Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55180-55200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54688φθηνός, ή, ό βλ. φτηνός
54689φθίνειφθί-νει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., λόγ. μτχ. φθίν-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.) 1. ελαττώνεται, μειώνεται, λιγοστεύει: ~ (διαρκώς/δραματικά/συνεχώς) το ενδιαφέρον για .../ο πληθυσμός της υπαίθρου. Η αισιοδοξία τείνει να ~ με την ηλικία.|| Η απεργία ~ (= φυλλορροεί). 2. παρακμάζει, εξασθενεί: Η περιοχή έχει ερημώσει και ~ οικονομικά. Επιχειρήσεις που ~ουν. Η σχέση τους έφθινε μέρα με τη μέρα. ● βλ. φθίνων [< αρχ. φθίνω]
54690φθινοπωριάζειφθι-νο-πω-ριά-ζει ρ. (αμτβ.) {φθινοπώρια-σε, φθινοπωριά-σει} (προφ.): μπαίνει το φθινόπωρο: ~σε για τα καλά. Βλ. καλοκαιρ-, χειμων-ιάζει.
54691φθινοπωριάτικος, η, ο φθι-νο-πω-ριά-τι-κος επίθ. (προφ.) & (λαϊκό-λογοτ.) χινοπωριάτικος: φθινοπωρινός. Βλ. -ιάτικος. ● επίρρ.: φθινοπωριάτικα
54692φθινοπωρινός, ή, ό φθι-νο-πω-ρι-νός επίθ.: που εμφανίζεται, πραγματοποιείται κατά την εποχή του φθινοπώρου ή διαθέτει γνωρίσματα αυτής της εποχής: ~ή: βροχή/ισημερία/λιακάδα. ~ό: τοπίο. ~ές: μπόρες. ~ά: πρωτοβρόχια/φύλλα (: κίτρινα).|| ~ή: διακόσμηση (σπιτιού). ~ό: όργωμα. ~ές: εκδηλώσεις (Δήμων).|| ~ή: μελαγχολία.|| ~ός: ουρανός (: μουντός).|| (μτφ.) ~ή: διάθεση (= θλιμμένη, πεσμένη). ● Ουσ.: φθινοπωρινά (τα): ενν. ρούχα: Έβγαλε τα ~ απ' τη ντουλάπα.|| (μτφ.) Η φύση φόρεσε τα ~ της. [< αρχ. φθινοπωρινός]
54693φθινόπωροφθι-νό-πω-ρο ουσ. (ουδ.) {φθινοπώρ-ου} & (λαϊκό-λογοτ.) χινόπωρο: εποχή του έτους η οποία διαρκεί από τη φθινοπωρινή ισημερία μέχρι το χειμερινό ηλιοστάσιο για το Β. Ημισφαίριο, περιλαμβάνει τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο και χαρακτηρίζεται από μέτριες θερμοκρασίες: τα πρωτοβρόχια του ~ου. Το ~ αρχίζουν να πέφτουν τα φύλλα των δέντρων.|| (μτφ.) Πολιτιστικό ~ (= φθινοπωρινές εκδηλώσεις). Το ~ της ζωής (: η αρχή των γηρατειών). Βλ. άνοιξη, καλοκαίρι, χειμώνας. [< αρχ. φθινόπωρον]
54694φθίνων, ουσα, ον φθί-νων επίθ. {φθίν-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών), συνηθέστ. στο θηλ.} (κυρ. επιστ.): που ελαττώνεται συνεχώς ή παρακμάζει, εξασθενεί: ~ουσα: δημοτικότητα. Βιομηχανικός κλάδος που ακολουθεί ~ουσα πορεία. Κατάταξη/ταξινόμηση κατά ~ουσα σειρά (ΑΝΤ. αύξουσα). Καταπολέμηση της ανεργίας σε ~ουσες περιοχές.|| (ΜΑΘ.) ~ουσα: ακολουθία. (Γνησίως) ~ουσα συνάρτηση.|| (ΦΥΣ.) ~ουσες: ταλαντώσεις.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ουσα: αγορά. Ο νόμος της ~ουσας ή μη ανάλογης απόδοσης.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ουσα: σελήνη (βλ. χάση). ΑΝΤ. αύξων ● βλ. φθίνει [< μτχ. εν. του ρ. φθίνω, γαλλ. décroissant, αγγλ. diminishing]
54695φθίσηφθί-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ΙΑΤΡ. (παλαιότ.) φυματίωση. 2. (σπάν.-μτφ.) βαθμιαία μείωση, σταδιακή φθορά: δημογραφική ~. [< αρχ. φθίσις, γαλλ. phtisie, αγγλ. phthisis]
54696φθισιατρείο[φθισιατρεῖο] φθι-σι-α-τρεί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λόγ.): σανατόριο.
