Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55120-55140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54632φέρμιοφέρ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {φερμίου}: ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Fm, Z 100). Βλ. ακτινίδες. [< αγγλ. fermium, 1955 < ιταλ. ανθρ. E. Fermi, γαλλ. ~, 1957]
54633φερμιόνιοφερ-μι-ό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. ΠΥΡ. στοιχειώδες σωματίδιο του οποίου το σπιν είναι περιττό πολλαπλάσιο του 1/2. Βλ. μποζόνιο. [< αγγλ. fermion, 1947, γαλλ. ~, 1955]
26215φερμουάρ

κου-μπώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κούμπω-σα, (προστ.) κουμπώ-σου, -θηκα, -θεί, -μένος, κουμπών-οντας} 1. περνώ κουμπί μέσα από τρύπα ή σχισμή, το εφαρμόζω σε ειδική υποδοχή, κλείνω το άνοιγμα ενός ρούχου: ~ τη ζακέτα/την μπλούζα/το παλτό/το παντελόνι/το πουκάμισο/το φόρεμα. ~σε το φερμουάρ του. ~σου, μην κρυώσεις! ~θηκε βιαστικά. Πβ. θηλυκώνω. ΑΝΤ. ξεκουμπώνω 2. (προφ.-μτφ.) βάζω: Δεν ~σε καλά την ταχύτητα (σε όχημα).κουμπώνει 1. κλείνει με κούμπωμα: Η φούστα ~ με κόπιτσα/φερμουάρ. Σουτιέν που ~ (από) μπροστά/πίσω. Το σακάκι ~ σταυρωτά. Η ζώνη/το λουράκι ~ στο πλάι. 2. (μτφ.-προφ.) ταιριάζει: Η φωνή του ~ απόλυτα με το τραγούδι. ● Παθ.: κουμπώνομαι (μτφ.-προφ.): είμαι επιφυλακτικός, κλειστός απέναντι σε κάποιον ή κάτι: Ο φόβος μ' έκανε να ~θώ (: να κλειστώ στον εαυτό μου). [< μεσν. κομπώνω]

54634φερμουάρφερ-μου-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μηχανισμός σε ρούχα ή αξεσουάρ που αποτελείται από δύο παράλληλες σειρές μεταλλικών ή πλαστικών δοντιών, τα οποία ενώνονται ή χωρίζονται, όταν μια μικρή λαβή σύρεται προς τα πάνω ή προς τα κάτω αντίστοιχα: αδιάβροχο ~ (αρβύλας/παντελονιού/υπνόσακου). Κασετίνα/μπότες/πορτοφόλι/τσαντάκι/φούτερ με ~. Σακίδιο με πλευρικά ανοιγόμενα ~ (βλ. τσέπες). Ανεβάζω/κατεβάζω/κλείνω/(ξε)κουμπώνω το ~. Κόλλησε/φράκαρε το ~. ● ΦΡ.: βάζω φερμουάρ στο στόμα κάποιου (μτφ.-προφ.): του αφαιρώ το δικαίωμα να μιλά ελεύθερα. [< γαλλ. fermoir]
54635φερμουίτβλ. θερμουίτ
54636φέρνω

φέρ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έφερα, φέρει, φέρν-οντας, φερμένος} 1. παίρνω κάποιον ή κάτι από κάπου και το(ν) μεταφέρω κάπου αλλού ή το(ν) δίνω σε κάποιον άλλο· ενεργώ ώστε να μετακινηθεί κάποιος ή κάτι: ~ δώρα. Φρέσκα αβγά φερμένα απ' το χωριό. Κανάλια ~ουν νερό από το ποτάμι. Φέρε (μου) μια πετσέτα! Όλα στο χέρι τού τα ~ει. Κοίτα τι σου 'φερα! Μην ξεχάσεις να φέρεις μαζί σου και ζακέτα (πβ. παίρνω).|| (ΓΥΜΝ.) ~ουμε τα γόνατα στο στήθος (πβ. μετακινώ).