| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54718 | φθοροποιός | , ός, ό φθο-ρο-ποι-ός επίθ. (λόγ.): που προκαλεί φθορά ή την επιτείνει: ~ός: διαδικασία (= ψυχοφθόρα)/δράση/δύναμη (του χρόνου)/επίδραση. ~ό: έργο. ~ά: στοιχεία. Πβ. βλαβερός, επιβλαβής, καταστροφικός. Βλ. -ποιός. ΣΥΝ. φθαρτικός [< μτγν. φθοροποιός] | |
| 54719 | φι | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φει: το εικοστό πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: ~ κεφαλαίο (Φ). ~ μικρό (φ). Πβ. φ. ● ΦΡ.: στο πι και φι βλ. πι [< αρχ. φεῖ, μτγν. φῖ] | |
| 54720 | φιάλη | φι-ά-λη ουσ. (θηλ.) {φιαλών} 1. (λόγ.) δοχείο, συνήθ. με μακρόστενο στόμιο, για την αποθήκευση υγρών: γυάλινη/πλαστική ~. Μια ~ κρασί/ουίσκι. ~ νερού (βλ. καράφα). Το πώμα της ~ης. ΣΥΝ. μποτίλια, μπουκάλι. Βλ. νταμιτζάνα, σιφόν.|| ~ υγραερίου. Βλ. γκαζάκι.|| Ανάγκη για ~ες αίματος.|| Ογκομετρικές ~ες. ~ απόσταξης (βλ. αποστακτικό κέρας).|| Καταδυτικές ~ες. Πβ. μπουκάλα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. κρήνη με λεκάνη, στεγασμένη με θόλο, στον προαύλιο χώρο στα δυτικά του καθολικού των μοναστηριών, που χρησίμευε για τον τελετουργικό καθαρισμό των χεριών των πιστών πριν από τη Θεία Λειτουργία: ~ αγιασμού. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. πλατύ και ρηχό αγγείο: κωνική ~. ~ για σπονδές. ● Υποκ.: φιαλίδιο (το): στη σημ. 1: γυάλινο ~. (Για φάρμακο:) σταγονομετρικό ~. Ανακινήστε καλά το ~ πριν από τη χρήση. Βλ. -ίδιο, μονοδόση. ● ΣΥΜΠΛ.: φιάλη οξυγόνου βλ. οξυγόνο [< 1,3: αρχ. φιάλη 2: γαλλ. fiole, ιταλ. fiala] | |
| 54721 | φιαλοειδής | , ής, ές φι-α-λο-ει-δής επίθ. (σπάν.-λόγ.): που έχει σχήμα φιάλης. || (ως ουσ.) Γυάλινα ~ή (ενν. μπουκάλια). Βλ. -ειδής. [< μτγν. φιαλοειδής] | |
| 54722 | φιάσκο | φιά-σκο ουσ. (ουδ.) (προφ.): παταγώδης, ταπεινωτική αποτυχία: διπλωματικό/εθνικό/εμπορικό/πρωτοφανές ~. ~ ολκής. Το ~ των εκλογών/του χρηματιστηρίου. Η συνέλευση κατέληξε σε ~. Πβ. κασκαρίκα, παρωδία, σαπουνόφουσκα, φάβα. [< ιταλ. fiasco] | |
| 54723 | φιγούρα | φι-γού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. εξωτερική μορφή σώματος· οπτική αναπαράσταση μιας μορφής (μέσω σχεδίου, πίνακα, γλυπτού) ή ενός ήρωα (λογοτεχνικού ή άλλου έργου): αέρινη/ανδρική/ανθρώπινη/γυναικεία/εφιαλτική/θολή/κωμική/λεπτή/μυστηριώδης/σκοτεινή/τρομακτική/φευγαλέα ~. Είδε τη ~ ενός ψηλού άντρα να απομακρύνεται. Στο βάθος διέκρινα δύο ~ες ντυμένες στα λευκά.|| ~ες αεροσκαφών/ζώων. Βλ. μικρογραφία, μοντελισμός.|| (ομοίωμα του θεάτρου σκιών:) Ασπρόμαυρες/έγχρωμες ~ες. ~ από δέρμα/πλαστικό/χαρτόνι. Η ~ του καραγκιόζη. 