίτη/στον πυθμένα (της λίμνης). Βλ. ίζημα, προσχώνει. [< αρχ. φερτός 'υποφερτός'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