Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [55140-55160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54641φέρωφέ-ρω ρ. (μτβ.) {έφερ-α, φέρ-ει, -θηκε, -θεί, -οντας, (λόγ. μτχ. ενεστ.) -ων, -ουσα, -ον, -όμενος} (λόγ.): έχω κάτι πάνω μου ή γενικότ. έχω: Αποστολή μηνύματος που ~ει ψηφιακή υπογραφή. Το ψηφοδέλτιο ~ει τη σφραγίδα του συνδέσμου. Προϊόν που ~ει την ένδειξη ... Κρίθηκαν ανίκανοι/ικανοί να ~ουν όπλο (πβ. κρατώ). Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να ~ουν την ταυτότητά τους (: να την έχουν μαζί τους). Έντομα που ~ουν κεραίες.|| ~ουν κράνος/στολή. Διακριτικά βαθμού που ~ονται στις επωμίδες. Πβ. φορώ.|| Το βάρος του τρούλου ~ουν ογκώδεις πεσσοί (πβ. βαστώ, σηκώνω, στηρίζω, υποβαστάζω). Το ~όμενο φορτίο.|| Δεν ~ουμε καμία ευθύνη για το περιεχόμενο της ιστοσελίδας (πβ. αναλαμβάνω, παίρνω). ~ει βαρύ όνομα. ~ει βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Τα βρέφη που ~ουν το σύνδρομο είναι λιποβαρή. Οι απόφοιτοι της Σχολής Ικάρων ~ουν τον βαθμό του ανθυποσμηναγού. Ο ναός ~ει αγιογραφίες του 16ου αι. Το άρθρο/η εισήγηση ~ει τον τίτλο ... ● Παθ.: φέρεται 1. (απρόσ.) λέγεται, θεωρείται, πιστεύεται ότι: ~ να έκανε την ακόλουθη δήλωση .../ότι διακινούσε ναρκωτικά/(ως) εμπλεκόμενος σε σκάνδαλο. ~ονται εγγεγραμμένοι ... φοιτητές. Ο ~όμενος ως δολοφόνος/δράστης/εμπρηστής. ~όμενη: απόπειρα (απαγωγής). Πβ. φημολογείται.|| (στην ενεργ. φωνή) Φήμες ~ουν ότι/τον ~ουν να παραιτείται. Οι πληροφορίες ~ουν τις δύο εταιρείες να συνεργάζονται. 2. (επίσ.) μεταφέρεται: Πυροβόλο που ~ επί τροχοφόρου οχήματος. Οι πύραυλοι ~ονται από τα αεροσκάφη., φέρομαι: συμπεριφέρομαι: ~εται αλαζονικά/απερίσκεπτα/άσχημα (πβ. παρα~)/βίαια/εγωιστικά/κόσμια/πολιτισμένα/σωστά/φιλικά/φυσιολογικά. Μη ~εσαι σαν παιδί! Φέρσου σαν άντρας! Ξέρει να ~εται. Δεν μας ~ονται καλά. Της ~θηκε άψογα/σκάρτα. Δεν ξέρω πώς να ~θώ. Πβ. ενεργώ.|| Η ζωή τού ~θηκε γενναιόδωρα. ● ΦΡ.: φερ' ειπείν & (σπάν.) φερειπείν (λόγ.): για παράδειγμα, που λέει ο λόγος: Εάν, ~ ~, θέλω να ..., φέρει στους ώμους του & φέρνει στους ώμους του 1. (μτφ.) επωμίζεται: Έχουν επίγνωση της ευθύνης/της κληρονομιάς/του χρέους που ~ουν ~ τους. ~ ~ το βάρος των επιλογών του. 2. κουβαλά: ~ουν ~ τους τον Επιτάφιο., άγεται και φέρεται βλ. άγω, φέρει τον κίνδυνο βλ. κίνδυνος, φέρνω/φέρω κάτι σε/εις πέρας βλ. πέρας, φέρω (κάτι) βαρέως βλ. βαρέως, φέρω σε γνώση/εις γνώσιν κάποιου βλ. γνώση, φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας βλ. Δαναοί [< αρχ. φέρω, γαλλ. (se) porter, αγγλ. be reported]