2. χορευτική παραλλαγή· γενικότ. κίνηση που γίνεται για εντυπωσιασμό: δύσκολη/περίτεχνη ~. Ακροβατικές/αστείες/δυναμικές/σόλο ~ες. Οι ~ες του καλλιτεχνικού πατινάζ. Βλ. ελιγμός.|| (σε διάφορα αθλήματα, κυρ. στο θαλάσσιο σκι:) Πήρε το ασημένιο μετάλλιο στις ~ες. 3. άνθρωπος, τύπος· ειδικότ. εξέχον πρόσωπο συνήθ. σε συγκεκριμένο χώρο, αξιόλογη προσωπικότητα: γραφική/καλτ/μυθική/τραγική ~.|| Ιστορικές/κινηματογραφικές/σημαντικές ~ες. Η απουσία της πατρικής ~ας τον έχει επηρεάσει βαθύτατα. Πβ. μορφή, φυσιογνωμία. 4. (προφ.) επίδειξη, προβολή: Βλέπει το κινητό τηλέφωνο ως μέσο ~ας. Όλο ~ είναι και ουσία τίποτα. ΣΥΝ. μόστρα 5. καθένα από τα τραπουλόχαρτα που αναπαριστούν ένα πρόσωπο (ο ρήγας, η ντάμα ή ο βαλές). ● Υποκ.: φιγουρίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: φιγούρα δράσης: κούκλα, ομοίωμα ήρωα, συνήθ. τηλεοπτικού ή κινηματογραφικού, που χρησιμοποιείται ως παιχνίδι. [< αγγλ. action figure, 1950] ● ΦΡ.: για φιγούρα (προφ.): για εντυπωσιασμό: Έβαλε φιμέ τζάμια στο αυτοκίνητο ~ ~ (= για να κάνει τη μόστρα του). Μόνο ~ ~ την ήθελε. Ό,τι κάνει το κάνει ~ ~., κάνω φιγούρα/κάνω τη φιγούρα μου & πουλάω φιγούρα (προφ.): επιδεικνύομαι, για να προκαλέσω τον θαυμασμό των άλλων: Φοράει ακριβά ρούχα, για να ~ει ~. Θέλει να ~ει τη ~ του. ΣΥΝ. κάνει το κομμάτι του, πουλάω μούρη/μόστρα [< ιταλ. figura] | |
| 54724 | φιγουράρω | φι-γου-ρά-ρω ρ. (αμτβ.) {φιγουράρ-ισε, φιγουράρ-οντας} (προφ.): εμφανίζομαι σε περίοπτη θέση, προβάλλομαι: ~ει στον κατάλογο με τους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη/στη λίστα των πιο καλοντυμένων ηθοποιών. ~ει στο εξώφυλλο του περιοδικού/στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Πβ. μοστράρω.|| Η εκπομπή ~ει στις πρώτες θέσεις της τηλεθέασης. [< ιταλ. figurare] | |
| 54725 | φιγουρατζής | φι-γου-ρα-τζής ουσ. (αρσ.) {θηλ. φιγουρατζού} (προφ.): επιδειξιομανής. | |
| 54726 | φιγουρατζίδικος | , η, ο φι-γου-ρα-τζί-δι-κος επίθ. (προφ.): επιδεικτικός: ~ο: στιλ. Πβ. εφετζίδικος. Βλ. -τζίδικος. | |
| 54727 | φιγουράτος | , η, ο [φιγουρᾶτος] φι-γου-ρά-τος επίθ. (προφ.): εντυπωσιακός, κομψός, που κάνει αίσθηση: ~η: συσκευασία. ~ο: ντύσιμο. Πβ. φανταχτερός, φαντεζί. Βλ. -άτος, λουσάτος. [< ιταλ. figurato] | |
| 54729 | φιδαετός | φι-δα-ε-τός ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος αετού (επιστ. ονομασ. Circaetus gallicus) με στρογγυλεμένο κεφάλι, κίτρινα μάτια, καστανή πλάτη και λευκή κοιλιά με καφέ-κίτρινες κηλίδες, ο οποίος τρέφεται κυρ. με ερπετά και φωλιάζει σε δέντρα. | |
| 54730 | φιδάκι | φι-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό φίδι. 2. είδος παιχνιδιού: επιτραπέζιο/μαγνητικό/τρισδιάστατο ~. Παίζει ~ στο κινητό. 3. εντομοαπωθητικό ανοιχτού χώρου με ελικοειδές σχήμα, το οποίο καίγεται σιγά-σιγά στην άκρη του και βγάζει καπνό που απομακρύνει τα κουνούπια. ● ΦΡ.: δεν είναι βόας, δεν είναι κροταλίας (είναι το φιδάκι ο Διαμαντής) βλ. βόας | |
