| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54650 | φεσώνω | φε-σώ-νω ρ. (μτβ.) {φέσω-σε, φεσώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, φεσών-οντας} (προφ.): επιβαρύνω οικονομικά, χρεώνω: ~σε την αγορά/τους πιστωτές/το ταμείο με ακάλυπτες επιταγές. ~θηκε με ... ευρώ δάνειο για ν' αγοράσει σπίτι. ~μένος μέχρι τον λαιμό (στις τράπεζες) (= καταχρεωμένος). | |
| 54651 | φέτα | φέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. κομμάτι, συνήθ. λεπτό, κομμένο σε πλάτος από κάτι φαγώσιμο: μια ~ ζαμπόν/καρπούζι/τυρί (για τοστ)/ψωμί. Ψιλές ~ες κρέατος (βλ. φιλέτο)/πορτοκάλι. Κόψτε τις πατάτες σε ~ες. Κολοκυθάκια/κρεμμύδια σε ~ες. Βλ. αβγοφέτες.|| (κατ' επέκτ.) ~ες πίτας (κυκλικού γραφήματος). Καλοριφέρ με επτά ~ες. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ελληνικό παραδοσιακό τυρί άλμης, λευκό και με ελαφρά όξινη γεύση, το οποίο παρασκευάζεται από (αιγο)πρόβειο γάλα: βαρελίσια (ή ~ δοχείου)/βιολογική/μαλακή/πικάντικη/σκληρή/τριμμένη (: τρίμμα ~ας) ~. (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ λαδορίγανη/σαγανάκι/ψητή (βλ. μπουγιουρντί). Χωριάτικη (σαλάτα) με ~. Βλ. κοπανιστή, ΠΟΠ, σφέλα, τελεμές, τουλουμοτύρι. ● φέτες (οι) (μτφ.-προφ.): γραμμωμένοι κοιλιακοί: Η κοιλιά του είναι ~. Έχει γίνει ~. ● Υποκ.: φετάκι (το), φετίτσα (η), φετούλα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: κάνω κάποιον φέτες/τ' αλατιού (μτφ.-προφ.) 1. τον δέρνω άγρια: (απειλητ.) Άμα σε πιάσω στα χέρια μου, θα σε ~ ~! ΣΥΝ. κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο), κάνω κάποιον με τα κρεμμυδάκια (2) 2. (κατ' επέκτ.) συντρίβω, κατατροπώνω. ΣΥΝ. κάνω κάποιον σκόνη (και θρύψαλα), κάνω λιώμα/χώμα (3) [< ιταλ. fetta 2: πβ. αγγλ. feta, 1915, γαλλ. ~, περ. 1950, γερμ. Feta] | |
| 54652 | φετινός | , ή, ό φε-τι-νός επίθ. & (λόγ.) εφετινός: που αναφέρεται στην τρέχουσα χρονιά: ο ~ διαγωνισμός/εορτασμός/νικητής/προϋπολογισμός/πρωταθλητής. Η ~ή διοργάνωση/επέτειος/κολεξιόν/σεζόν. Το ~ό πρωτάθλημα. Οι ~οί συμμετέχοντες. Οι ~ές υποψηφιότητες. Τα ~ά βραβεία (Όσκαρ). Η φωτογραφία δεν είναι ~ή. Βλ. περσινός. [< μεσν. φετινός < μτγν. ἐφετινός] | |
| 54653 | φετίχ | φε-τίχ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (μτφ.) καθετί που αρέσει ιδιαίτερα σε κάποιον και στο οποίο αποδίδει υπερβολική αξία και σημασία: ~ ομορφιάς/πολυτέλειας. Τα ρολόγια είναι το ~ του. Έχει ~ με τα ψηλά τακούνια. Βλ. μαστ. 2. ΨΥΧΑΝ. μέρος του σώματος ή πράγμα που εξάπτει τον ερωτικό πόθο. 3. ΑΝΘΡΩΠ. (σε πρωτόγονες φυλές) αντικείμενο με μαγικές ιδιότητες, κυρ. θεραπευτικές ή αποτρεπτικές του κακού. Βλ. ταμπού, φυλαχτό. [< γαλλ. fétiche] | |
