| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4580 | αντίκρυ | [ἀντίκρυ] α-ντί-κρυ επίρρ. & αντικρύ (λαϊκό): αντικριστά, απέναντι: Στεκόμασταν ο ένας ~ στον άλλον. Πβ. αγνάντια, καταντικρύ, ξάγναντα.|| (μτφ.) ~ με τη μοναξιά. Πβ. ενώπιον, μπροστά. [< μεσν. αντίκρυ, αρχ. ἀντικρύ] | |
| 4581 | αντίκτυπος | [ἀντίκτυπος] α-ντί-κτυ-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύπου} & (προφ.) αντίχτυπος: επίδραση, αποτέλεσμα, επίπτωση: άμεσος/αρνητικός/έμμεσος/θετικός/κοινωνικός/οικονομικός/περιβαλλοντικός/ψυχολογικός ~. Ο ~ της κρίσης στην οικονομία/της παγκοσμιοποίησης στην πολιτική μιας χώρας. Ήττα χωρίς ~ο για την ομάδα. Πβ. αντανάκλαση, απήχηση, απόηχος, παρενέργεια, συνέπεια. [< μτγν. ἀντίκτυπος ‘που αντηχεί απέναντι ή σε απάντηση’, γαλλ. contrecoup] | |
| 4582 | αντικυβερνητικός | , ή, ό [ἀντικυβερνητικός] α-ντι-κυ-βερ-νη-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στην κυβέρνηση: ~ή: διαδήλωση. ~ό: μέτωπο. ~ές: κινητοποιήσεις. Πβ. αντιπολιτευόμενος. ΑΝΤ. κυβερνητικός (2), φιλοκυβερνητικός [< γαλλ. antigouvernemental, αγγλ. antigovernmental] | |
| 4583 | αντικυκλώνας | [ἀντικυκλώνας] α-ντι-κυ-κλώ-νας ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. σύστημα ανέμων με υψηλότερη ατμοσφαιρική πίεση σε σχέση με τη γύρω περιοχή, που κινούνται ελικοειδώς από το κέντρο προς τα έξω (με δεξιόστροφη κατεύθυνση στο Βόρειο Ημισφαίριο και αριστερόστροφη στο Νότιο): θερμός/σιβηρικός/υποτροπικός/ψυχρός ~. Ο ~ συνήθως σχετίζεται με καλοκαιρία. ΣΥΝ. υψηλό βαρομετρικό ΑΝΤ. κυκλώνας (1) [< γαλλ. anticyclone, αγγλ. anticyclon] | |
| 4584 | αντικυνηγός | [ἀντικυνηγός] α-ντι-κυ-νη-γός ουσ. (αρσ.): αυτός που εναντιώνεται στο κυνήγι ως χόμπι. | |
| 4585 | αντικυτταριτιδικός | , ή, ό [ἀντικυτταριτιδικός] α-ντι-κυτ-τα-ρι-τι-δι-κός επίθ.: (για κρέμα) που καταπολεμά την κυτταρίτιδα: ~ό: μασάζ. Αναπλαστική και ~ή δράση. ~ό και συσφιγκτικό γαλάκτωμα σώματος. Βλ. αδυνατιστ-, αντιρυτιδ-ικός. [< γαλλ. anticellulite, περ. 1950] | |
| 4586 | αντικωδικόνιο | [ἀντικωδικόνιο] α-ντι-κω-δι-κό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. τριπλέτα νουκλεοτιδίων του μεταφορικού RNA, συμπληρωματική του αντίστοιχου κωδικονίου. Βλ. ριβόσωμα. [< γαλλ. anticodon, 1963, αγγλ. ~, 1965] | |
| 4587 | αντιλαϊκός | , ή, ό [ἀντιλαϊκός] α-ντι-λα-ϊ-κός επίθ. 1. που αντιβαίνει στα συμφέροντα του λαού: ~ό: νομοσχέδιο/φορολογικό σύστημα. ~ά: μέτρα. ΑΝΤ. φιλολαϊκός 2. που δεν είναι ευχάριστος στο πλήθος: ~ή: εικόνα (της κυβερνητικής παράταξης). Πβ. αντι-δημοτικός, -δημοφιλής. ΑΝΤ. δημο-, λαο-φιλής. [< γαλλ. antipopulaire] | |
| 4588 | αντιλαλεί | [ἀντιλαλεῖ] α-ντι-λα-λεί ρ. (αμτβ.) {αντιλάλ-ησε} 1. αντηχεί: ~ησε η βοή του πλήθους/η φωνή της. 2. αντανακλά τον ήχο: Το σπίτι ~ούσε από τα γέλια των παιδιών. Πβ. (αντι)βουίζει. [< μεσν. αντιλαλώ] | |
| 4589 | αντίλαλος | [ἀντίλαλος] α-ντί-λα-λος ουσ. (αρσ.) 1. επαναφορά του ήχου ύστερα από ανάκλαση: μακρινός ~. Έφτασε στα αυτιά μου ο ~ από τις φωνές των παιδιών. Πβ. αντήχηση, ηχώ. 2. (σπάν.-μτφ.) απήχηση, αντίκτυπος: ο ~ της ιστορίας. Πβ. απόηχος. [< μεσν. αντίλαλος] | |