54642φέρων, ουσα, ον φέ-ρων επίθ. {φέρ-οντος (θηλ. -ουσας, λογιότ. -ούσης) | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (επιστ.): που μεταφέρει, κουβαλά, έχει κάτι (πάνω του)· (κυρ. ειδικότ., για δομικό στοιχείο) που βαστά, στηρίζει φορτίο, βάρος: (ΦΥΣ.-ΤΗΛΕΠ.) ~ουσα: συχνότητα (πομπού). ~ον: κύμα.|| (ΑΡΧΙΤ.) ~ουσα: πλάκα. ~ων οργανισμός κτιρίου (= σκελετός) από οπλισμένο σκυρόδεμα. Κατασκευές από ~ουσα τοιχοποιία. ● ΣΥΜΠΛ.: φέρουσα ικανότητα 1. το μέγιστο βάρος που μπορεί να αντέξει ένα σύστημα, χωρίς να φθαρεί ή να παραμορφωθεί: ~ ~ οδοστρώματος. Επίδραση του υπόγειου νερού στη ~ ~ του εδάφους. 2. οι φυσικοί πόροι που διαθέτει ένας τόπος και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την τουριστική του ανάπτυξη: η ~ ~ των νησιών. 3. ΟΙΚΟΛ. ο αριθμός των ειδών που μπορεί να συντηρεί ένα οικοσύστημα, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ισορροπία του: ~ ~ παράκτιων ζωνών. Αειφορική διαχείριση και ~ ~. [< αγγλ. carrying capacity] , φέρουσα κατασκευή: ΑΡΧΙΤ. το τμήμα του κτιρίου που μεταφέρει στο έδαφος τα φορτία του συγκεκριμένου οικοδομήματος καθώς και τις δυνάμεις που επενεργούν σε αυτό: μεταλλική/ξύλινη ~ ~. [< γαλλ. construction portante] , παρένθετη/φέρουσα/υποκατάστατη μητέρα βλ. μητέρα [< μτχ. εν. του ρ. φέρω, αγγλ. carrier]
54643φερώνυμος, η, ο φε-ρώ-νυ-μος επίθ. (λόγ.): που φέρει το αντίστοιχο όνομα: Πανηγυρίζουν αύριο, γιορτή του Αγίου ..., οι ~οι ναοί. Βλ. -ώνυμος. [< μτγν. φερώνυμος]
54644φέσιφέ-σι ουσ. (ουδ.) 1. (παλαιότ.) κάλυμμα της κεφαλής από μάλλινο ύφασμα συνήθ. σε κόκκινο χρώμα χωρίς γείσο, το οποίο φορούσαν οι άνδρες των λαών της Ανατολής: τούρκικο ~. Βλ. τεπές. 2. (μτφ.-λαϊκό) απλήρωτο χρέος, οφειλή: Του έχει βάλει ~ (= τον έχει φεσώσει, χρεώσει). Άφησε ~ ... ευρώ στο μαγαζί. Βλ. δανεικά κι αγύριστα. 3. (καταχρ.) φάριο. 4. (μτφ.-λαϊκό) μεγάλη αποτυχία: ~ η ταινία. Πβ. νούλα. ● Υποκ.: φεσάκι (το) ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι βλ. στουπί [< τουρκ. fes]
54645φεστιβάλφε-στι-βάλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: καλλιτεχνική διοργάνωση η οποία διεξάγεται συνήθ. κάθε χρόνο στον ίδιο χώρο και κατά την οποία πραγματοποιείται μια σειρά εκδηλώσεων: μουσικό/χορωδιακό ~. (Διεθνές) ~ βιβλίου/γευσιγνωσίας/κινηματογράφου/παραδοσιακών χορών/ταινιών μικρού μήκους/τραγουδιού/φωτογραφίας. ~ νεολαίας/νέων (καλλιτεχνών). Βραβεία/διαγωνιστικό τμήμα/θεσμός/παραστάσεις/πρόγραμμα/χορηγός του ~. [< γαλλ.-αγγλ. festival]
54646φεστιβαλικός, ή, ό φε-στι-βα-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το φεστιβάλ: ~ός: θεσμός/χώρος. ~ή: διοργάνωση/ταινία. ~ό: κοινό/πρόγραμμα. ~ές: διακρίσεις/εκδηλώσεις/παραστάσεις. Βλ. προ~.