| 54654 | φετιχισμός | φε-τι-χι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΨΥΧΑΝ. συμπεριφορά κατά την οποία το άτομο διεγείρεται σεξουαλικά από κάποιο αντικείμενο ή μέρος του σώματος, το οποίο δεν ανήκει στις άμεσα ερωτογενείς ζώνες. Βλ. παραφιλία. 2. (μτφ.) απόδοση υπερβολικής αξίας σε κάτι, ειδωλοποίηση: ~ της γνώσης/του κεφαλαίου/του χρήματος. 3. ΑΝΘΡΩΠ. λατρεία αντικειμένου στο οποίο αποδίδονται μαγικές ιδιότητες από πρωτόγονες φυλές. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. fétichisme] | |
| 54655 | φετιχιστής | φε-τι-χι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φετιχίστρια}: αυτός που έχει φετίχ με κάτι. Βλ. βιτσιόζος.|| ~ές της μόδας. [< γαλλ. fétichiste] | |
| 54656 | φετιχιστικός | , ή, ό φε-τι-χι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φετιχισμό ή τον φετιχιστή: ~ή: εμμονή/λατρεία. ~ό: αντικείμενο/σύμβολο. ~ά: ρούχα. ● επίρρ.: φετιχιστικά [< γαλλ. fétichiste] | |
| 54657 | φετιχοποίηση | φε-τι-χο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται φετίχ και το αντίστοιχο αποτέλεσμα: ~ του έρωτα/χρήματος. Πβ. ειδωλοποίηση. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. fétichisation, 1968] | |
| 54658 | φέτος | φέ-τος επίρρ. & (λόγ.) εφέτος: αυτή τη χρονιά: Όπως κάθε χρόνο, έτσι και ~ ... Πού θα πάτε ~ διακοπές; Βλ. του χρόνου. ● ΦΡ.: κάθε πέρ(υ)σι και καλύτερα, (κάθε φέτος και χειρότερα) βλ. πέρυσι [< μεσν. φέτος < μτγν. ἐφέτος] | |
| 54659 | φετουτσίνι | φε-του-τσί-νι ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ. κ. πληθ. (προφ.) -ια}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζυμαρικά με τη μορφή επίπεδων λωρίδων: ~ με γαρίδες. Βλ. λαζάνια, λιγκουίνι, ταλιατέλες. [< ιταλ. fettuccine (πληθ. του fettuccina), αγγλ. ~, 1912, γαλλ. ~, 1956] | |
| 54660 | φετφάς | φετ-φάς ουσ. (αρσ.) {φετφ-άδες} & φετβάς : (στο Ισλάμ) απόφαση ή διάταγμα θρησκευτικής Αρχής. || (μτφ.-μειωτ.) Με ~άδες (= διαταγές) δεν γίνεται διάλογος. ΣΥΝ. φάτουα [< τουρκ. fetva] | |
| 54661 | φευ | [φεῦ] επιφών. (αρχαιοπρ.-συχνά ειρων.): αλίμονο. [< αρχ. φεῦ] | |
| 54662 | φεύγα | φεύ-γα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος παιχνιδιού στο τάβλι. Βλ. πλακωτό, πόρτες. | |
| 54663 | φευγάλα | φευ-γά-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): φευγιό, φυγή. Βλ. -άλα, τρεχάλα. | |