|| (για πρόσ., ενεργώ ώστε να έρθει κάποιος (μαζί μου) ή να πάει κάπου:) Φέρ' τον μέσα! Σε έφερα στα καλύτερα. Γιατί με έφερες/τι σε έφερε εδώ; Μπορώ να φέρω κι έναν φίλο μου;|| Μας έφερε βοήθεια. Έφεραν την Αστυνομία/τα κανάλια. Πβ. καλώ.|| Ρούχα φερμένα από το εξωτερικό (: εισαγόμενα).|| (μτφ.) ~ καλά νέα. Έφερα δουλειά στο σπίτι. Δεν ξέρω πώς να τον φέρω πίσω (πβ. γυρίζω, επιστρέφω). Έφερε νέους παίκτες στην ομάδα. Μακάρι να φέρναμε το χρυσό (ενν. μετάλλιο, πβ. κατακτώ, κερδίζω). 2. (μτφ.) οδηγώ κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη θέση, κατάσταση, σημείο, εξωθώ: ~ κάποιον σε αμηχανία/στο εδώλιο του κατηγορουμένου/ενώπιον των ευθυνών του/στον σωστό δρόμο. Με ~εις τώρα στο σημείο να πω... Με ~ει συνεχώς στα όριά μου. Έφερε στην επικαιρότητα το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας. Η νίκη τους έφερε στην κορυφή της βαθμολογίας/στην πρώτη θέση. Πρόβλημα που μας ~ει αντιμέτωπους με το ζήτημα της ... Με φέρατε ακριβώς στην ερώτηση που ήθελα να κάνω. Ορκίστηκε να φέρει τους υπεύθυνους της δολοφονίας ενώπιον της δικαιοσύνης.|| ~ετε το μείγμα σε σημείο βρασμού.|| (κυριολ.) Ένας στενός δρόμος ~ει τον ταξιδιώτη στην πλατεία του χωριού. 3. (μτφ.) προκαλώ κατάσταση ή συναίσθημα: ~ προβλήματα. Μου ~εις τύχη. Το αλάτι ~ει δίψα. Η κλιματική αλλαγή ~ει πλημμύρες και ξηρασίες. Οι εξελίξεις ~ουν ανατροπές. Η μοίρα το 'φερε. Εύχομαι η νέα χρονιά να φέρει ειρήνη σε όλο τον κόσμο.|| Πώς τα ~ει η ζωή! Τα λεφτά δεν ~ουν την ευτυχία. Η ήττα έφερε απογοήτευση.|| Να ξέρατε τι αναμνήσεις μου φέρατε (πβ. ζωντανεύω, ξυπνώ). 4. εκφράζω, προβάλλω, προτείνω: ~ουν επιχειρήματα/προτάσεις. ~ κάτι σαν/ως απόδειξη/δικαιολογία. Έφερε τον εαυτό του ως παράδειγμα. Όχι που δεν θα έφερνες αντίρρηση εσύ ... Φοβόταν να μας το πει στα ίσια και το έφερε πλαγίως (: λέω κάτι με έμμεσο τρόπο). Μη σταματάτε να μας ~ετε τις ιδέες/τις παρατηρήσεις σας. Τσουχτερά πρόστιμα ~ει ο νέος ΚΟΚ (πβ. επιβάλλω). 5. πετυχαίνω: Έφερε εξάρες/ισοπαλία. Έφεραν 0-0. 6. αποφέρω: Επενδύσεις που ~ουν κέρδη. 7. (προφ.) μοιάζω με κάποιον ή κάτι: Της ~ει λιγάκι. Η γεύση ~ει προς το γλυκό. Πβ. πλησιάζει. 8. φέρω: ~ει την ευθύνη για ... Πβ. επωμίζομαι, κουβαλώ.|| Τα γκάλοπ τον ~ουν να προηγείται. Πβ. παρουσιάζω. 9. ΜΑΘ. σχηματίζω: ~ την ευθεία ΑΒ. ● Παθ.: φέρνομαι (λαϊκό): φέρομαι. ● ΦΡ.: τα φέρνω δύσκολα (προφ.): δεν τα καταφέρνω από οικονομική άποψη: ~ ~, αλλά είμαι εντάξει., τη(ν) φέρνω σε κάποιον από πίσω (προφ.): συμπεριφέρομαι δόλια. ΣΥΝ. μου την κατάφερε, το ένα φέρνει το άλλο (προφ.): για να δηλωθεί ότι έχει προηγηθεί μια αλληλουχία γεγονότων, που όμως δεν αναφέρονται και τα οποία οδηγούν σε μια κατάσταση: Το ένα έφερε το άλλο και στο τέλος πιάστηκαν στα