54697φθισικός, ή/ιά, ό φθι-σι-κός επίθ./ουσ. (παλαιότ.-λόγ.): ΙΑΤΡ. φυματικός. [< αρχ. φθισικός, γαλλ. phtisique, αγγλ. phthisic(al)]
54698φθογγικός, ή, ό φθογ-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τους φθόγγους: ~ή: γραφή. ~ές: μεταβολές. Πβ. φθογγολογικός. ΣΥΝ. φωνητικός (3) ● ΣΥΜΠΛ.: πάθη συμφώνων/φωνηέντων βλ. πάθος [< πβ. αγγλ. phthongal]
54699φθογγολογίαφθογ-γο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (παρωχ.): ΓΛΩΣΣ. κλάδος που μελετούσε τις παθήσεις των φθόγγων. Πβ. φωνητική. Βλ. -λογία, φωνολογία. [< γερμ. Lautlehre]
54700φθογγολογικός, ή, ό φθογ-γο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη φθογγολογία. Πβ. φθογγ-, φωνητ-ικός. ● επίρρ.: φθογγολογικά
54701φθόγγοςφθόγ-γος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. κάθε ήχος που παράγεται από τα φωνητικά όργανα του ανθρώπου κατά την ομιλία: έρρινος/λαρυγγικός/χειλικός ~. Άρθρωση (βλ. έναρθρος)/προφορά/σίγηση ενός ~ου. Στη φωνητική γραφή τα γράμματα συμβολίζουν ~ους. Βλ. δίφθογγος, ημίφωνο, φωνήεν, φώνημα, φωνητική. 2. ΜΟΥΣ. μουσικός ήχος: δεσπόζοντες ~οι. Το ύψος, η ένταση και η χροιά ενός ~ου. Οι ~οι μιας κλίμακας. Συνήχηση ~ων. Εκτέλεση των ~ων μιας συγχορδίας. Πβ. νότα1. ● ΣΥΜΠΛ.: άηχα σύμφωνα βλ. άηχος, ηχηρά σύμφωνα βλ. ηχηρός [< αρχ. φθόγγος]
54702φθογγόσημοφθογ-γό-ση-μο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. γραπτό σημείο με το οποίο παριστάνεται μουσικός ήχος. Πβ. νότα1. Βλ. -σημο. [< ιταλ. nota, γαλλ. note]
54703φθονερός, ή, ό φθο-νε-ρός επίθ.: (για πρόσ.) που αισθάνεται, εκδηλώνει φθόνο: ~ός: άνθρωπος. Πβ. ζηλόφθονος.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: ματιά. ~ές: σκέψεις. ~ά: σχόλια. Πβ. κακεντρεχής, μοχθηρός. Βλ. -ερός. ● επίρρ.: φθονερά [< αρχ. φθονερός]
54704φθόνοςφθό-νος ουσ. (αρσ.): ζήλια και μίσος που αισθάνεται κάποιος, λόγω της υπεροχής, της ευημερίας ή των επιτευγμάτων άλλου προσώπου: αντικείμενο ~ου. Το πάθος του ~ου. Ο ~ κατατρώει την ψυχή του. Πβ. ζηλοφθονία, μοχθηρία. ● ΣΥΜΠΛ.: φθόνος του πέους βλ. πέος [< αρχ. φθόνος]