| 54664 | φευγαλέος | , α, ο φευ-γα-λέ-ος επίθ. (λόγ.-λογοτ.) 1. που έχει μικρή διάρκεια· γρήγορος, παροδικός: ~α: ευτυχία/ματιά/ομορφιά (πβ. εφήμερη). ~ο: άρωμα/βλέμμα. Για μια ~α στιγμή, νόμιζα ότι ... Όλα ήταν ένα ~ο όνειρο. Πβ. στιγμιαίος, σύντομος. ΑΝΤ. διαρκής (1), μόνιμος (1), συνεχής (1) 2. αμυδρός και αόριστος, ανεπαίσθητος: ~α: ανάμνηση/εικόνα/εντύπωση/σκιά. ~ο: άγγιγμα/χαμόγελο. Πβ. ασαφής. Βλ. -αλέος. ● επίρρ.: φευγαλέα [< γαλλ. fugace] | |
| 54665 | φευγάτος | , η, ο [φευγᾶτος] φευ-γά-τος επίθ. 1. (προφ.) που έχει ήδη φύγει: Είναι ~ από πολύ νωρίς. Πβ. εξαφανισμένος.|| (μτφ.) Πάει ο θυμός μου, είναι πια ~ (: μου έχει περάσει). 2. (μτφ.-προφ.) αφηρημένος, εκτός πραγματικότητας, ιδιόρρυθμος: Είναι κάπως ~ ο τύπος (: ζει στον κόσμο του). Πβ. άντε γεια, ονειροπαρμένος, τζαζ.|| ~ο: μυαλό/ύφος. Βλ. -άτος. 3. (μτφ.-νεαν. αργκό) ιδαίτερα εντυπωσιακός, εκπληκτικός: ~ο: αυτοκίνητο. Βλ. εξωπραγματικός. [< μεσν. φευγάτος] | |
| 54666 | φευγιό | φευ-γιό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): φυγή: ξαφνικό ~. ~ των προσφύγων. Έχει το ~ μέσα του. Πβ. φευγάλα. [< μεσν. φευγιόν] | |
| 54667 | φεύγω | φεύ-γω ρ. (αμτβ.) {έφυγ-α, φύγει, φεύγ-οντας} 1. μετακινούμαι από ένα σημείο ή μέρος και κατευθύνομαι προς ένα άλλο· γενικότ. απομακρύνομαι, αφήνω, εγκαταλείπω ένα σημείο, τόπο ή πρόσωπο: ~ αμέσως/σε πέντε λεπτά/το βράδυ. ~ για διακοπές/ταξίδι/το χωριό. Πότε ~εις (με το καλό); Ακόμη δεν ήρθες και ~εις; Είναι ώρα/λέω να ~ουμε σιγά-σιγά. ~ετε κιόλας; ~ε άπραγος/άρον-άρον/βιαστικά/κακήν κακώς/κρυφά/λίγο πριν τις τρεις/με τα πόδια/νευριασμένος/νηστικός/σαν κυνηγημένος/σφαίρα (= πολύ γρήγορα)/τρέχοντας. ~ε απ' το σπίτι του (: ανεξαρτητοποιήθηκε) πολύ μικρός. Τα μάζεψε κι ~ε. Δεν ήξερε από πού να φύγει. Άσ' την να φύγει. Δεν λέει να φύγει. Έκανε να φύγει, αλλά τον σταμάτησα. Πάμε να φύγουμε. Περίμενε/στάσου, μη ~εις! Φύγε από 'δώ/από μπροστά μου (= δίνε του, ξεκουμπίσου, πάρε δρόμο, στρίβε)! ~οντας, μην ξεχάσεις να κλειδώσεις.|| Το τρένο ~ει (= αναχωρεί) στην ώρα του/στις οκτώ. Τι ώρα ~ει (= αποπλέει) το πλοίο; ΑΝΤ. φτάνει.|| Σουρώνουμε τα μακαρόνια, για να φύγει (= στραγγίξει) το νερό.|| Θέλω να φύγω απ' αυτήν τη σχέση (= να χωρίσω). Φοβάται μην του φύγει (: μην τη χάσει). Βλ. απο~, δια~, εκ~, κατα~, ξανα~, προσ~, υπεκ~. ΑΝΤ. έρχομαι (1) 2. διακόπτω μια συνεργασία, σταματώ να συμμετέχω σε κάτι· αποχωρώ, απέρχομαι: ~ει από πρόεδρος. Με έδιωξαν, δεν ~α. Γιατί ~ες απ' τη δουλειά; ~ε με το κεφάλι ψηλά/πικραμένος. Αναγκάστηκα να φύγω. Δεν είναι λόγος αυτός για να φύγεις.|| Ο διευθυντής ~ει του χρόνου (= παίρνει σύνταξη). 