χέρια., το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση: ως έκφραση που χρησιμοποιεί ένας συνομιλητής για να στρέψει την προσοχή σε ένα θέμα που ανέκυψε τυχαία κατά τη συζήτηση: Αλήθεια, μια και/μια που ~ ~, έχεις κανένα νέο τους; Συζητούσαμε για διάφορα και, πώς το 'φερε η ~, μου ανέφερε ότι μιλήσατε. Πβ. πάνω στη συζήτηση/στην κουβέντα., το/τα φέρνω από δω, το/τα φέρνω/πηγαίνω από κει (συνήθ. προφ.): σκέφτομαι, δοκιμάζω διάφορους τρόπους: ~ ~, αλλά λύση καμία., του την έφερα (προφ.): τον εξαπάτησα, τον κορόιδεψα: Ωραία μας την έφερες! Ποιος σου την έφερε; Πάλι μου τη φέρατε! Βλ. βάζω/φοράω τα γυαλιά σε κάποιον. , φέρνω (κάποιον) σε δύσκολη θέση: τον κάνω να αισθανθεί άβολα, αμήχανα, άσχημα με τα λόγια ή τις πράξεις μου: Συγγνώμη, δεν ήθελα να σας φέρω σε δύσκολη θέση., φέρνω (κάτι) στο κεφάλι (κάποιου) (προφ.): τον χτυπώ με αυτό, συνήθ. εκτοξεύοντάς το προς το μέρος του: Λίγο έλειψε να της φέρω την κατσαρόλα ~., φέρνω (την) επανάσταση (εμφατ.): για να δηλωθεί ριζική αλλαγή, καινοτομία: Το ίντερνετ έφερε ~ στην οικονομία. Τα βλαστικά κύτταρα θα φέρουν ~ στον τομέα της ιατρικής., φέρνω μια βόλτα/ένα γύρο (προφ.): κάνω μια στροφή, περιστρέφομαι ή περιστρέφω κάτι: Έφερε ~ στην πίστα του μαγαζιού (: ενν. χορεύοντας). Παίζοντας με τον σκύλο, έφερα ~ την αυλή.|| (σε συνταγές μαγειρικής) Ρίχνουμε τα υλικά στην κατσαρόλα και τα ~ουμε μια βόλτα (= τα ανακατεύουμε)., φέρνω σε επαφή/(πιο) κοντά: ενεργώ, μεσολαβώ κυρ. ώστε να επικοινωνήσουν δύο ή περισσότερα άτομα μεταξύ τους: Το διαδίκτυο ~ει ~ ανθρώπους από όλο τον κόσμο. Εγώ τους έφερα ~. Σκοπός του μαθήματος είναι να φέρει τους φοιτητές ~ με τη θεατρική τέχνη.|| Μη ~ετε τη συσκευή σε επαφή με το νερό. ΑΝΤ. απομακρύνω, χωρίζω. [< γαλλ. mettre en contact] , φέρνω στη ζωή/στον κόσμο (για πρόσ.): γεννώ· δημιουργώ: Έφερε ~ ~ ένα κοριτσάκι.|| (μτφ.) Έφερε ~ ~ τη νέα ιατρική., φέρνω τα πάνω κάτω: αλλάζω εντελώς μια κατάσταση: Τον γνώρισα και έφερε ~ ~ στη ζωή μου. Μέσα σε ένα ημίχρονο έφεραν ~ ~., βάζω/φέρνω (κάποιον/κάτι) σε λογαριασμό βλ. λογαριασμός, ένας κούκος/ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη βλ. άνοιξη, έρχομαι/φέρνω (κάτι) πάτσι και πόστα βλ. πάτσι, καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια βλ. παραπούλι, κάνω/κόβω/φέρνω βόλτες βλ. βόλτα, με έφερε στο σημείο να βλ. σημείο, με φέρνει/με βγάζει ο δρόμος βλ. δρόμος, μου έρχεται/μου 'ρχεται/φέρνω (κάποιον ή κάτι) στο μυαλό/στο(ν) νου/στη σκέψη/στη μνήμη βλ. έρχομαι, όσα/ό,τι φέρνει η ώρα δεν τα/το φέρνει ο χρόνος (όλος) βλ. χρόνος, ποιος καλός άνεμος/αέρας σ' έφερε/σε φέρνει εδώ/κατά 'δω/στα μέρη μας; βλ. άνεμος, τα βγάζω/τα