Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [55160-55180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54660φετφάςφετ-φάς ουσ. (αρσ.) {φετφ-άδες} & φετβάς : (στο Ισλάμ) απόφαση ή διάταγμα θρησκευτικής Αρχής. || (μτφ.-μειωτ.) Με ~άδες (= διαταγές) δεν γίνεται διάλογος. ΣΥΝ. φάτουα [< τουρκ. fetva]
54661φευ[φεῦ] επιφών. (αρχαιοπρ.-συχνά ειρων.): αλίμονο. [< αρχ. φεῦ]
54662φεύγαφεύ-γα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος παιχνιδιού στο τάβλι. Βλ. πλακωτό, πόρτες.
54663φευγάλαφευ-γά-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): φευγιό, φυγή. Βλ. -άλα, τρεχάλα.
54664φευγαλέος, α, ο φευ-γα-λέ-ος επίθ. (λόγ.-λογοτ.) 1. που έχει μικρή διάρκεια· γρήγορος, παροδικός: ~α: ευτυχία/ματιά/ομορφιά (πβ. εφήμερη). ~ο: άρωμα/βλέμμα. Για μια ~α στιγμή, νόμιζα ότι ... Όλα ήταν ένα ~ο όνειρο. Πβ. στιγμιαίος, σύντομος. ΑΝΤ. διαρκής (1), μόνιμος (1), συνεχής (1) 2. αμυδρός και αόριστος, ανεπαίσθητος: ~α: ανάμνηση/εικόνα/εντύπωση/σκιά. ~ο: άγγιγμα/χαμόγελο. Πβ. ασαφής. Βλ. -αλέος. ● επίρρ.: φευγαλέα [< γαλλ. fugace]
54665φευγάτος, η, ο [φευγᾶτος] φευ-γά-τος επίθ. 1. (προφ.) που έχει ήδη φύγει: Είναι ~ από πολύ νωρίς. Πβ. εξαφανισμένος.|| (μτφ.) Πάει ο θυμός μου, είναι πια ~ (: μου έχει περάσει). 2. (μτφ.-προφ.) αφηρημένος, εκτός πραγματικότητας, ιδιόρρυθμος: Είναι κάπως ~ ο τύπος (: ζει στον κόσμο του). Πβ. άντε γεια, ονειροπαρμένος, τζαζ.|| ~ο: μυαλό/ύφος. Βλ. -άτος. 3. (μτφ.-νεαν. αργκό) ιδαίτερα εντυπωσιακός, εκπληκτικός: ~ο: αυτοκίνητο. Βλ. εξωπραγματικός. [< μεσν. φευγάτος]
54666φευγιόφευ-γιό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): φυγή: ξαφνικό ~. ~ των προσφύγων. Έχει το ~ μέσα του. Πβ. φευγάλα. [< μεσν. φευγιόν]
54667φεύγωφεύ-γω ρ. (αμτβ.) {έφυγ-α, φύγει, φεύγ-οντας} 1. μετακινούμαι από ένα σημείο ή μέρος και κατευθύνομαι προς ένα άλλο· γενικότ. απομακρύνομαι, αφήνω, εγκαταλείπω ένα σημείο, τόπο ή πρόσωπο: ~ αμέσως/σε πέντε λεπτά/το βράδυ. ~ για διακοπές/ταξίδι/το χωριό. Πότε ~εις (με το καλό); Ακόμη δεν ήρθες και ~εις; Είναι ώρα/λέω να ~ουμε σιγά-σιγά. ~ετε κιόλας; ~ε άπραγος/άρον-άρον/βιαστικά/κακήν κακώς/κρυφά/λίγο πριν τις τρεις/με τα πόδια/νευριασμένος/νηστικός/σαν κυνηγημένος/σφαίρα (= πολύ γρήγορα)/τρέχοντας. ~ε απ' το σπίτι του (: ανεξαρτητοποιήθηκε) πολύ μικρός. Τα μάζεψε κι ~ε. Δεν ήξερε από πού να φύγει. Άσ' την να φύγει. Δεν λέει να φύγει. Έκανε να φύγει, αλλά τον σταμάτησα. Πάμε να φύγουμε. Περίμενε/στάσου, μη ~εις! Φύγε από 'δώ/από μπροστά μου (= δίνε του, ξεκουμπίσου, πάρε δρόμο, στρίβε)! ~οντας, μην ξεχάσεις να κλειδώσεις.|| Το τρένο ~ει (= αναχωρεί) στην ώρα του/στις οκτώ. Τι ώρα ~ει (= αποπλέει) το πλοίο; ΑΝΤ. φτάνει.|| Σουρώνουμε τα μακαρόνια, για να φύγει (= στραγγίξει) το νερό.