Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55200-55220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54708φθορέαςφθο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) {φθορείς} (σπάν.-λόγ.): αυτός που προκαλεί φθορά, καταστροφή: (ΑΕΡΟΝ.) ~ άντωσης. Βλ. σπόιλερ.|| (μτφ.) ~ των ψυχών. Πβ. καταστροφέας. Βλ. δια~, δολιο~. [< μτγν. φθορεύς 'βιαστής']
54709φθορίασηφθο-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια δηλητηρίαση από υπερβολική λήψη φθορίου, που εκδηλώνεται κυρ. στα δόντια με κηλίδες λευκού ή καστανού χρώματος: ~ της αδαμαντίνης (βλ. δυσχρωμία). Βλ. -ίαση. [< γαλλ. fluorose, 1925]
54710φθορίδιοφθο-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση του φθορίου με άλλο στοιχείο ή ρίζα: ~ του ασβεστίου/νατρίου/υδρογόνου. Βλ. -ίδιο, χλωρίδιο. [< αγγλ. fluoride]
54711φθορίζειφθο-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ., λόγ. μτχ. φθορίζ-ων, -ουσα, -ον}: εκδηλώνει το φαινόμενο του φθορισμού: Ορυκτά που ~ουν (βλ. φθορίτης). Βλ. φωσφορίζει. [< γαλλ. fluorescer]
54712φθορίζων, ουσα, ον φθο-ρί-ζων επίθ. {φθορίζ-οντος | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (επίσ.): που εμφανίζει φθορισμό: ~ων: φωτισμός. ~ουσα: οθόνη/πρωτεΐνη/χρωστική. ~οντες: δείκτες. ~ουσες: ίνες/ουσίες. ~οντα: υλικά.|| (για χρώμα:) ~ον: κόκκινο. ΣΥΝ. φλούο.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ουσα: βρογχοσκόπηση. ~οντα: αντισώµατα. [< γαλλ. fluorescent]
54713φθόριοφθό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {φθορί-ου}: ΧΗΜ. χημικό στοιχείο (σύμβ. F, Ζ 9)· ειδικότ. δηλητηριώδες κιτρινοπράσινο αέριο με έντονη οσμή, το οποίο αποτελεί ισχυρότατο οξειδωτικό αντιδραστήριο και χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία: άλατα/ενώσεις του ~ου (βλ. φθορίδιο). Φωτιστικά ~ου. Χρήση του ~ου στις οδοντόκρεμες και τα στοματικά διαλύματα (: για την προστασία των δοντιών από την τερηδόνα). Προσθήκη ~ου στο νερό (βλ. φθορίωση). Αυξημένη ποσότητα ~ου στον οργανισμό (βλ. φθορίαση). Βλ. αλογόνο, τοπάζι, φθορίτης. ● ΣΥΜΠΛ.: λάμπα/λαμπτήρας φθορισμού/φθορίου βλ. φθορισμός [< παλαιότ. γαλλ.-αγγλ. phthore, γαλλ. fluor, πβ. μτγν. φθόριον 'φάρμακο που προκαλεί άμβλωση']
54714φθοριούχος, ος, ο [φθοριοῦχος] φθο-ρι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει φθόριο: ~ος: κασσίτερος. ~ος: ένωση/οδοντόκρεμα. ~ο: άλας (βλ. φθορίδιο)/ασβέστιο (= φθορίτης)/διάλυμα/μαγνήσιο/νάτριο. ~α: αέρια (του θερμοκηπίου). Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. fluoré]
54715φθορισμόςφθο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. εκπομπή φωτός (φωταύγεια) από ένα σώμα, όταν προσπέσει σε αυτό ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, η οποία σταματά με τη διακοπή της ακτινοβολίας. Βλ. -ισμός, φωσφορισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: λάμπα/λαμπτήρας φθορισμού/φθορίου: ΗΛΕΚΤΡ. λαμπτήρας υψηλής απόδοσης, αποτελούμενος από γυάλινο σωλήνα ο οποίος φέρει εσωτερική επικάλυψη από φθορίζουσες ουσίες και περιέχει ευγενή αέρια και μικρή ποσότητα ατμών υδραργύρου· κάθε ηλεκτρική εκκένωση προκαλεί εκπομπή υπεριώδους ακτινοβολίας από τα άτομα υδραργύρου, την οποία οι φθορίζουσες ουσίες μετατρέπουν σε ορατό φως. [< γαλλ. lampe fluorescente] [< γαλλ. fluorescence]
