| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4573 | αντίκρισμα | [ἀντίκρισμα] α-ντί-κρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) ισχύς, αποτέλεσμα, αντίκτυπος: Ισχυρισμοί που δεν έχουν ~ αλήθειας (: είναι αβάσιμοι, αναληθείς). Παραδείγματα χωρίς χρηστικό ~ (: δεν απαντούν συχνά στον λόγο).|| Άμεσο/πολιτικό ~ (= επίδραση). 2. ΟΙΚΟΝ. ποσό που έχει κατατεθεί σε τράπεζα με σκοπό την έκδοση επιταγών: εμπορικό ~. ~ σε χρυσό. 3. θέα, κοίταγμα: Ταράχτηκε στο ~ά του. ● ΦΡ.: χωρίς αντίκρισμα & (λόγ.) άνευ αντικρίσματος: χωρίς αντιστοιχία, αποτέλεσμα ή νόημα: πτυχίο ~ ~ (: στην αγορά εργασίας). Εξαγγελίες/θυσίες/υποσχέσεις ~ ~ (: ανούσιες, μάταιες).|| (ΟΙΚΟΝ.) Επιταγές ~ ~ (= ακάλυπτες). [< γαλλ. sans provision] [< 2: γαλλ. couverture, provision] | |
| 4574 | αντικριστής | [ἀντικριστής] α-ντι-κρι-στής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. υπάλληλος εταιρείας, ο οποίος πραγματοποιεί χρηματιστηριακές συναλλαγές, κυρ. αγοραπωλησίες μετοχών. Πβ. χρηματιστής. | |
| 4575 | αντικριστός | , ή, ό [ἀντικριστός] α-ντι-κρι-στός επίθ. 1. αντικρινός: ~ές: πόρτες. Κείμενο και μετάφραση σε ~ές σελίδες. 2. (σπάν.) που γίνεται σε αντιπαράθεση με άλλο ομοειδές: ~ές: μαντινάδες (: που δημιουργούνται για να δώσουν απάντηση σε άλλες μαντινάδες). ● επίρρ.: αντικριστά ● ΣΥΜΠΛ.: αντικριστός (χορός): παραδοσιακός χορός με ζεύγη χορευτών που χορεύουν ο ένας απέναντι από τον άλλον: ~ Θράκης/Μακεδονίας. Βλ. ζευγαρωτός, καρσιλαμάς, κυκλικός, σούστα. | |
| 4576 | αντικροτικός | , ή, ό [ἀντικροτικός] α-ντι-κρο-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που βελτιώνει την απόδοση των καυσίμων, αυξάνοντας τον αριθμό των οκτανίων τους, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος προανάφλεξης: ~ά: παρασκευάσματα. ● Ουσ.: αντικροτικά (τα) {σπάν. στον εν.}: χημικές ουσίες με αντίστοιχη δράση. [< γαλλ. antidétonant, 1927] | |
| 4577 | αντικρουόμενος | , η, ο [ἀντικρουόμενος] α-ντι-κρου-ό-με-νος επίθ. {συνηθέστ. στον πληθ.}: που αντιτίθεται σε κάτι άλλο: ~οι: όροι/στόχοι. ~ες: αποφάσεις/απόψεις/εκτιμήσεις/έννοιες/θέσεις/πληροφορίες. ~α: επιχειρήματα/συμπεράσματα/συμφέροντα/συναισθήματα. Πβ. αντιφατικός, ασύμβατος. ● βλ. αντικρούω | |
| 4578 | αντίκρουση | [ἀντίκρουση] α-ντί-κρου-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αντικρούω: νομική ~. ~ ισχυρισμών. Ανάπτυξη και ~ επιχειρημάτων (βλ. αντεπιχείρημα). Υπόμνημα ~ης. Πβ. αναίρεση, ανα-σκευή, -τροπή, κατάρριψη. [< μτγν. ἀντίκρουσις ‘ανταπάντηση’] | |