3. παρεκκλίνω: Συγγνώμη, ~α απ' το θέμα μας (= βγήκα εκτός θέματος). ● φεύγει 1. εξαφανίζεται, παύει να υπάρχει: Αυτή η μυρωδιά δεν ~ με τίποτα. Το μαύρισμα ~ε. Οι λεκέδες ~αν με το πλύσιμο. Το κρύωμα άργησε να φύγει (= περάσει).|| Η έμπνευση έρχεται και ~. Για να σου φύγει η απορία, ... Νιώθω σαν να ~ε ένα βάρος από πάνω μου (: ανακουφίστηκα).|| (για χρόνο· κυλά, παρέρχεται:) Πόσο γρήγορα ~ουν οι μέρες/τα νιάτα/τα χρόνια! Τα σημαντικότερα γεγονότα της χρονιάς που ~ε. ~ε (= πάει) κι αυτό το καλοκαίρι.|| Μας ~αν (= ξοδέψαμε, σπαταλήσαμε) πολλά χρήματα.|| ~αν χιλιάδες εισιτήρια (= πουλήθηκαν). 2. ξεφεύγει: Μου 'φυγε το μαχαίρι και κόπηκα. Μου έχει φύγει ένα κουμπί/ένας πόντος απ' το καλσόν. Παραλίγο να του φύγει το τιμόνι.|| Κοίτα μη σου φύγει καμιά κουβέντα!|| Η μπάλα ~ε άουτ (= βγήκε, πέρασε)/κόρνερ/ξυστά πάνω απ' το δοκάρι. ● ΦΡ.: έφυγε απ' τη ζωή/τον κόσμο & έφυγε (ευφημ.): πέθανε: ~ ξαφνικά απ' τη ζωή. Έφυγε άδικα/από κοντά μας/πρόωρα/νέος/σε βαθιά γεράματα., μου 'φυγε η ψυχή (προφ.-εμφατ.): τρόμαξα πολύ. ΣΥΝ. πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη, όπου φύγει φύγει (προφ.): για να δηλωθεί άτακτη φυγή, ότι κάποιος σπεύδει να απομακρυνθεί από ένα μέρος: Μόλις άκουσαν τα περιπολικά, ~ ~ (= την έκαναν/κοπάνησαν, το ΄βαλαν στα πόδια/'σκασαν). Σε εξέλιξη η έξοδος του Αυγούστου· ~ ~ οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων., έφυγε από το κεφάλι μου βλ. κεφάλι, η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος, θα φύγει/έφυγε νύχτα βλ. νύχτα, μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος/ο τάκος βλ. πάτος, μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό, μου/σου/του ... φεύγει η μαγκιά/το κλαπέτο βλ. μαγκιά, παίρνω το καπελάκι/το καπέλο μου και φεύγω βλ. καπέλο, περνώ/φεύγω μπροστά βλ. περνώ, σηκώνομαι και φεύγω βλ. σηκώνω, του 'στριψε/του λασκάρισε/του 'φυγε η/καμιά βίδα βλ. βίδα, φεύγω/βγαίνω απ' τη μέση βλ. μέση [< αρχ. φεύγω] | |
| 34765 | φεύγω | ξα-να-φεύ-γω ρ. (αμτβ.) {ξανα-έφυγα κ. ξανάφυγα, ξανα-φύγω, ξαναφεύγ-οντας}: φεύγω πάλι: Δεν πρόλαβες να κάτσεις και ~εις; Μόλις γύρισε από ταξίδι και ~ει.|| ~έφυγε από τη δουλειά (: τον απέλυσαν για άλλη μια φορά). ΑΝΤ. ξαναέρχομαι & ξανάρχομαι ● ξαναφεύγει: ξεφεύγει εκ νέου από τον έλεγχο· παρεκκλίνει ξανά: Του ~έφυγε το τιμόνι στη στροφή. Η μπάλα ξανάφυγε άουτ.|| Μην ~φύγεις από το θέμα! | |
| 54668 | φευκτός | , ή, ό φευ-κτός επίθ. (λόγ.): που μπορεί να αποφευχθεί: ~οί: κίνδυνοι. ΑΝΤ. άφευκτος [< αρχ. φευκτός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