54716φθορίτηςφθο-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. φθοριούχο ασβέστιο (CaF2)· το κυριότερο ορυκτό του φθορίου, το οποίο απαντά σε ποικιλία χρωμάτων και παρουσιάζει φθορισμό. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. fluorite]
54717φθορίωσηφθο-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. (προληπτική) θεραπεία της τερηδόνας, η οποία συνίσταται στην ολιγόλεπτη εφαρμογή (από τον οδοντίατρο) φθοριούχου τζελ πάνω στα δόντια, συνήθ. με ειδικούς νάρθηκες για την άνω και κάτω γνάθο: οδοντική/τοπική ~. Βλ. αποτρύγωση, λεύκανση. 2. ΧΗΜ. προσθήκη φθορίου στο πόσιμο νερό, για την καταπολέμηση της τερηδόνας. Βλ. χλωρίωση. 3. τεχνική επεξεργασίας του γυαλιού που έχει σαν στόχο να το κάνει θαμπό και γίνεται με χρήση ειδικής πάστας που περιέχει φθόριο. [< γαλλ. fluoration]
54718φθοροποιός, ός, ό φθο-ρο-ποι-ός επίθ. (λόγ.): που προκαλεί φθορά ή την επιτείνει: ~ός: διαδικασία (= ψυχοφθόρα)/δράση/δύναμη (του χρόνου)/επίδραση. ~ό: έργο. ~ά: στοιχεία. Πβ. βλαβερός, επιβλαβής, καταστροφικός. Βλ. -ποιός. ΣΥΝ. φθαρτικός [< μτγν. φθοροποιός]
54719φιουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φει: το εικοστό πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: ~ κεφαλαίο (Φ). ~ μικρό (φ). Πβ. φ. ● ΦΡ.: στο πι και φι βλ. πι [< αρχ. φεῖ, μτγν. φῖ]
54720φιάληφι-ά-λη ουσ. (θηλ.) {φιαλών} 1. (λόγ.) δοχείο, συνήθ. με μακρόστενο στόμιο, για την αποθήκευση υγρών: γυάλινη/πλαστική ~. Μια ~ κρασί/ουίσκι. ~ νερού (βλ. καράφα). Το πώμα της ~ης. ΣΥΝ. μποτίλια, μπουκάλι. Βλ. νταμιτζάνα, σιφόν.|| ~ υγραερίου. Βλ. γκαζάκι.|| Ανάγκη για ~ες αίματος.|| Ογκομετρικές ~ες. ~ απόσταξης (βλ. αποστακτικό κέρας).|| Καταδυτικές ~ες. Πβ. μπουκάλα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. κρήνη με λεκάνη, στεγασμένη με θόλο, στον προαύλιο χώρο στα δυτικά του καθολικού των μοναστηριών, που χρησίμευε για τον τελετουργικό καθαρισμό των χεριών των πιστών πριν από τη Θεία Λειτουργία: ~ αγιασμού. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. πλατύ και ρηχό αγγείο: κωνική ~. ~ για σπονδές. ● Υποκ.: φιαλίδιο (το): στη σημ. 1: γυάλινο ~. (Για φάρμακο:) σταγονομετρικό ~. Ανακινήστε καλά το ~ πριν από τη χρήση. Βλ. -ίδιο, μονοδόση. ● ΣΥΜΠΛ.: φιάλη οξυγόνου βλ. οξυγόνο [< 1,3: αρχ. φιάλη 2: γαλλ. fiole, ιταλ. fiala]
54721φιαλοειδής, ής, ές φι-α-λο-ει-δής επίθ. (σπάν.-λόγ.): που έχει σχήμα φιάλης. || (ως ουσ.) Γυάλινα ~ή (ενν. μπουκάλια). Βλ. -ειδής. [< μτγν. φιαλοειδής]
54722φιάσκοφιά-σκο ουσ. (ουδ.) (προφ.): παταγώδης, ταπεινωτική αποτυχία: διπλωματικό/εθνικό/εμπορικό/πρωτοφανές ~. ~ ολκής. Το ~ των εκλογών/του χρηματιστηρίου. Η συνέλευση κατέληξε σε ~. Πβ. κασκαρίκα, παρωδία, σαπουνόφουσκα, φάβα. [< ιταλ. fiasco]
