| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54669 | φηγός | φη-γός ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ΒΟΤ. οξιά. 2. ΑΡΧ. είδος βελανιδιάς: η Ιερά ~ της Δωδώνης. [< αρχ. φηγός] | |
| 54670 | φήμη | φή-μη ουσ. (θηλ.) {φημ-ών}: άποψη, γνώμη, συνήθ. θετική, που έχει σχηματίσει ο κόσμος για κάποιον ή κάτι: η ~ μιας εταιρείας. Προσωπικότητες διεθνούς/παγκοσμίου ~ης (= αίγλης, εμβέλειας, κύρους). Δικηγόρος με εξαιρετική/καλή (πβ. τιμή)/σπουδαία ~ (πβ. όνομα). Η ~ του απλώθηκε παντού/μεγάλωσε/ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας του (βλ. δόξα). Αμαυρώθηκε η ~ (= υπόληψή) του. Πβ. γόητρο, έξωθεν καλή μαρτυρία. Βλ. υστεροφημία.|| Απέκτησε αρνητική/άσχημη ~ (βλ. δυσώνυμος, κακόφημος).|| Έχει τη/τον ακουλουθεί η ~ του αυστηρού/γυναικά. Πβ. ταμπέλα. ||(ΕΚΚΛ.) ~ επισκόπου (: σύντομος ύμνος που τελειώνει με τα λόγια «πολλά τα έτη». ● φήμες (οι): ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες: αβάσιμες/ανυπόστατες/ψεύτικες ~. ~ ή πραγματικότητα; Διάδοση/διασπορά/διάψευση/θύελλα/όργιο ~ών. Εν μέσω ~ών. ~ που επαληθεύτηκαν/δεν ευσταθούν. Φουντώνουν οι ~ (= τα σενάρια) για ... Πβ. διαδόσεις, λόγια, ψίθυροι.|| Ακούγεται/βγήκε/είναι διάχυτη/έφτασε στ’ αυτιά μου/κυκλοφορεί η ~ (= φημολογείται) ότι ... Πβ. φημολογία. [< αρχ. φήμη] | |
| 54671 | φημίζομαι | φη-μί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο γ΄πρόσ. | φημισμένος}: έχω φήμη, είμαι ονομαστός: ~εται για την ευφυΐα/το χιούμορ του. Η εταιρεία ~εται για την αξιοπιστία/ποιότητα των προϊόντων της. Νησιά που ~ονται για τις ωραίες τους παραλίες. Δεν ~εται και πολύ για τη συνέπειά του. Πβ. κάνω/δημιουργώ/βγάζω όνομα. [< μτγν. φημίζεται, γαλλ. avoir la réputation] | |
| 54672 | φημισμένος | , η, ο φη-μι-σμέ-νος επίθ.: ονομαστός, ξακουστός: ~ος: επιστήμονας/ζωγράφος/πίνακας. ~η: κουζίνα/οικογένεια/ορχήστρα. ~ο: μουσείο. ~οι: καλλιτέχνες. ~α: μνημεία. Η πόλη είναι ~η (= φημίζεται) για το κρασί της. Πβ. αναγνωρισμένος, διάσημος, ένδοξος, ευκλεής, κλεινός, μεγαλώνυμος, παλαίφατος, περίφημος, περιώνυμος. [< μτγν. πεφημισμένος, γαλλ. fameux] | |
| 54673 | φημολογείται | [φημολογεῖται] φη-μο-λο-γεί-ται ρ. (αμτβ.) {φημολογ-ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} (λόγ.): διαδίδεται φήμη για κάποιον ή κάτι: ~ (= συζητιέται, ψιθυρίζεται) ότι θα θέσει υποψηφιότητα για ... Παρά τα όσα ~ούνται περί ενδεχόμενης αποχώρησής του, θα παραμείνει. ~ούμενος: γάμος. ~ούμενη: συνεργασία. Πβ. ακούγεται, θρυλείται, φέρεται. | |
| 54674 | φημολογία | φη-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διάδοση φημών: αβάσιμη/ανεύθυνη/ανυπόστατη/έρπουσα ~. Έντονες ~ες. Οργιάζει/συντηρείται/φουντώνει η ~ για ανασχηματισμό. Πβ. παραφιλο-, σπερμο-λογία. | |