|| Θέλω να φύγω απ' αυτήν τη σχέση (= να χωρίσω). Φοβάται μην του φύγει (: μην τη χάσει). Βλ. απο~, δια~, εκ~, κατα~, ξανα~, προσ~, υπεκ~. ΑΝΤ. έρχομαι (1) 2. διακόπτω μια συνεργασία, σταματώ να συμμετέχω σε κάτι· αποχωρώ, απέρχομαι: ~ει από πρόεδρος. Με έδιωξαν, δεν ~α. Γιατί ~ες απ' τη δουλειά; ~ε με το κεφάλι ψηλά/πικραμένος. Αναγκάστηκα να φύγω. Δεν είναι λόγος αυτός για να φύγεις.|| Ο διευθυντής ~ει του χρόνου (= παίρνει σύνταξη). 3. παρεκκλίνω: Συγγνώμη, ~α απ' το θέμα μας (= βγήκα εκτός θέματος).φεύγει 1. εξαφανίζεται, παύει να υπάρχει: Αυτή η μυρωδιά δεν ~ με τίποτα. Το μαύρισμα ~ε. Οι λεκέδες ~αν με το πλύσιμο. Το κρύωμα άργησε να φύγει (= περάσει).|| Η έμπνευση έρχεται και ~. Για να σου φύγει η απορία, ... Νιώθω σαν να ~ε ένα βάρος από πάνω μου (: ανακουφίστηκα).|| (για χρόνο· κυλά, παρέρχεται:) Πόσο γρήγορα ~ουν οι μέρες/τα νιάτα/τα χρόνια! Τα σημαντικότερα γεγονότα της χρονιάς που ~ε. ~ε (= πάει) κι αυτό το καλοκαίρι.|| Μας ~αν (= ξοδέψαμε, σπαταλήσαμε) πολλά χρήματα.|| ~αν χιλιάδες εισιτήρια (= πουλήθηκαν). 2. ξεφεύγει: Μου 'φυγε το μαχαίρι και κόπηκα. Μου έχει φύγει ένα κουμπί/ένας πόντος απ' το καλσόν. Παραλίγο να του φύγει το τιμόνι.|| Κοίτα μη σου φύγει καμιά κουβέντα!|| Η μπάλα ~ε άουτ (= βγήκε, πέρασε)/κόρνερ/ξυστά πάνω απ' το δοκάρι. ● ΦΡ.: έφυγε απ' τη ζωή/τον κόσμο & έφυγε (ευφημ.): πέθανε: ~ ξαφνικά απ' τη ζωή. Έφυγε άδικα/από κοντά μας/πρόωρα/νέος/σε βαθιά γεράματα., μου 'φυγε η ψυχή (προφ.-εμφατ.): τρόμαξα πολύ. ΣΥΝ. πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη, όπου φύγει φύγει (προφ.): για να δηλωθεί άτακτη φυγή, ότι κάποιος σπεύδει να απομακρυνθεί από ένα μέρος: Μόλις άκουσαν τα περιπολικά, ~ ~ (= την έκαναν/κοπάνησαν, το ΄βαλαν στα πόδια/'σκασαν). Σε εξέλιξη η έξοδος του Αυγούστου· ~ ~ οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων., έφυγε από το κεφάλι μου βλ. κεφάλι, η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος, θα φύγει/έφυγε νύχτα βλ. νύχτα, μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος/ο τάκος βλ. πάτος, μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό, μου/σου/του ... φεύγει η μαγκιά/το κλαπέτο βλ. μαγκιά, παίρνω το καπελάκι/το καπέλο μου και φεύγω βλ. καπέλο, περνώ/φεύγω μπροστά βλ. περνώ, σηκώνομαι και φεύγω βλ. σηκώνω, του 'στριψε/του λασκάρισε/του 'φυγε η/καμιά βίδα βλ. βίδα, φεύγω/βγαίνω απ' τη μέση βλ. μέση [< αρχ. φεύγω]
34765φεύγω

ξα-να-φεύ-γω ρ. (αμτβ.) {ξανα-έφυγα κ. ξανάφυγα, ξανα-φύγω, ξαναφεύγ-οντας}: φεύγω πάλι: Δεν πρόλαβες να κάτσεις και ~εις; Μόλις γύρισε από ταξίδι και ~ει.|| ~έφυγε από τη δουλειά (: τον απέλυσαν για άλλη μια φορά). ΑΝΤ. ξαναέρχομαι & ξανάρχομαι ● ξαναφεύγει: ξεφεύγει εκ νέου από τον έλεγχο· παρεκκλίνει ξανά: Του ~έφυγε το τιμόνι στη στροφή. Η μπάλα ξανάφυγε άουτ.|| Μην ~φύγεις από το θέμα!