54647φεστόνιφε-στό-νι ουσ. (ουδ.) 1. οδοντωτό ανεβατό κέντημα, μικρό και στενό, που διακοσμεί το τελείωμα ενδύματος ή εργόχειρου. 2. ΑΡΧΙΤ. γλυπτός διάκοσμος με μορφή γιρλάντας. Βλ. μπορντούρα. [< ιταλ. feston(e), γαλλ. feston]
54648φεστούκαφε-στού-κα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. είδος πολυετούς χλόης (γένος Festuca): ~ η ερυθρά/καλαμοειδής/κτηνοτροφική. Γκαζόν ~. Χλοοτάπητας από ~. [< ιταλ. festuca]
56980φεστούκα

χλό-η ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδη φυτά που σχηματίζουν πυκνή και χαμηλή, πράσινη βλάστηση· γενικότ. γρασίδι, πρασινάδα, χορτάρι: η ~ του λιβαδιού. Η μυρωδιά της ~ης. Ξάπλωσαν στη ~. Πβ. γκαζόν, πόα, φεστούκα, χλωρασιά. Βλ. δρόσος, χλοοτάπητας. [< αρχ. χλόη ‘τρυφερό χορτάρι ή σιτάρι’]

54649φέσωμαφέ-σω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φεσώνω.
54650φεσώνωφε-σώ-νω ρ. (μτβ.) {φέσω-σε, φεσώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, φεσών-οντας} (προφ.): επιβαρύνω οικονομικά, χρεώνω: ~σε την αγορά/τους πιστωτές/το ταμείο με ακάλυπτες επιταγές. ~θηκε με ... ευρώ δάνειο για ν' αγοράσει σπίτι. ~μένος μέχρι τον λαιμό (στις τράπεζες) (= καταχρεωμένος).
54651φέταφέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. κομμάτι, συνήθ. λεπτό, κομμένο σε πλάτος από κάτι φαγώσιμο: μια ~ ζαμπόν/καρπούζι/τυρί (για τοστ)/ψωμί. Ψιλές ~ες κρέατος (βλ. φιλέτο)/πορτοκάλι. Κόψτε τις πατάτες σε ~ες. Κολοκυθάκια/κρεμμύδια σε ~ες. Βλ. αβγοφέτες.|| (κατ' επέκτ.) ~ες πίτας (κυκλικού γραφήματος). Καλοριφέρ με επτά ~ες. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ελληνικό παραδοσιακό τυρί άλμης, λευκό και με ελαφρά όξινη γεύση, το οποίο παρασκευάζεται από (αιγο)πρόβειο γάλα: βαρελίσια (ή ~ δοχείου)/βιολογική/μαλακή/πικάντικη/σκληρή/τριμμένη (: τρίμμα ~ας) ~. (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ λαδορίγανη/σαγανάκι/ψητή (βλ. μπουγιουρντί). Χωριάτικη (σαλάτα) με ~. Βλ. κοπανιστή, ΠΟΠ, σφέλα, τελεμές, τουλουμοτύρι.φέτες (οι) (μτφ.-προφ.): γραμμωμένοι κοιλιακοί: Η κοιλιά του είναι ~. Έχει γίνει ~. ● Υποκ.: φετάκι (το), φετίτσα (η), φετούλα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: κάνω κάποιον φέτες/τ' αλατιού (μτφ.-προφ.) 1. τον δέρνω άγρια: (απειλητ.) Άμα σε πιάσω στα χέρια μου, θα σε ~ ~! ΣΥΝ. κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο), κάνω κάποιον με τα κρεμμυδάκια (2) 2. (κατ' επέκτ.) συντρίβω, κατατροπώνω. ΣΥΝ. κάνω κάποιον σκόνη (και θρύψαλα), κάνω λιώμα/χώμα (3) [< ιταλ. fetta 2: πβ. αγγλ. feta, 1915, γαλλ. ~, περ. 1950, γερμ. Feta]
