| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54679 | φθαρτικός | , ή, ό φθαρ-τι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): που προκαλεί φθορά. ΣΥΝ. φθοροποιός [< αρχ. φθαρτικός] | |
| 54680 | φθαρτός | , ή, ό φθαρ-τός επίθ. (λόγ.): που υπόκειται σε φθορά: (κυρ. ΘΕΟΛ.) ~ή: σάρκα/ύλη/υπόσταση/φύση. ~ό: σώμα. Πβ. γήινος, εφήμερος.|| ~ά: αγαθά/προϊόντα. Πβ. αλλοιώσιμος.|| ~ή: ομορφιά (πβ. πρόσκαιρη). ΑΝΤ. αιώνιος (1), άφθαρτος [< αρχ. φθαρτός] | |
| 54681 | φθαρτότητα | φθαρ-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φθαρτού: η ~ του σώματος/της ύλης. Πβ. θνητότητα. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αφθαρσία [< μτγν. φθαρτότης] | |
| 8191 | Φθαρτότητα | [ἀφθαρσία] α-φθαρ-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του άφθαρτου: η ~ του Σύμπαντος/της ψυχής. Πβ. αθανασία, αιωνιότητα. ΑΝΤ. φθαρτότητα ● ΦΡ.: η αρχή/ο νόμος της αφθαρσίας της ύλης: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που ορίζει ότι σε κάθε χημική αντίδραση η μάζα των σωμάτων που αντιδρούν είναι ίση με τη μάζα των προϊόντων της αντίδρασης, δηλ. η ύλη αλλάζει μορφές, χωρίς να καταστρέφεται ή να παράγεται από το μηδέν. [< γαλλ. la loi de conservation de la matière] , μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας βλ. μεταξύ [< μτγν. ἀφθαρσία] | |
| 54682 | φθάσιμο | βλ. φτάσιμο | |
| 54683 | φθειρίαση | φθει-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρασίτωση που οφείλεται στις ψείρες, με κυριότερα συμπτώματα τον ερεθισμό και τον κνησμό: ~ του τριχωτού της κεφαλής. Αντιμετώπιση της ~ης με αντιφθειρικά σαμπουάν. Βλ. -ίαση. [< μτγν. φθειρίασις, γαλλ. phtiriase, αγγλ. phthiriasis] | |
| 54684 | φθειροκτόνος | , ος/α, ο φθει-ρο-κτό-νος επίθ. (λόγ.): που εξολοθρεύει τις ψείρες: ~α: σκευάσματα. Πβ. αντιφθειρικός.|| (ως ουσ.) Το ~ο (ενν. προϊόν). Βλ. -κτόνος. [< μτγν. φθειροκτόνον (όνομα φυτού)] | |
| 54685 | φθείρω | φθεί-ρω ρ. (μτβ.) {έφθειρα, φθάρ-θηκε (λόγ. εφθάρ-η, -ησαν), φθαρεί, φθείρ-οντας, -όμενος, φθαρ-μένος} (λόγ.): καταστρέφω, χαλώ: Ο χρόνος ~ει το σώμα. Τα καλύμματα είχαν φθαρεί με τον καιρό/τη χρήση.|| ~μένα: λάστιχα/παπούτσια/ρούχα (πβ. ξεφτισμένος). Κάγκελα ~μένα απ' τη σκουριά (= διαβρωμένα). ΑΝΤ. άφθαρτος.|| Γάμος/κόμμα που ~εται σιγά-σιγά. Πβ. παρακμάζω, φθίνω. Βλ. δια~, παρα~. ● φθείρει: βλάπτει: Με ~ η μιζέρια/ρουτίνα. Συζήτηση που με ~ ψυχολογικά., φθείρομαι: αναλώνομαι: ~εται (= κατατρίβεται, ξοδεύεται) σε ανούσια πράγματα. [< αρχ. φθείρω] | |
| 54686 | φθηναίνω | βλ. φτηναίνω | |
| 54687 | φθήνια | βλ. φτήνια | |
| 54688 | φθηνός | , ή, ό βλ. φτηνός | |
| 54689 | φθίνει | φθί-νει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., λόγ. μτχ. φθίν-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.) 1. ελαττώνεται, μειώνεται, λιγοστεύει: ~ (διαρκώς/δραματικά/συνεχώς) το ενδιαφέρον για .../ο πληθυσμός της υπαίθρου. Η αισιοδοξία τείνει να ~ με την ηλικία.|| Η απεργία ~ (= φυλλορροεί). 2. παρακμάζει, εξασθενεί: Η περιοχή έχει ερημώσει και ~ οικονομικά. Επιχειρήσεις που ~ουν. Η σχέση τους έφθινε μέρα με τη μέρα. ● βλ. φθίνων [< αρχ. φθίνω] | |