| 4590 | αντιλαμβάνομαι | [ἀντιλαμβάνομαι] α-ντι-λαμ-βά-νο-μαι ρ. (μτβ.) {αντιλήφθηκε (λόγ. αντελήφθη, μτχ. αντιληφθ-είς, -είσα, -έν), αντιλαμβαν-όμενος} (λόγ.) 1. καταλαβαίνω, έχω συναίσθηση, συνειδητοποιώ: ~ ένα λάθος/πρόβλημα. ~ ότι βρίσκεσαι σε δύσκολη θέση. Πώς ~εσαι τη φράση ... (πβ. εννοώ); Δεν ξέρω αν με ~εσαι. Δεν σε ~. Είναι νέος ακόμη και δεν ~εται τον κίνδυνο (πβ. συναισθάνομαι, υπολογίζω). Οι άνθρωποι ~ονται τη ζωή με διαφορετικό τρόπο. Δεν μπόρεσα να ~ηφθώ τι εννοούσε. Πβ. κατανοώ, συλλαμβάνω. 2. κατανοώ με τις αισθήσεις: Ξεγλίστρησε χωρίς να τον ~ηφθούν. Πβ. ανακαλύπτω, παίρνω είδηση. [< αρχ. ἀντιλαμβάνομαι] | |
| 4591 | αντιλέγω | [ἀντιλέγω] α-ντι-λέ-γω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αντέλεγα, αντείπε, αντιλέγ-οντας, αντιλεγ-όμενος, συνήθ. στον ενεστ.}: εκφράζω διαφορετική άποψη, προβάλλω αντιρρήσεις: Δύσκολη δουλειά, δεν ~ καθόλου. Δεν ~ στα όσα γράφεις, αλλά ... Πβ. αντιτείνω, διαφωνώ.|| Σημείο ~όμενο (: αμφιλεγόμενο, αμφισβητούμενο). ● ΦΡ.: κανείς δεν αντιλέγει & (λόγ.) ουδείς αντιλέγει: δεν έχει αντίθετη άποψη, δεν αμφισβητεί κάτι: ~ ~ ότι/πως χρειάζεται κόπος για να πετύχεις, αλλά ... Η ποιότητα των υλικών είναι εξαιρετική, ~ ~ σε αυτό. [< αρχ. ἀντιλέγω] | |
| 4592 | αντιλεξικό | [ἀντιλεξικό] α-ντι-λε-ξι-κό ουσ. (ουδ.): ΦΙΛΟΛ. λεξικό στο οποίο οι λέξεις και οι εκφράσεις καταγράφονται με βάση το σημασιολογικό πεδίο στο οποίο ανήκουν, εννοιολογικό λεξικό. Βλ. θησαυρός. | |
| 4593 | αντιληπτικός | , ή, ό [ἀντιληπτικός] α-ντι-λη-πτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αντίληψη: ~ή: διαδικασία. Μειωμένη ~ή ικανότητα. Διαταραχές ~ού τύπου. Πβ. αισθητηριακός, νοητικός. Βλ. συναισθηματικός. ● επίρρ.: αντιληπτικά [< μτγν. ἀντιληπτικός] | |
| 4594 | αντιληπτικότητα | [ἀντιληπτικότητα] α-ντι-λη-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): αντιληπτική ικανότητα, συνήθ. μέσω των αισθήσεων: ακουστική/αυξημένη/μειωμένη/οπτική ~. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. perceptibilité] | |
| 4595 | αντιλήπτορας | [ἀντιλήπτορας] α-ντι-λή-πτο-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΝΟΜ. (κυρ. παλαιότ.) πρόσωπο που έχει οριστεί από δικαστήριο vα φροντίζει κάποιο άτομο με πνευματική ή σωματική αναπηρία, αλκοολικό ή τοξικομανή: δικαστικός ~. ~ για ανηλίκους. Βλ. δικαστική αντίληψη, επίτροπος, κηδεμόνας. 2. ΕΚΚΛΗΣ. & (κυρ. λόγ.) αντιλήπτωρ: προστάτης, συμπαραστάτης (συνήθ. για τον Θεό). Πβ. αρωγός, βοηθός. Βλ. -τορας. [< 1: γαλλ. percepteur 2: μτγν. ἀντιλήπτωρ] | |
| 4596 | αντιληπτός | , ή, ό [ἀντιληπτός] α-ντι-λη-πτός επίθ.: που τον αντιλαμβάνεται κάποιος μέσω των αισθήσεων ή της νόησης: ~ός: κίνδυνος. ~ή: αξία/διαφορά. Ήχοι που δεν γίνονται ~οί από το ανθρώπινο αυτί (βλ. υπέρ-, υπό-ηχος). Πβ. αισθητός. Βλ. ανεπαίσθητος, καταληπτός. ● ΦΡ.: γίνομαι αντιληπτός 1. κινώ την προσοχή κάποιου, κάνω κάποιον να με παρατηρήσει: Έφυγε, χωρίς να γίνει ~. Η απουσία του έγινε ~ή. ΑΝΤ. περνά απαρατήρητος 2. είμαι κατανοητός: Έγινα ~ (= με κατάλαβες);|| (απρόσ.) Δεν έγινε ~ό ότι ... [< μτγν. ἀντιληπτός] | |