54668φευκτός, ή, ό φευ-κτός επίθ. (λόγ.): που μπορεί να αποφευχθεί: ~οί: κίνδυνοι. ΑΝΤ. άφευκτος [< αρχ. φευκτός]
54669φηγόςφη-γός ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ΒΟΤ. οξιά. 2. ΑΡΧ. είδος βελανιδιάς: η Ιερά ~ της Δωδώνης. [< αρχ. φηγός]
54670φήμηφή-μη ουσ. (θηλ.) {φημ-ών}: άποψη, γνώμη, συνήθ. θετική, που έχει σχηματίσει ο κόσμος για κάποιον ή κάτι: η ~ μιας εταιρείας. Προσωπικότητες διεθνούς/παγκοσμίου ~ης (= αίγλης, εμβέλειας, κύρους). Δικηγόρος με εξαιρετική/καλή (πβ. τιμή)/σπουδαία ~ (πβ. όνομα). Η ~ του απλώθηκε παντού/μεγάλωσε/ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας του (βλ. δόξα). Αμαυρώθηκε η ~ (= υπόληψή) του. Πβ. γόητρο, έξωθεν καλή μαρτυρία. Βλ. υστεροφημία.|| Απέκτησε αρνητική/άσχημη ~ (βλ. δυσώνυμος, κακόφημος).|| Έχει τη/τον ακουλουθεί η ~ του αυστηρού/γυναικά. Πβ. ταμπέλα. ||(ΕΚΚΛ.) ~ επισκόπου (: σύντομος ύμνος που τελειώνει με τα λόγια «πολλά τα έτη».φήμες (οι): ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες: αβάσιμες/ανυπόστατες/ψεύτικες ~. ~ ή πραγματικότητα; Διάδοση/διασπορά/διάψευση/θύελλα/όργιο ~ών. Εν μέσω ~ών. ~ που επαληθεύτηκαν/δεν ευσταθούν. Φουντώνουν οι ~ (= τα σενάρια) για ... Πβ. διαδόσεις, λόγια, ψίθυροι.|| Ακούγεται/βγήκε/είναι διάχυτη/έφτασε στ’ αυτιά μου/κυκλοφορεί η ~ (= φημολογείται) ότι ... Πβ. φημολογία. [< αρχ. φήμη]
54671φημίζομαιφη-μί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ΄πρόσ. | φημισμένος}: έχω φήμη, είμαι ονομαστός: ~εται για την ευφυΐα/το χιούμορ του. Η εταιρεία ~εται για την αξιοπιστία/ποιότητα των προϊόντων της. Νησιά που ~ονται για τις ωραίες τους παραλίες. Δεν ~εται και πολύ για τη συνέπειά του. Πβ. κάνω/δημιουργώ/βγάζω όνομα. [< μτγν. φημίζεται, γαλλ. avoir la réputation]
54672φημισμένος, η, ο φη-μι-σμέ-νος επίθ.: ονομαστός, ξακουστός: ~ος: επιστήμονας/ζωγράφος/πίνακας. ~η: κουζίνα/οικογένεια/ορχήστρα. ~ο: μουσείο. ~οι: καλλιτέχνες. ~α: μνημεία. Η πόλη είναι ~η (= φημίζεται) για το κρασί της. Πβ. αναγνωρισμένος, διάσημος, ένδοξος, ευκλεής, κλεινός, μεγαλώνυμος, παλαίφατος, περίφημος, περιώνυμος. [< μτγν. πεφημισμένος, γαλλ. fameux]
54673φημολογείται[φημολογεῖται] φη-μο-λο-γεί-ται ρ. (αμτβ.) {φημολογ-ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} (λόγ.): διαδίδεται φήμη για κάποιον ή κάτι: ~ (= συζητιέται, ψιθυρίζεται) ότι θα θέσει υποψηφιότητα για ... Παρά τα όσα ~ούνται περί ενδεχόμενης αποχώρησής του, θα παραμείνει. ~ούμενος: γάμος. ~ούμενη: συνεργασία. Πβ. ακούγεται, θρυλείται, φέρεται.
54674φημολογίαφη-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διάδοση φημών: αβάσιμη/ανεύθυνη/ανυπόστατη/έρπουσα ~. Έντονες ~ες. Οργιάζει/συντηρείται/φουντώνει η ~ για ανασχηματισμό. Πβ. παραφιλο-, σπερμο-λογία.
54675φθαλικός, ή, ό φθα-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που προέρχεται από το φθαλικό οξύ: ~ός: ανυδρίτης. ~οί εστέρες/~ές ενώσεις (: χρησιμοποιούνται ως πλαστικοποιητές, κυρ. για τη μετατροπή του PVC σε ευλύγιστο πλαστικό). Βλ. τερε~. ● ΣΥΜΠΛ.: φθαλικό οξύ: λευκή κρυσταλλική ουσία (σύμβ. C8H6O4), παράγωγο του ναφθαλινίου. [< γαλλ. phtalique]
54676φθάνωβλ. φτάνω
54677φθαρείβλ. φθείρω
54678φθάρθηκεβλ. φθείρω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.