| 54690 | φθινοπωριάζει | φθι-νο-πω-ριά-ζει ρ. (αμτβ.) {φθινοπώρια-σε, φθινοπωριά-σει} (προφ.): μπαίνει το φθινόπωρο: ~σε για τα καλά. Βλ. καλοκαιρ-, χειμων-ιάζει. | |
| 54691 | φθινοπωριάτικος | , η, ο φθι-νο-πω-ριά-τι-κος επίθ. (προφ.) & (λαϊκό-λογοτ.) χινοπωριάτικος: φθινοπωρινός. Βλ. -ιάτικος. ● επίρρ.: φθινοπωριάτικα | |
| 54692 | φθινοπωρινός | , ή, ό φθι-νο-πω-ρι-νός επίθ.: που εμφανίζεται, πραγματοποιείται κατά την εποχή του φθινοπώρου ή διαθέτει γνωρίσματα αυτής της εποχής: ~ή: βροχή/ισημερία/λιακάδα. ~ό: τοπίο. ~ές: μπόρες. ~ά: πρωτοβρόχια/φύλλα (: κίτρινα).|| ~ή: διακόσμηση (σπιτιού). ~ό: όργωμα. ~ές: εκδηλώσεις (Δήμων).|| ~ή: μελαγχολία.|| ~ός: ουρανός (: μουντός).|| (μτφ.) ~ή: διάθεση (= θλιμμένη, πεσμένη). ● Ουσ.: φθινοπωρινά (τα): ενν. ρούχα: Έβγαλε τα ~ απ' τη ντουλάπα.|| (μτφ.) Η φύση φόρεσε τα ~ της. [< αρχ. φθινοπωρινός] | |
| 54693 | φθινόπωρο | φθι-νό-πω-ρο ουσ. (ουδ.) {φθινοπώρ-ου} & (λαϊκό-λογοτ.) χινόπωρο: εποχή του έτους η οποία διαρκεί από τη φθινοπωρινή ισημερία μέχρι το χειμερινό ηλιοστάσιο για το Β. Ημισφαίριο, περιλαμβάνει τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο και χαρακτηρίζεται από μέτριες θερμοκρασίες: τα πρωτοβρόχια του ~ου. Το ~ αρχίζουν να πέφτουν τα φύλλα των δέντρων.|| (μτφ.) Πολιτιστικό ~ (= φθινοπωρινές εκδηλώσεις). Το ~ της ζωής (: η αρχή των γηρατειών). Βλ. άνοιξη, καλοκαίρι, χειμώνας. [< αρχ. φθινόπωρον] | |
| 54694 | φθίνων | , ουσα, ον φθί-νων επίθ. {φθίν-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών), συνηθέστ. στο θηλ.} (κυρ. επιστ.): που ελαττώνεται συνεχώς ή παρακμάζει, εξασθενεί: ~ουσα: δημοτικότητα. Βιομηχανικός κλάδος που ακολουθεί ~ουσα πορεία. Κατάταξη/ταξινόμηση κατά ~ουσα σειρά (ΑΝΤ. αύξουσα). Καταπολέμηση της ανεργίας σε ~ουσες περιοχές.|| (ΜΑΘ.) ~ουσα: ακολουθία. (Γνησίως) ~ουσα συνάρτηση.|| (ΦΥΣ.) ~ουσες: ταλαντώσεις.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ουσα: αγορά. Ο νόμος της ~ουσας ή μη ανάλογης απόδοσης.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ουσα: σελήνη (βλ. χάση). ΑΝΤ. αύξων ● βλ. φθίνει [< μτχ. εν. του ρ. φθίνω, γαλλ. décroissant, αγγλ. diminishing] | |
| 54695 | φθίση | φθί-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ΙΑΤΡ. (παλαιότ.) φυματίωση. 2. (σπάν.-μτφ.) βαθμιαία μείωση, σταδιακή φθορά: δημογραφική ~. [< αρχ. φθίσις, γαλλ. phtisie, αγγλ. phthisis] | |
| 54696 | φθισιατρείο | [φθισιατρεῖο] φθι-σι-α-τρεί-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λόγ.): σανατόριο. | |
| 54697 | φθισικός | , ή/ιά, ό φθι-σι-κός επίθ./ουσ. (παλαιότ.-λόγ.): ΙΑΤΡ. φυματικός. [< αρχ. φθισικός, γαλλ. phtisique, αγγλ. phthisic(al)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