φέρνω πέρα βλ. πέρα, τα βήματά μου με οδηγούν/φέρνουν (κάπου) βλ. βήμα, τα φέρνω βόλτα/γύρα βλ. βόλτα, φέρει στους ώμους του βλ. φέρω, φέρνει αποτέλεσμα βλ. αποτέλεσμα, φέρνει την καταστροφή βλ. καταστροφή, φέρνει/ρίχνει τις βόλτες του βλ. βόλτα, φέρνω βόλτα βλ. βόλτα, φέρνω κάποιον γυροβολιά βλ. γυροβολιά, φέρνω κάποιον στα νερά μου βλ. νερό, φέρνω κάποιον τούμπα βλ. τούμπα1, φέρνω κάποιον/κάτι γύρα βλ. γύρα, φέρνω κάτι στα μέτρα μου βλ. μέτρο, φέρνω την άνοιξη βλ. άνοιξη, φέρνω/βγάζω/ανασύρω κάτι στην επιφάνεια βλ. επιφάνεια, φέρνω/έρχονται τα πάνω κάτω βλ. πάνω & επάνω, φέρνω/ρίχνω κάποιον στο φιλότιμο βλ. φιλότιμο, φέρνω/φέρω κάτι σε/εις πέρας βλ. πέρας [< μεσν. φέρνω < αρχ. φέρω]

58776φέρομαι

βλ. φέρω

54638φερομόνηφε-ρο-μό-νη ουσ. (θηλ.) & φερορμόνη: ΒΙΟΧ. χημική ουσία την οποία απελευθερώνει ένας οργανισμός στο περιβάλλον και η οποία επηρεάζει τη συμπεριφορά ατόμων του ίδιου είδους, λειτουργώντας ως ερέθισμα για συγκεκριμένη αντίδραση: σεξουαλικές ~ες. ~ες εντοπισμού τροφής/κινδύνου. Βλ. -όνη. [< αγγλ. pheromone, 1959 < pher- (φέρω) + ο + (hor)mone, γαλλ. phéromone, 1969]
54639φέρσιμοφέρ-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): διαγωγή, στάση, συμπεριφορά: άθλιο/αλλόκοτο/απαράδεκτο/άσχημο/παράξενο ~. Τον έφερες σε δύσκολη θέση με το ~ό σου. Ενοχλήθηκα/πληγώθηκα απ' το ~ό του. Πβ. τρόπος. [< μεσν. φέρσιμον]
54640φερτός, ή, ό φερ-τός επίθ.: που μεταφέρθηκε από άλλο μέρος ή ήρθε από ξένο τόπο: ~ή: άμμος. ~ό: χώμα.|| (για πρόσ.) Είναι ~οί (ΑΝΤ. γηγενείς, ντόπιοι).|| (κατ' επέκτ.) ~ά ήθη και έθιμα (πβ. εισαγόμενος, ξενόφερτος). ● ΣΥΜΠΛ.: φερτές ύλες & φερτά υλικά (επίσ.): χώματα, πέτρες ή/και άλλα αντικείμενα (π.χ. κλαδιά) που παρασύρονται και μεταφέρονται από υδάτινο ρεύμα (π.χ. ποταμό, χείμαρρο) και αποτίθενται σε κάποιο σημείο: ~ ~ στις ακτές/στην κοίτη/στον πυθμένα (της λίμνης). Βλ. ίζημα, προσχώνει. [< αρχ. φερτός 'υποφερτός']
54641φέρωφέ-ρω ρ. (μτβ.) {έφερ-α, φέρ-ει, -θηκε, -θεί, -οντας, (λόγ. μτχ. ενεστ.) -ων, -ουσα, -ον, -όμενος} (λόγ.): έχω κάτι πάνω μου ή γενικότ. έχω: Αποστολή μηνύματος που ~ει ψηφιακή υπογραφή. Το ψηφοδέλτιο ~ει τη σφραγίδα του συνδέσμου. Προϊόν που ~ει την ένδειξη ... Κρίθηκαν ανίκανοι/ικανοί να ~ουν όπλο (πβ. κρατώ). Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να ~ουν την ταυτότητά τους (: να την έχουν μαζί τους). Έντομα που ~ουν κεραίες.|| ~ουν κράνος/στολή. Διακριτικά βαθμού που ~ονται στις επωμίδες. Πβ. φορώ.|| Το βάρος του τρούλου ~ουν ογκώδεις πεσσοί (πβ. βαστώ, σηκώνω, στηρίζω, υποβαστάζω). Το ~όμενο φορτίο.