54723φιγούραφι-γού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. εξωτερική μορφή σώματος· οπτική αναπαράσταση μιας μορφής (μέσω σχεδίου, πίνακα, γλυπτού) ή ενός ήρωα (λογοτεχνικού ή άλλου έργου): αέρινη/ανδρική/ανθρώπινη/γυναικεία/εφιαλτική/θολή/κωμική/λεπτή/μυστηριώδης/σκοτεινή/τρομακτική/φευγαλέα ~. Είδε τη ~ ενός ψηλού άντρα να απομακρύνεται. Στο βάθος διέκρινα δύο ~ες ντυμένες στα λευκά.|| ~ες αεροσκαφών/ζώων. Βλ. μικρογραφία, μοντελισμός.|| (ομοίωμα του θεάτρου σκιών:) Ασπρόμαυρες/έγχρωμες ~ες. ~ από δέρμα/πλαστικό/χαρτόνι. Η ~ του καραγκιόζη. 2. χορευτική παραλλαγή· γενικότ. κίνηση που γίνεται για εντυπωσιασμό: δύσκολη/περίτεχνη ~. Ακροβατικές/αστείες/δυναμικές/σόλο ~ες. Οι ~ες του καλλιτεχνικού πατινάζ. Βλ. ελιγμός.|| (σε διάφορα αθλήματα, κυρ. στο θαλάσσιο σκι:) Πήρε το ασημένιο μετάλλιο στις ~ες. 3. άνθρωπος, τύπος· ειδικότ. εξέχον πρόσωπο συνήθ. σε συγκεκριμένο χώρο, αξιόλογη προσωπικότητα: γραφική/καλτ/μυθική/τραγική ~.|| Ιστορικές/κινηματογραφικές/σημαντικές ~ες. Η απουσία της πατρικής ~ας τον έχει επηρεάσει βαθύτατα. Πβ. μορφή, φυσιογνωμία. 4. (προφ.) επίδειξη, προβολή: Βλέπει το κινητό τηλέφωνο ως μέσο ~ας. Όλο ~ είναι και ουσία τίποτα. ΣΥΝ. μόστρα 5. καθένα από τα τραπουλόχαρτα που αναπαριστούν ένα πρόσωπο (ο ρήγας, η ντάμα ή ο βαλές). ● Υποκ.: φιγουρίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: φιγούρα δράσης: κούκλα, ομοίωμα ήρωα, συνήθ. τηλεοπτικού ή κινηματογραφικού, που χρησιμοποιείται ως παιχνίδι. [< αγγλ. action figure, 1950] ● ΦΡ.: για φιγούρα (προφ.): για εντυπωσιασμό: Έβαλε φιμέ τζάμια στο αυτοκίνητο ~ ~ (= για να κάνει τη μόστρα του). Μόνο ~ ~ την ήθελε. Ό,τι κάνει το κάνει ~ ~., κάνω φιγούρα/κάνω τη φιγούρα μου & πουλάω φιγούρα (προφ.): επιδεικνύομαι, για να προκαλέσω τον θαυμασμό των άλλων: Φοράει ακριβά ρούχα, για να ~ει ~. Θέλει να ~ει τη ~ του. ΣΥΝ. κάνει το κομμάτι του, πουλάω μούρη/μόστρα [< ιταλ. figura]
54724φιγουράρωφι-γου-ρά-ρω ρ. (αμτβ.) {φιγουράρ-ισε, φιγουράρ-οντας} (προφ.): εμφανίζομαι σε περίοπτη θέση, προβάλλομαι: ~ει στον κατάλογο με τους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη/στη λίστα των πιο καλοντυμένων ηθοποιών. ~ει στο εξώφυλλο του περιοδικού/στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Πβ. μοστράρω.|| Η εκπομπή ~ει στις πρώτες θέσεις της τηλεθέασης. [< ιταλ. figurare]
54725φιγουρατζήςφι-γου-ρα-τζής ουσ. (αρσ.) {θηλ. φιγουρατζού} (προφ.): επιδειξιομανής.
54726φιγουρατζίδικος, η, ο φι-γου-ρα-τζί-δι-κος επίθ. (προφ.): επιδεικτικός: ~ο: στιλ. Πβ. εφετζίδικος. Βλ. -τζίδικος.
54727φιγουράτος, η, ο [φιγουρᾶτος] φι-γου-ρά-τος επίθ. (προφ.): εντυπωσιακός, κομψός, που κάνει αίσθηση: ~η: συσκευασία. ~ο: ντύσιμο. Πβ. φανταχτερός, φαντεζί. Βλ. -άτος, λουσάτος. [< ιταλ. figurato]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.