| 4579 | αντικρούω | [ἀντικρούω] α-ντι-κρού-ω ρ. (μτβ.) {αντέκρου-σα, αντικρού-οντας}: αντιμετωπίζω λόγια, απόψεις, κατηγορίες με επιχειρήματα: ~ την άποψη/τις δηλώσεις (κάποιου)/μια υπόθεση/έναν χαρακτηρισμό. Πβ. αναιρώ, ανασκευάζω, ανατρέπω, καταρρίπτω. ● βλ. αντικρουόμενος [< αρχ. ἀντικρούω ‘αποκρούω, φέρνω αντίσταση’] | |
| 4580 | αντίκρυ | [ἀντίκρυ] α-ντί-κρυ επίρρ. & αντικρύ (λαϊκό): αντικριστά, απέναντι: Στεκόμασταν ο ένας ~ στον άλλον. Πβ. αγνάντια, καταντικρύ, ξάγναντα.|| (μτφ.) ~ με τη μοναξιά. Πβ. ενώπιον, μπροστά. [< μεσν. αντίκρυ, αρχ. ἀντικρύ] | |
| 4581 | αντίκτυπος | [ἀντίκτυπος] α-ντί-κτυ-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύπου} & (προφ.) αντίχτυπος: επίδραση, αποτέλεσμα, επίπτωση: άμεσος/αρνητικός/έμμεσος/θετικός/κοινωνικός/οικονομικός/περιβαλλοντικός/ψυχολογικός ~. Ο ~ της κρίσης στην οικονομία/της παγκοσμιοποίησης στην πολιτική μιας χώρας. Ήττα χωρίς ~ο για την ομάδα. Πβ. αντανάκλαση, απήχηση, απόηχος, παρενέργεια, συνέπεια. [< μτγν. ἀντίκτυπος ‘που αντηχεί απέναντι ή σε απάντηση’, γαλλ. contrecoup] | |
| 4582 | αντικυβερνητικός | , ή, ό [ἀντικυβερνητικός] α-ντι-κυ-βερ-νη-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στην κυβέρνηση: ~ή: διαδήλωση. ~ό: μέτωπο. ~ές: κινητοποιήσεις. Πβ. αντιπολιτευόμενος. ΑΝΤ. κυβερνητικός (2), φιλοκυβερνητικός [< γαλλ. antigouvernemental, αγγλ. antigovernmental] | |
| 4583 | αντικυκλώνας | [ἀντικυκλώνας] α-ντι-κυ-κλώ-νας ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. σύστημα ανέμων με υψηλότερη ατμοσφαιρική πίεση σε σχέση με τη γύρω περιοχή, που κινούνται ελικοειδώς από το κέντρο προς τα έξω (με δεξιόστροφη κατεύθυνση στο Βόρειο Ημισφαίριο και αριστερόστροφη στο Νότιο): θερμός/σιβηρικός/υποτροπικός/ψυχρός ~. Ο ~ συνήθως σχετίζεται με καλοκαιρία. ΣΥΝ. υψηλό βαρομετρικό ΑΝΤ. κυκλώνας (1) [< γαλλ. anticyclone, αγγλ. anticyclon] | |
| 4584 | αντικυνηγός | [ἀντικυνηγός] α-ντι-κυ-νη-γός ουσ. (αρσ.): αυτός που εναντιώνεται στο κυνήγι ως χόμπι. | |
| 4585 | αντικυτταριτιδικός | , ή, ό [ἀντικυτταριτιδικός] α-ντι-κυτ-τα-ρι-τι-δι-κός επίθ.: (για κρέμα) που καταπολεμά την κυτταρίτιδα: ~ό: μασάζ. Αναπλαστική και ~ή δράση. ~ό και συσφιγκτικό γαλάκτωμα σώματος. Βλ. αδυνατιστ-, αντιρυτιδ-ικός. [< γαλλ. anticellulite, περ. 1950] | |
| 4586 | αντικωδικόνιο | [ἀντικωδικόνιο] α-ντι-κω-δι-κό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. τριπλέτα νουκλεοτιδίων του μεταφορικού RNA, συμπληρωματική του αντίστοιχου κωδικονίου. Βλ. ριβόσωμα. [< γαλλ. anticodon, 1963, αγγλ. ~, 1965] | |