|| Δεν ~ουμε καμία ευθύνη για το περιεχόμενο της ιστοσελίδας (πβ. αναλαμβάνω, παίρνω). ~ει βαρύ όνομα. ~ει βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Τα βρέφη που ~ουν το σύνδρομο είναι λιποβαρή. Οι απόφοιτοι της Σχολής Ικάρων ~ουν τον βαθμό του ανθυποσμηναγού. Ο ναός ~ει αγιογραφίες του 16ου αι. Το άρθρο/η εισήγηση ~ει τον τίτλο ... ● Παθ.: φέρεται 1. (απρόσ.) λέγεται, θεωρείται, πιστεύεται ότι: ~ να έκανε την ακόλουθη δήλωση .../ότι διακινούσε ναρκωτικά/(ως) εμπλεκόμενος σε σκάνδαλο. ~ονται εγγεγραμμένοι ... φοιτητές. Ο ~όμενος ως δολοφόνος/δράστης/εμπρηστής. ~όμενη: απόπειρα (απαγωγής). Πβ. φημολογείται.|| (στην ενεργ. φωνή) Φήμες ~ουν ότι/τον ~ουν να παραιτείται. Οι πληροφορίες ~ουν τις δύο εταιρείες να συνεργάζονται. 2. (επίσ.) μεταφέρεται: Πυροβόλο που ~ επί τροχοφόρου οχήματος. Οι πύραυλοι ~ονται από τα αεροσκάφη., φέρομαι: συμπεριφέρομαι: ~εται αλαζονικά/απερίσκεπτα/άσχημα (πβ. παρα~)/βίαια/εγωιστικά/κόσμια/πολιτισμένα/σωστά/φιλικά/φυσιολογικά. Μη ~εσαι σαν παιδί! Φέρσου σαν άντρας! Ξέρει να ~εται. Δεν μας ~ονται καλά. Της ~θηκε άψογα/σκάρτα. Δεν ξέρω πώς να ~θώ. Πβ. ενεργώ.|| Η ζωή τού ~θηκε γενναιόδωρα. ● ΦΡ.: φερ' ειπείν & (σπάν.) φερειπείν (λόγ.): για παράδειγμα, που λέει ο λόγος: Εάν, ~ ~, θέλω να ..., φέρει στους ώμους του & φέρνει στους ώμους του 1. (μτφ.) επωμίζεται: Έχουν επίγνωση της ευθύνης/της κληρονομιάς/του χρέους που ~ουν ~ τους. ~ ~ το βάρος των επιλογών του. 2. κουβαλά: ~ουν ~ τους τον Επιτάφιο., άγεται και φέρεται βλ. άγω, φέρει τον κίνδυνο βλ. κίνδυνος, φέρνω/φέρω κάτι σε/εις πέρας βλ. πέρας, φέρω (κάτι) βαρέως βλ. βαρέως, φέρω σε γνώση/εις γνώσιν κάποιου βλ. γνώση, φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας βλ. Δαναοί [< αρχ. φέρω, γαλλ. (se) porter, αγγλ. be reported]
54642φέρων, ουσα, ον φέ-ρων επίθ. {φέρ-οντος (θηλ. -ουσας, λογιότ. -ούσης) | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (επιστ.): που μεταφέρει, κουβαλά, έχει κάτι (πάνω του)· (κυρ. ειδικότ., για δομικό στοιχείο) που βαστά, στηρίζει φορτίο, βάρος: (ΦΥΣ.-ΤΗΛΕΠ.) ~ουσα: συχνότητα (πομπού). ~ον: κύμα.|| (ΑΡΧΙΤ.) ~ουσα: πλάκα. ~ων οργανισμός κτιρίου (= σκελετός) από οπλισμένο σκυρόδεμα. Κατασκευές από ~ουσα τοιχοποιία. ● ΣΥΜΠΛ.: φέρουσα ικανότητα 1. το μέγιστο βάρος που μπορεί να αντέξει ένα σύστημα, χωρίς να φθαρεί ή να παραμορφωθεί: ~ ~ οδοστρώματος. Επίδραση του υπόγειου νερού στη ~ ~ του εδάφους. 2. οι φυσικοί πόροι που διαθέτει ένας τόπος και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την τουριστική του ανάπτυξη: η ~ ~ των νησιών. 3. ΟΙΚΟΛ. ο αριθμός των ειδών που μπορεί να συντηρεί ένα οικοσύστημα, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ισορροπία του: ~ ~ παράκτιων ζωνών. Αειφορική διαχείριση και ~ ~. [< αγγλ. carrying capacity] , φέρουσα κατασκευή: ΑΡΧΙΤ. το τμήμα του κτιρίου που μεταφέρει στο έδαφος τα φορτία του συγκεκριμένου οικοδομήματος καθώς και τις δυνάμεις που επενεργούν σε αυτό: μεταλλική/ξύλινη ~ ~. [< γαλλ. construction portante] , παρένθετη/φέρουσα/υποκατάστατη μητέρα βλ. μητέρα [< μτχ. εν. του ρ. φέρω, αγγλ. carrier]
