| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54698 | φθογγικός | , ή, ό φθογ-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τους φθόγγους: ~ή: γραφή. ~ές: μεταβολές. Πβ. φθογγολογικός. ΣΥΝ. φωνητικός (3) ● ΣΥΜΠΛ.: πάθη συμφώνων/φωνηέντων βλ. πάθος [< πβ. αγγλ. phthongal] | |
| 54699 | φθογγολογία | φθογ-γο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (παρωχ.): ΓΛΩΣΣ. κλάδος που μελετούσε τις παθήσεις των φθόγγων. Πβ. φωνητική. Βλ. -λογία, φωνολογία. [< γερμ. Lautlehre] | |
| 54700 | φθογγολογικός | , ή, ό φθογ-γο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη φθογγολογία. Πβ. φθογγ-, φωνητ-ικός. ● επίρρ.: φθογγολογικά | |
| 54701 | φθόγγος | φθόγ-γος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. κάθε ήχος που παράγεται από τα φωνητικά όργανα του ανθρώπου κατά την ομιλία: έρρινος/λαρυγγικός/χειλικός ~. Άρθρωση (βλ. έναρθρος)/προφορά/σίγηση ενός ~ου. Στη φωνητική γραφή τα γράμματα συμβολίζουν ~ους. Βλ. δίφθογγος, ημίφωνο, φωνήεν, φώνημα, φωνητική. 2. ΜΟΥΣ. μουσικός ήχος: δεσπόζοντες ~οι. Το ύψος, η ένταση και η χροιά ενός ~ου. Οι ~οι μιας κλίμακας. Συνήχηση ~ων. Εκτέλεση των ~ων μιας συγχορδίας. Πβ. νότα1. ● ΣΥΜΠΛ.: άηχα σύμφωνα βλ. άηχος, ηχηρά σύμφωνα βλ. ηχηρός [< αρχ. φθόγγος] | |
| 54702 | φθογγόσημο | φθογ-γό-ση-μο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. γραπτό σημείο με το οποίο παριστάνεται μουσικός ήχος. Πβ. νότα1. Βλ. -σημο. [< ιταλ. nota, γαλλ. note] | |
| 54703 | φθονερός | , ή, ό φθο-νε-ρός επίθ.: (για πρόσ.) που αισθάνεται, εκδηλώνει φθόνο: ~ός: άνθρωπος. Πβ. ζηλόφθονος.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: ματιά. ~ές: σκέψεις. ~ά: σχόλια. Πβ. κακεντρεχής, μοχθηρός. Βλ. -ερός. ● επίρρ.: φθονερά [< αρχ. φθονερός] | |
| 54704 | φθόνος | φθό-νος ουσ. (αρσ.): ζήλια και μίσος που αισθάνεται κάποιος, λόγω της υπεροχής, της ευημερίας ή των επιτευγμάτων άλλου προσώπου: αντικείμενο ~ου. Το πάθος του ~ου. Ο ~ κατατρώει την ψυχή του. Πβ. ζηλοφθονία, μοχθηρία. ● ΣΥΜΠΛ.: φθόνος του πέους βλ. πέος [< αρχ. φθόνος] | |
| 54705 | φθονώ | [φθονῶ] φθο-νώ ρ. (μτβ.) {φθον-είς ..., -ώντας | φθόν-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ούμενος} (λόγ.): αισθάνομαι φθόνο: Τον ~εί για τη δόξα/τα πλούτη του. ~ούν την επιτυχία του. Καλύτερα να σε ~ούν, παρά να σε λυπούνται (γνωμ.). Πβ. ζηλο~, μισώ. [< αρχ. φθονῶ] | |
| 54706 | φθορά | φθο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. βαθμιαία καταστροφή λόγω κακής ή μακράς χρήσης, πολυκαιρίας: ενδεχόμενη/ομαλή/προχωρημένη/υπερβολική/φυσική/φυσιολογική ~. Δείκτης ~άς ελαστικών. Προστασία από τη ~ του χρόνου. Χαλύβδινοι ράβδοι με μεγάλη αντοχή/υψηλή αντίσταση στη ~. Η ~ των δοντιών/των ρούχων/των σωληνώσεων (πβ. διάβρωση)/των υποδημάτων (πβ. λιώσιμο). Εικόνες/σημάδια ~άς και εγκατάλειψης (: συνήθ. για κτίρια). Επήλθε ~. Βλ. χάλασμα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} βλάβη, ζημιά: μεγάλη/μικρή/σημαντική ~. Αίτια/αποκατάσταση/ελαχιστοποίηση/επισκευή/καταγραφή/κίνδυνος/πρόκληση/πρόληψη ~ών. Έλεγχος για τυχόν ~ές. Προξένησαν εκτεταμένες ~ές στις εγκαταστάσεις. Υπέστη ανεπανόρθωτη ~. Βλ. μικροφθορές.