| 4587 | αντιλαϊκός | , ή, ό [ἀντιλαϊκός] α-ντι-λα-ϊ-κός επίθ. 1. που αντιβαίνει στα συμφέροντα του λαού: ~ό: νομοσχέδιο/φορολογικό σύστημα. ~ά: μέτρα. ΑΝΤ. φιλολαϊκός 2. που δεν είναι ευχάριστος στο πλήθος: ~ή: εικόνα (της κυβερνητικής παράταξης). Πβ. αντι-δημοτικός, -δημοφιλής. ΑΝΤ. δημο-, λαο-φιλής. [< γαλλ. antipopulaire] | |
| 4588 | αντιλαλεί | [ἀντιλαλεῖ] α-ντι-λα-λεί ρ. (αμτβ.) {αντιλάλ-ησε} 1. αντηχεί: ~ησε η βοή του πλήθους/η φωνή της. 2. αντανακλά τον ήχο: Το σπίτι ~ούσε από τα γέλια των παιδιών. Πβ. (αντι)βουίζει. [< μεσν. αντιλαλώ] | |
| 4589 | αντίλαλος | [ἀντίλαλος] α-ντί-λα-λος ουσ. (αρσ.) 1. επαναφορά του ήχου ύστερα από ανάκλαση: μακρινός ~. Έφτασε στα αυτιά μου ο ~ από τις φωνές των παιδιών. Πβ. αντήχηση, ηχώ. 2. (σπάν.-μτφ.) απήχηση, αντίκτυπος: ο ~ της ιστορίας. Πβ. απόηχος. [< μεσν. αντίλαλος] | |
| 4590 | αντιλαμβάνομαι | [ἀντιλαμβάνομαι] α-ντι-λαμ-βά-νο-μαι ρ. (μτβ.) {αντιλήφθηκε (λόγ. αντελήφθη, μτχ. αντιληφθ-είς, -είσα, -έν), αντιλαμβαν-όμενος} (λόγ.) 1. καταλαβαίνω, έχω συναίσθηση, συνειδητοποιώ: ~ ένα λάθος/πρόβλημα. ~ ότι βρίσκεσαι σε δύσκολη θέση. Πώς ~εσαι τη φράση ... (πβ. εννοώ); Δεν ξέρω αν με ~εσαι. Δεν σε ~. Είναι νέος ακόμη και δεν ~εται τον κίνδυνο (πβ. συναισθάνομαι, υπολογίζω). Οι άνθρωποι ~ονται τη ζωή με διαφορετικό τρόπο. Δεν μπόρεσα να ~ηφθώ τι εννοούσε. Πβ. κατανοώ, συλλαμβάνω. 2. κατανοώ με τις αισθήσεις: Ξεγλίστρησε χωρίς να τον ~ηφθούν. Πβ. ανακαλύπτω, παίρνω είδηση. [< αρχ. ἀντιλαμβάνομαι] | |
| 4591 | αντιλέγω | [ἀντιλέγω] α-ντι-λέ-γω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αντέλεγα, αντείπε, αντιλέγ-οντας, αντιλεγ-όμενος, συνήθ. στον ενεστ.}: εκφράζω διαφορετική άποψη, προβάλλω αντιρρήσεις: Δύσκολη δουλειά, δεν ~ καθόλου. Δεν ~ στα όσα γράφεις, αλλά ... Πβ. αντιτείνω, διαφωνώ.|| Σημείο ~όμενο (: αμφιλεγόμενο, αμφισβητούμενο). ● ΦΡ.: κανείς δεν αντιλέγει & (λόγ.) ουδείς αντιλέγει: δεν έχει αντίθετη άποψη, δεν αμφισβητεί κάτι: ~ ~ ότι/πως χρειάζεται κόπος για να πετύχεις, αλλά ... Η ποιότητα των υλικών είναι εξαιρετική, ~ ~ σε αυτό. [< αρχ. ἀντιλέγω] | |
| 4592 | αντιλεξικό | [ἀντιλεξικό] α-ντι-λε-ξι-κό ουσ. (ουδ.): ΦΙΛΟΛ. λεξικό στο οποίο οι λέξεις και οι εκφράσεις καταγράφονται με βάση το σημασιολογικό πεδίο στο οποίο ανήκουν, εννοιολογικό λεξικό. Βλ. θησαυρός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