54643φερώνυμος, η, ο φε-ρώ-νυ-μος επίθ. (λόγ.): που φέρει το αντίστοιχο όνομα: Πανηγυρίζουν αύριο, γιορτή του Αγίου ..., οι ~οι ναοί. Βλ. -ώνυμος. [< μτγν. φερώνυμος]
54644φέσιφέ-σι ουσ. (ουδ.) 1. (παλαιότ.) κάλυμμα της κεφαλής από μάλλινο ύφασμα συνήθ. σε κόκκινο χρώμα χωρίς γείσο, το οποίο φορούσαν οι άνδρες των λαών της Ανατολής: τούρκικο ~. Βλ. τεπές. 2. (μτφ.-λαϊκό) απλήρωτο χρέος, οφειλή: Του έχει βάλει ~ (= τον έχει φεσώσει, χρεώσει). Άφησε ~ ... ευρώ στο μαγαζί. Βλ. δανεικά κι αγύριστα. 3. (καταχρ.) φάριο. 4. (μτφ.-λαϊκό) μεγάλη αποτυχία: ~ η ταινία. Πβ. νούλα. ● Υποκ.: φεσάκι (το) ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί [< τουρκ. fes]
54645φεστιβάλφε-στι-βάλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: καλλιτεχνική διοργάνωση η οποία διεξάγεται συνήθ. κάθε χρόνο στον ίδιο χώρο και κατά την οποία πραγματοποιείται μια σειρά εκδηλώσεων: μουσικό/χορωδιακό ~. (Διεθνές) ~ βιβλίου/γευσιγνωσίας/κινηματογράφου/παραδοσιακών χορών/ταινιών μικρού μήκους/τραγουδιού/φωτογραφίας. ~ νεολαίας/νέων (καλλιτεχνών). Βραβεία/διαγωνιστικό τμήμα/θεσμός/παραστάσεις/πρόγραμμα/χορηγός του ~. [< γαλλ.-αγγλ. festival]
54646φεστιβαλικός, ή, ό φε-στι-βα-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το φεστιβάλ: ~ός: θεσμός/χώρος. ~ή: διοργάνωση/ταινία. ~ό: κοινό/πρόγραμμα. ~ές: διακρίσεις/εκδηλώσεις/παραστάσεις. Βλ. προ~.
54647φεστόνιφε-στό-νι ουσ. (ουδ.) 1. οδοντωτό ανεβατό κέντημα, μικρό και στενό, που διακοσμεί το τελείωμα ενδύματος ή εργόχειρου. 2. ΑΡΧΙΤ. γλυπτός διάκοσμος με μορφή γιρλάντας. Βλ. μπορντούρα. [< ιταλ. feston(e), γαλλ. feston]
54648φεστούκαφε-στού-κα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. είδος πολυετούς χλόης (γένος Festuca): ~ η ερυθρά/καλαμοειδής/κτηνοτροφική. Γκαζόν ~. Χλοοτάπητας από ~. [< ιταλ. festuca]
56980φεστούκα

χλό-η ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδη φυτά που σχηματίζουν πυκνή και χαμηλή, πράσινη βλάστηση· γενικότ. γρασίδι, πρασινάδα, χορτάρι: η ~ του λιβαδιού. Η μυρωδιά της ~ης. Ξάπλωσαν στη ~. Πβ. γκαζόν, πόα, φεστούκα, χλωρασιά. Βλ. δρόσος, χλοοτάπητας. [< αρχ. χλόη ‘τρυφερό χορτάρι ή σιτάρι’]

54649φέσωμαφέ-σω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φεσώνω.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.