|| (ΙΑΤΡ.) Νοσήματα ~άς (: διαβήτης, καρκίνος, οστεοπόρωση, παχυσαρκία). 3. (μτφ.) απώλεια της ποιότητας, της αξίας ή της δύναμης: ηθική/πνευματική/ψυχική ~. Οικονομική και κοινωνική ~. Γενικευμένη/ραγδαία πολιτική ~. Η ~ μιας γλώσσας/ενός θεσμού. ~ του κύρους/της υγείας κάποιου. Η καχυποψία επιφέρει ~ στη σχέση. Πβ. αλλοίωση, εκφυλισμός, μαρασμός. Βλ. δια~, παρα~, παρακμή, σήψη. ● ΣΥΜΠΛ.: η φθορά της εξουσίας: η μείωση της δημοτικότητας ή των ψηφοφόρων πολιτικού προσώπου ή κόμματος, αντίστοιχα, λόγω μακρόχρονης παραμονής του στην εξουσία., φθορά ξένης περιουσίας/ιδιοκτησίας: ΝΟΜ. πλημμέλημα που διαπράττει όποιος εκούσια καταστρέφει ολικώς ή μερικώς ξένα αγαθά ή ακυρώνει με οποιονδήποτε τρόπο τη χρήση τους. Βλ. βανδαλισμός. ● ΦΡ.: μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας βλ. μεταξύ [< αρχ. φθορά] | |
| 54707 | φθοράνθρακες | φθο-ράν-θρα-κες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. φθοράνθρακας}: ΧΗΜ. χημικές ενώσεις που προέρχονται από υδρογονάνθρακες με αντικατάσταση ατόμων υδρογόνου από άτομα φθορίου· χρησιμοποιούνται κυρ. ως ψυκτικά μέσα. Βλ. χλωρο~. [< αγγλ. fluorocarbon, 1937] | |
| 54708 | φθορέας | φθο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) {φθορείς} (σπάν.-λόγ.): αυτός που προκαλεί φθορά, καταστροφή: (ΑΕΡΟΝ.) ~ άντωσης. Βλ. σπόιλερ.|| (μτφ.) ~ των ψυχών. Πβ. καταστροφέας. Βλ. δια~, δολιο~. [< μτγν. φθορεύς 'βιαστής'] | |
| 54709 | φθορίαση | φθο-ρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια δηλητηρίαση από υπερβολική λήψη φθορίου, που εκδηλώνεται κυρ. στα δόντια με κηλίδες λευκού ή καστανού χρώματος: ~ της αδαμαντίνης (βλ. δυσχρωμία). Βλ. -ίαση. [< γαλλ. fluorose, 1925] | |
| 54710 | φθορίδιο | φθο-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση του φθορίου με άλλο στοιχείο ή ρίζα: ~ του ασβεστίου/νατρίου/υδρογόνου. Βλ. -ίδιο, χλωρίδιο. [< αγγλ. fluoride] | |
| 54711 | φθορίζει | φθο-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ., λόγ. μτχ. φθορίζ-ων, -ουσα, -ον}: εκδηλώνει το φαινόμενο του φθορισμού: Ορυκτά που ~ουν (βλ. φθορίτης). Βλ. φωσφορίζει. [< γαλλ. fluorescer] | |
| 54712 | φθορίζων | , ουσα, ον φθο-ρί-ζων επίθ. {φθορίζ-οντος | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (επίσ.): που εμφανίζει φθορισμό: ~ων: φωτισμός. ~ουσα: οθόνη/πρωτεΐνη/χρωστική. ~οντες: δείκτες. ~ουσες: ίνες/ουσίες. ~οντα: υλικά.|| (για χρώμα:) ~ον: κόκκινο. ΣΥΝ. φλούο.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~ουσα: βρογχοσκόπηση. ~οντα: αντισώµατα. [< γαλλ. fluorescent] | |