54705φθονώ[φθονῶ] φθο-νώ ρ. (μτβ.) {φθον-είς ..., -ώντας | φθόν-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ούμενος} (λόγ.): αισθάνομαι φθόνο: Τον ~εί για τη δόξα/τα πλούτη του. ~ούν την επιτυχία του. Καλύτερα να σε ~ούν, παρά να σε λυπούνται (γνωμ.). Πβ. ζηλο~, μισώ. [< αρχ. φθονῶ]
54706φθοράφθο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. βαθμιαία καταστροφή λόγω κακής ή μακράς χρήσης, πολυκαιρίας: ενδεχόμενη/ομαλή/προχωρημένη/υπερβολική/φυσική/φυσιολογική ~. Δείκτης ~άς ελαστικών. Προστασία από τη ~ του χρόνου. Χαλύβδινοι ράβδοι με μεγάλη αντοχή/υψηλή αντίσταση στη ~. Η ~ των δοντιών/των ρούχων/των σωληνώσεων (πβ. διάβρωση)/των υποδημάτων (πβ. λιώσιμο). Εικόνες/σημάδια ~άς και εγκατάλειψης (: συνήθ. για κτίρια). Επήλθε ~. Βλ. χάλασμα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} βλάβη, ζημιά: μεγάλη/μικρή/σημαντική ~. Αίτια/αποκατάσταση/ελαχιστοποίηση/επισκευή/καταγραφή/κίνδυνος/πρόκληση/πρόληψη ~ών. Έλεγχος για τυχόν ~ές. Προξένησαν εκτεταμένες ~ές στις εγκαταστάσεις. Υπέστη ανεπανόρθωτη ~. Βλ. μικροφθορές.|| (ΙΑΤΡ.) Νοσήματα ~άς (: διαβήτης, καρκίνος, οστεοπόρωση, παχυσαρκία). 3. (μτφ.) απώλεια της ποιότητας, της αξίας ή της δύναμης: ηθική/πνευματική/ψυχική ~. Οικονομική και κοινωνική ~. Γενικευμένη/ραγδαία πολιτική ~. Η ~ μιας γλώσσας/ενός θεσμού. ~ του κύρους/της υγείας κάποιου. Η καχυποψία επιφέρει ~ στη σχέση. Πβ. αλλοίωση, εκφυλισμός, μαρασμός. Βλ. δια~, παρα~, παρακμή, σήψη. ● ΣΥΜΠΛ.: η φθορά της εξουσίας: η μείωση της δημοτικότητας ή των ψηφοφόρων πολιτικού προσώπου ή κόμματος, αντίστοιχα, λόγω μακρόχρονης παραμονής του στην εξουσία., φθορά ξένης περιουσίας/ιδιοκτησίας: ΝΟΜ. πλημμέλημα που διαπράττει όποιος εκούσια καταστρέφει ολικώς ή μερικώς ξένα αγαθά ή ακυρώνει με οποιονδήποτε τρόπο τη χρήση τους. Βλ. βανδαλισμός. ● ΦΡ.: μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας βλ. μεταξύ [< αρχ. φθορά]
54707φθοράνθρακεςφθο-ράν-θρα-κες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. φθοράνθρακας}: ΧΗΜ. χημικές ενώσεις που προέρχονται από υδρογονάνθρακες με αντικατάσταση ατόμων υδρογόνου από άτομα φθορίου· χρησιμοποιούνται κυρ. ως ψυκτικά μέσα. Βλ. χλωρο~. [< αγγλ. fluorocarbon, 1937]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.