| 54675 | φθαλικός | , ή, ό φθα-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που προέρχεται από το φθαλικό οξύ: ~ός: ανυδρίτης. ~οί εστέρες/~ές ενώσεις (: χρησιμοποιούνται ως πλαστικοποιητές, κυρ. για τη μετατροπή του PVC σε ευλύγιστο πλαστικό). Βλ. τερε~. ● ΣΥΜΠΛ.: φθαλικό οξύ: λευκή κρυσταλλική ουσία (σύμβ. C8H6O4), παράγωγο του ναφθαλινίου. [< γαλλ. phtalique] | |
| 54676 | φθάνω | βλ. φτάνω | |
| 54677 | φθαρεί | βλ. φθείρω | |
| 54678 | φθάρθηκε | βλ. φθείρω | |
| 54679 | φθαρτικός | , ή, ό φθαρ-τι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): που προκαλεί φθορά. ΣΥΝ. φθοροποιός [< αρχ. φθαρτικός] | |
| 54680 | φθαρτός | , ή, ό φθαρ-τός επίθ. (λόγ.): που υπόκειται σε φθορά: (κυρ. ΘΕΟΛ.) ~ή: σάρκα/ύλη/υπόσταση/φύση. ~ό: σώμα. Πβ. γήινος, εφήμερος.|| ~ά: αγαθά/προϊόντα. Πβ. αλλοιώσιμος.|| ~ή: ομορφιά (πβ. πρόσκαιρη). ΑΝΤ. αιώνιος (1), άφθαρτος [< αρχ. φθαρτός] | |
| 54681 | φθαρτότητα | φθαρ-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φθαρτού: η ~ του σώματος/της ύλης. Πβ. θνητότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αφθαρσία [< μτγν. φθαρτότης] | |
| 8191 | Φθαρτότητα | [ἀφθαρσία] α-φθαρ-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του άφθαρτου: η ~ του Σύμπαντος/της ψυχής. Πβ. αθανασία, αιωνιότητα. ΑΝΤ. φθαρτότητα ● ΦΡ.: η αρχή/ο νόμος της αφθαρσίας της ύλης: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που ορίζει ότι σε κάθε χημική αντίδραση η μάζα των σωμάτων που αντιδρούν είναι ίση με τη μάζα των προϊόντων της αντίδρασης, δηλ. η ύλη αλλάζει μορφές, χωρίς να καταστρέφεται ή να παράγεται από το μηδέν. [< γαλλ. la loi de conservation de la matière] , μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας βλ. μεταξύ [< μτγν. ἀφθαρσία] | |
| 54682 | φθάσιμο | βλ. φτάσιμο | |
| 54683 | φθειρίαση | φθει-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρασίτωση που οφείλεται στις ψείρες, με κυριότερα συμπτώματα τον ερεθισμό και τον κνησμό: ~ του τριχωτού της κεφαλής. Αντιμετώπιση της ~ης με αντιφθειρικά σαμπουάν. Βλ. -ίαση. [< μτγν. φθειρίασις, γαλλ. phtiriase, αγγλ. phthiriasis] | |
| 54684 | φθειροκτόνος | , ος/α, ο φθει-ρο-κτό-νος επίθ. (λόγ.): που εξολοθρεύει τις ψείρες: ~α: σκευάσματα. Πβ. αντιφθειρικός.|| (ως ουσ.) Το ~ο (ενν. προϊόν). Βλ. -κτόνος. [< μτγν. φθειροκτόνον (όνομα φυτού)] | |
| 54685 | φθείρω | φθεί-ρω ρ. (μτβ.) {έφθειρα, φθάρ-θηκε (λόγ. εφθάρ-η, -ησαν), φθαρεί, φθείρ-οντας, -όμενος, φθαρ-μένος} (λόγ.): καταστρέφω, χαλώ: Ο χρόνος ~ει το σώμα. Τα καλύμματα είχαν φθαρεί με τον καιρό/τη χρήση.|| ~μένα: λάστιχα/παπούτσια/ρούχα (πβ. ξεφτισμένος). Κάγκελα ~μένα απ' τη σκουριά (= διαβρωμένα). ΑΝΤ. άφθαρτος.|| Γάμος/κόμμα που ~εται σιγά-σιγά. Πβ. παρακμάζω, φθίνω. Βλ. δια~, παρα~. ● φθείρει: βλάπτει: Με ~ η μιζέρια/ρουτίνα. Συζήτηση που με ~ ψυχολογικά., φθείρομαι: αναλώνομαι: ~εται (= κατατρίβεται, ξοδεύεται) σε ανούσια πράγματα. [< αρχ. φθείρω] | |
| 54686 | φθηναίνω | βλ. φτηναίνω | |
| 54687 | φθήνια | βλ. φτήνια |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