| 54731 | φιδέμπορας | φι-δέ-μπο-ρας ουσ. (αρσ.) (αργκό): απατεώνας, τσαρλατάνος, ψεύτης. Πβ. αγύρτης, λαμόγιο. | |
| 54732 | φιδές | φι-δές ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος λεπτού ζυμαρικού σε μορφή νήματος· συνεκδ. σούπα που παρασκευάζεται από αυτό: φωλιές ~έ.|| Οι άρρωστοι συνήθως τρώνε ~έ. Βλ. μαλλιά αγγέλου.|| Κινέζικος ~ (= νουντλς). Βλ. -ές. | |
| 54733 | φίδι | φί-δι ουσ. (ουδ.) {φιδ-ιού} 1. ΖΩΟΛ. ερπετό με μακρόστενο, κυλινδρικό, φολιδωτό σώμα, χωρίς άκρα και ακουστικούς πόρους, που μετακινείται με πλευρικές κυματοειδείς κινήσεις: ακίνδυνο/δενδρόβιο/ημερόβιο/υδρόβιο/δηλητηριώδες (ή ιοβόλο)/κουλουριασμένο ~. Δάγκωμα/τσίμπημα ~ιού. Η ουρά/φωλιά του ~ιού. ~ια σφιγκτήρες. Το ~ σέρνεται. Τον τσίμπησε ~. Πβ. όφις. Βλ. ανακόντα, βόας, δεντρογαλιά, κόμπρα, κροταλίας, λαφιάτης, νεροφίδα, πύθωνας, σαΐτα.|| Βραχιόλι σε σχήμα ~ιού.|| (προφ.) Ζώνη/τσάντα από ~ (: από δέρμα ~ιού). 2. (μτφ.) πρόσωπο κακόβουλο, μοχθηρό, ύπουλο: φίλη-~. Βλ. εχθρός. ΣΥΝ. οχιά (2) ● ΣΥΜΠΛ.: το αβγό του φιδιού βλ. αβγό & αυγό ● ΦΡ.: βγάζω το φίδι απ' την τρύπα (μτφ.): αναλαμβάνω ένα δύσκολο και επικίνδυνο έργο, συνήθ. προς όφελος των πολλών: Πάλι εγώ θα βγάλω ~ ~; ΣΥΝ. βγάζω τα κάστανα απ' τη φωτιά, μαύρο φίδι που σ' έφαγε/θα σε φάει βλ. τρώω, με ζώνουν τα (μαύρα) φίδια βλ. ζώνω, ο λάκκος των λεόντων/με τα φίδια βλ. λάκκος, φίδι κολοβό βλ. κολοβός, φίδι στον κόρφο μου βλ. κόρφος [< μεσν. φίδι] | |
| 54734 | φιδίσιος | , ια, ιο φι-δί-σιος επίθ.: που σχετίζεται με το φίδι ή έχει τα χαρακτηριστικά του: ~ια: ουρά. ~ιο: δέρμα (= φιδοπουκάμισο).|| ~ια: γλώσσα (= διχαλωτή). ~ιο: κορμί/σώμα (= ευλύγιστο, λυγερό).|| ~ιος: δρόμος. ~ιες: διαδρομές/στροφές. Πβ. ελικο-, οφιο-ειδής, φιδογυριστός, φιδωτός. Βλ. -ίσιος. ΑΝΤ. ευθύς (1), ίσιος (1) | |
| 54735 | φιδογυριστός | , ή, ό φι-δο-γυ-ρι-στός επίθ.: στριφογυριστός: ~ός: δρόμος. ~ή: σκάλα. ~ά: μονοπάτια. Πβ. ελικοειδής. ΣΥΝ. φιδίσιος, φιδωτός | |
| 54736 | φιδοπουκάμισο | φι-δο-που-κά-μι-σο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): το δέρμα που έχει αποβάλει το φίδι. ΣΥΝ. φιδοτόμαρο | |
| 54737 | φιδοσέρνεται | φι-δο-σέρ-νε-ται ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λογοτ.): που έχει σχήμα ελικοειδές, στριφογυριστό: Ο δρόμος ~ στο ανέβασμά του. Ποτάμι που ~ στον κάμπο. | |
| 54738 | φιδοτόμαρο | φι-δο-τό-μα-ρο ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό): φιδοπουκάμισο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