| 4597 | αντίληψη | [ἀντίληψη] α-ντί-λη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. άποψη, ιδέα, γνώμη, ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κατανοεί κάτι: αισιόδοξη/αποδεκτή/επαναστατική/εσφαλμένη/ηθική/κυρίαρχη/λαϊκή/μοντέρνα/οικολογική/παιδαγωγική/προοδευτική/τεχνοκρατική/φιλελεύθερη ~. Αναχρονιστικές/θρησκευτικές/ξεπερασμένες/παραδοσιακές/προσωπικές ~ήψεις (= εκτιμήσεις, κρίσεις). Αναθεωρώ/διαμορφώνω/καλλιεργώ/ξεπερνώ μια ~. Έχω την ~ (= νομίζω)/υπάρχει η ~ ότι/πως ... Έχουν τις ίδιες/κοινές ~ήψεις για .../περί ... Σύμφωνα με την επικρατούσα/καθιερωμένη ~ ... Οι ~ήψεις της εποχής εκείνης διαφέρουν από τις σημερινές. Βλ. αυτο~, συν~. 2. σύνθετη νοητική λειτουργία με την οποία ο άνθρωπος αποκτά γνώση, συνείδηση της πραγματικότητας είτε με τις αισθήσεις (ερεθίσματα) είτε με τη λογική· το αποτέλεσμά της: αισθησιακή/αισθητήρια/αισθητική/απτική/μουσική/οξεία/οπτική/ταχεία ~. ~ του κόσμου (= κοσμο~)/του πόνου (= αίσθημα, αίσθηση)/του χρόνου/των χρωμάτων (βλ. δαλτονισμός)/του χώρου. ~ και φαντασία. Η ικανότητα/τα όρια/το πεδίο/η ψυχολογία (βλ. γνωστική ψυχολογία) της ~ης. Άτομα μειωμένης ~ης (πβ. ευφυΐα, νοημοσύνη). Έχω καθαρή/ξεκάθαρη/σαφή ~ (= γνώση, επίγνωση) της κατάστασης/του προβλήματος/του τι μου συμβαίνει. Δεν έχει απόλυτη ~ του περιβάλλοντός της. Βλ. νοημοσύνη. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική αντίληψη: ΝΟΜ. ειδικό νομικό καθεστώς που αφορά ορισμένες κατηγορίες προσώπων (σωματικά ή πνευματικά ανάπηρους, με συνήθεια μέθης, τοξικομανία), βάσει του οποίου ορίζεται από το δικαστήριο δικαστικός αντιλήπτορας για τις πράξεις τους. Βλ. επιμέλεια, επιτροπεία, κηδεμονία., κοινωνική αντίληψη & δημόσια αντίληψη: βοήθεια που παρέχεται από το κράτος, φιλανθρωπικά ιδρύματα ή άλλους οργανισμούς και υπηρεσίες σε άτομα με βιοτικές ή άλλες ανάγκες: πρόνοια και ~ ~., ακουστική αντίληψη βλ. ακουστικός, οπτική αντίληψη βλ. οπτικός, υπεραισθητική αντίληψη βλ. υπεραισθητικός ● ΦΡ.: εξ ιδίας αντιλήψεως & έχω ιδίαν αντίληψη (λόγ.): από προσωπική γνώμη, άποψη ή εμπειρία: Γνωρίζει την κατάσταση εξ ιδίας ~.|| Έχει ιδίαν ~ για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν., πέφτει στην αντίληψή μου & (λόγ.) υποπίπτει στην αντίληψή μου: γίνεται αντιληπτό από μένα: Δεν (υπ)έπεσε κάτι ύποπτο ~ ~. [< γαλλ. tomber sous mon sens] [< μτγν. ἀντίληψις, γαλλ. perception, conception] | |
| 4598 | αντιλογία | [ἀντιλογία] α-ντι-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αντίθετη άποψη ή επιχειρηματολογία, διαφωνία, αντίρρηση: Εκτελεί χωρίς ~ τις διαταγές του. Δεν έφερε καμία ~.|| (ΡΗΤΟΡ.) Αγώνες ~ας. Βλ. αντιπαράθεση, -λογία, ντιμπέιτ. ΣΥΝ. αντίλογος ● ΣΥΜΠΛ.: πνεύμα αντιλογίας (μειωτ.): για πρόσωπο που εκφράζει συχνά αντιρρήσεις, χωρίς ουσιαστικό λόγο. Πβ. αντι-δραστικός, -ρρησίας. [< γαλλ. esprit de contradiction] [< αρχ. ἀντιλογία] | |
| 4599 | αντιλογίζω | [ἀντιλογίζω] α-ντι-λο-γί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνήθ. αντιλογίζ-εται, σπάν. αντιλόγι-σε, αντιλογί-στηκε}: ΛΟΓΙΣΤ. κάνω αντιλογισμό: Ζημία/ποσό που ~εται. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