54652φετινός, ή, ό φε-τι-νός επίθ. & (λόγ.) εφετινός: που αναφέρεται στην τρέχουσα χρονιά: ο ~ διαγωνισμός/εορτασμός/νικητής/προϋπολογισμός/πρωταθλητής. Η ~ή διοργάνωση/επέτειος/κολεξιόν/σεζόν. Το ~ό πρωτάθλημα. Οι ~οί συμμετέχοντες. Οι ~ές υποψηφιότητες. Τα ~ά βραβεία (Όσκαρ). Η φωτογραφία δεν είναι ~ή. Βλ. περσινός. [< μεσν. φετινός < μτγν. ἐφετινός]
54653φετίχφε-τίχ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (μτφ.) καθετί που αρέσει ιδιαίτερα σε κάποιον και στο οποίο αποδίδει υπερβολική αξία και σημασία: ~ ομορφιάς/πολυτέλειας. Τα ρολόγια είναι το ~ του. Έχει ~ με τα ψηλά τακούνια. Βλ. μαστ. 2. ΨΥΧΑΝ. μέρος του σώματος ή πράγμα που εξάπτει τον ερωτικό πόθο. 3. ΑΝΘΡΩΠ. (σε πρωτόγονες φυλές) αντικείμενο με μαγικές ιδιότητες, κυρ. θεραπευτικές ή αποτρεπτικές του κακού. Βλ. ταμπού, φυλαχτό. [< γαλλ. fétiche]
54654φετιχισμόςφε-τι-χι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΨΥΧΑΝ. συμπεριφορά κατά την οποία το άτομο διεγείρεται σεξουαλικά από κάποιο αντικείμενο ή μέρος του σώματος, το οποίο δεν ανήκει στις άμεσα ερωτογενείς ζώνες. Βλ. παραφιλία. 2. (μτφ.) απόδοση υπερβολικής αξίας σε κάτι, ειδωλοποίηση: ~ της γνώσης/του κεφαλαίου/του χρήματος. 3. ΑΝΘΡΩΠ. λατρεία αντικειμένου στο οποίο αποδίδονται μαγικές ιδιότητες από πρωτόγονες φυλές. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. fétichisme]
54655φετιχιστήςφε-τι-χι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φετιχίστρια}: αυτός που έχει φετίχ με κάτι. Βλ. βιτσιόζος.|| ~ές της μόδας. [< γαλλ. fétichiste]
54656φετιχιστικός, ή, ό φε-τι-χι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φετιχισμό ή τον φετιχιστή: ~ή: εμμονή/λατρεία. ~ό: αντικείμενο/σύμβολο. ~ά: ρούχα. ● επίρρ.: φετιχιστικά [< γαλλ. fétichiste]
54657φετιχοποίησηφε-τι-χο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται φετίχ και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ του έρωτα/χρήματος. Πβ. ειδωλοποίηση. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. fétichisation, 1968]
54658φέτοςφέ-τος επίρρ. & (λόγ.) εφέτος: αυτή τη χρονιά: Όπως κάθε χρόνο, έτσι και ~ ... Πού θα πάτε ~ διακοπές; Βλ. του χρόνου. ● ΦΡ.: κάθε πέρ(υ)σι και καλύτερα, (κάθε φέτος και χειρότερα) βλ. πέρυσι [< μεσν. φέτος < μτγν. ἐφέτος]
54659φετουτσίνιφε-του-τσί-νι ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ. κ. πληθ. (προφ.) -ια}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζυμαρικά με τη μορφή επίπεδων λωρίδων: ~ με γαρίδες. Βλ. λαζάνια, λιγκουίνι, ταλιατέλες. [< ιταλ. fettuccine (πληθ. του fettuccina), αγγλ. ~, 1912, γαλλ. ~, 1956]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.