| 54713 | φθόριο | φθό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {φθορί-ου}: ΧΗΜ. χημικό στοιχείο (σύμβ. F, Ζ 9)· ειδικότ. δηλητηριώδες κιτρινοπράσινο αέριο με έντονη οσμή, το οποίο αποτελεί ισχυρότατο οξειδωτικό αντιδραστήριο και χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία: άλατα/ενώσεις του ~ου (βλ. φθορίδιο). Φωτιστικά ~ου. Χρήση του ~ου στις οδοντόκρεμες και τα στοματικά διαλύματα (: για την προστασία των δοντιών από την τερηδόνα). Προσθήκη ~ου στο νερό (βλ. φθορίωση). Αυξημένη ποσότητα ~ου στον οργανισμό (βλ. φθορίαση). Βλ. αλογόνο, τοπάζι, φθορίτης. ● ΣΥΜΠΛ.: λάμπα/λαμπτήρας φθορισμού/φθορίου βλ. φθορισμός [< παλαιότ. γαλλ.-αγγλ. phthore, γαλλ. fluor, πβ. μτγν. φθόριον 'φάρμακο που προκαλεί άμβλωση'] | |
| 54714 | φθοριούχος | , ος, ο [φθοριοῦχος] φθο-ρι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει φθόριο: ~ος: κασσίτερος. ~ος: ένωση/οδοντόκρεμα. ~ο: άλας (βλ. φθορίδιο)/ασβέστιο (= φθορίτης)/διάλυμα/μαγνήσιο/νάτριο. ~α: αέρια (του θερμοκηπίου). Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. fluoré] | |
| 54715 | φθορισμός | φθο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. εκπομπή φωτός (φωταύγεια) από ένα σώμα, όταν προσπέσει σε αυτό ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, η οποία σταματά με τη διακοπή της ακτινοβολίας. Βλ. -ισμός, φωσφορισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: λάμπα/λαμπτήρας φθορισμού/φθορίου: ΗΛΕΚΤΡ. λαμπτήρας υψηλής απόδοσης, αποτελούμενος από γυάλινο σωλήνα ο οποίος φέρει εσωτερική επικάλυψη από φθορίζουσες ουσίες και περιέχει ευγενή αέρια και μικρή ποσότητα ατμών υδραργύρου· κάθε ηλεκτρική εκκένωση προκαλεί εκπομπή υπεριώδους ακτινοβολίας από τα άτομα υδραργύρου, την οποία οι φθορίζουσες ουσίες μετατρέπουν σε ορατό φως. [< γαλλ. lampe fluorescente] [< γαλλ. fluorescence] | |
| 54716 | φθορίτης | φθο-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. φθοριούχο ασβέστιο (CaF2)· το κυριότερο ορυκτό του φθορίου, το οποίο απαντά σε ποικιλία χρωμάτων και παρουσιάζει φθορισμό. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. fluorite] | |
| 54717 | φθορίωση | φθο-ρί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. (προληπτική) θεραπεία της τερηδόνας, η οποία συνίσταται στην ολιγόλεπτη εφαρμογή (από τον οδοντίατρο) φθοριούχου τζελ πάνω στα δόντια, συνήθ. με ειδικούς νάρθηκες για την άνω και κάτω γνάθο: οδοντική/τοπική ~. Βλ. αποτρύγωση, λεύκανση. 2. ΧΗΜ. προσθήκη φθορίου στο πόσιμο νερό, για την καταπολέμηση της τερηδόνας. Βλ. χλωρίωση. 3. τεχνική επεξεργασίας του γυαλιού που έχει σαν στόχο να το κάνει θαμπό και γίνεται με χρήση ειδικής πάστας που περιέχει φθόριο. [< γαλλ. fluoration] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