| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54729 | φιδαετός | φι-δα-ε-τός ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος αετού (επιστ. ονομασ. Circaetus gallicus) με στρογγυλεμένο κεφάλι, κίτρινα μάτια, καστανή πλάτη και λευκή κοιλιά με καφέ-κίτρινες κηλίδες, ο οποίος τρέφεται κυρ. με ερπετά και φωλιάζει σε δέντρα. | |
| 54730 | φιδάκι | φι-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό φίδι. 2. είδος παιχνιδιού: επιτραπέζιο/μαγνητικό/τρισδιάστατο ~. Παίζει ~ στο κινητό. 3. εντομοαπωθητικό ανοιχτού χώρου με ελικοειδές σχήμα, το οποίο καίγεται σιγά-σιγά στην άκρη του και βγάζει καπνό που απομακρύνει τα κουνούπια. ● ΦΡ.: δεν είναι βόας, δεν είναι κροταλίας (είναι το φιδάκι ο Διαμαντής) βλ. βόας | |
| 54731 | φιδέμπορας | φι-δέ-μπο-ρας ουσ. (αρσ.) (αργκό): απατεώνας, τσαρλατάνος, ψεύτης. Πβ. αγύρτης, λαμόγιο. | |
| 54732 | φιδές | φι-δές ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος λεπτού ζυμαρικού σε μορφή νήματος· συνεκδ. σούπα που παρασκευάζεται από αυτό: φωλιές ~έ.|| Οι άρρωστοι συνήθως τρώνε ~έ. Βλ. μαλλιά αγγέλου.|| Κινέζικος ~ (= νουντλς). Βλ. -ές. | |
| 54733 | φίδι | φί-δι ουσ. (ουδ.) {φιδ-ιού} 1. ΖΩΟΛ. ερπετό με μακρόστενο, κυλινδρικό, φολιδωτό σώμα, χωρίς άκρα και ακουστικούς πόρους, που μετακινείται με πλευρικές κυματοειδείς κινήσεις: ακίνδυνο/δενδρόβιο/ημερόβιο/υδρόβιο/δηλητηριώδες (ή ιοβόλο)/κουλουριασμένο ~. Δάγκωμα/τσίμπημα ~ιού. Η ουρά/φωλιά του ~ιού. ~ια σφιγκτήρες. Το ~ σέρνεται. Τον τσίμπησε ~. Πβ. όφις. Βλ. ανακόντα, βόας, δεντρογαλιά, κόμπρα, κροταλίας, λαφιάτης, νεροφίδα, πύθωνας, σαΐτα.|| Βραχιόλι σε σχήμα ~ιού.|| (προφ.) Ζώνη/τσάντα από ~ (: από δέρμα ~ιού). 2. (μτφ.) πρόσωπο κακόβουλο, μοχθηρό, ύπουλο: φίλη-~. Βλ. εχθρός. ΣΥΝ. οχιά (2) ● ΣΥΜΠΛ.: το αβγό του φιδιού βλ. αβγό & αυγό ● ΦΡ.: βγάζω το φίδι απ' την τρύπα (μτφ.): αναλαμβάνω ένα δύσκολο και επικίνδυνο έργο, συνήθ. προς όφελος των πολλών: Πάλι εγώ θα βγάλω ~ ~; ΣΥΝ. βγάζω τα κάστανα απ' τη φωτιά, μαύρο φίδι που σ' έφαγε/θα σε φάει βλ. τρώω, με ζώνουν τα (μαύρα) φίδια βλ. ζώνω, ο λάκκος των λεόντων/με τα φίδια βλ. λάκκος, φίδι κολοβό βλ. κολοβός, φίδι στον κόρφο μου βλ. κόρφος [< μεσν. φίδι] | |
| 54734 | φιδίσιος | , ια, ιο φι-δί-σιος επίθ.: που σχετίζεται με το φίδι ή έχει τα χαρακτηριστικά του: ~ια: ουρά. ~ιο: δέρμα (= φιδοπουκάμισο).|| ~ια: γλώσσα (= διχαλωτή). ~ιο: κορμί/σώμα (= ευλύγιστο, λυγερό).|| ~ιος: δρόμος. ~ιες: διαδρομές/στροφές. Πβ. ελικο-, οφιο-ειδής, φιδογυριστός, φιδωτός. Βλ. -ίσιος. ΑΝΤ. ευθύς (1), ίσιος (1) | |
| 54735 | φιδογυριστός | , ή, ό φι-δο-γυ-ρι-στός επίθ.: στριφογυριστός: ~ός: δρόμος. ~ή: σκάλα. ~ά: μονοπάτια. Πβ. ελικοειδής. ΣΥΝ. φιδίσιος, φιδωτός | |
| 54736 | φιδοπουκάμισο | φι-δο-που-κά-μι-σο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): το δέρμα που έχει αποβάλει το φίδι. ΣΥΝ. φιδοτόμαρο | |
| 54737 | φιδοσέρνεται | φι-δο-σέρ-νε-ται ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λογοτ.): που έχει σχήμα ελικοειδές, στριφογυριστό: Ο δρόμος ~ στο ανέβασμά του. Ποτάμι που ~ στον κάμπο. | |
| 54738 | φιδοτόμαρο | φι-δο-τό-μα-ρο ουσ. (ουδ.) (σπάν.-λαϊκό): φιδοπουκάμισο. | |
| 54739 | φιδοφωλιά | φι-δο-φω-λιά ουσ. (θηλ.) 1. φωλιά φιδιού. 2. (μτφ.) χώρος που αποτελεί το καταφύγιο επικίνδυνων ή ύποπτων προσώπων. Πβ. άντρο, κρησφύγετο, κρυψώνα, λημέρι, σφηκοφωλιά. | |
| 54740 | φιδόχορτο | φι-δό-χορ-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. δρακοντιά. | |
| 54741 | φιδωτός | , ή, ό φι-δω-τός επίθ.: που μοιάζει με φίδι· ελικωτός: ~ός: δρόμος. ~ό: μονοπάτι. ΣΥΝ. οφιοειδής, φιδίσιος, φιδογυριστός | |
| 54742 | φιέστα | φιέ-στα ουσ. (θηλ.) 1. πανηγυρικός εορτασμός ενός γεγονότος: ολυμπιακή/πρωτοχρονιάτικη/χριστουγεννιάτικη ~. ~ εγκαινίων/τίτλου/υποδοχής. ΣΥΝ. γιορτή (1) 2. (μειωτ.) κάθε εκδήλωση που λαμβάνει υπερβολικά μεγάλες διαστάσεις, ενώ υστερεί σε περιεχόμενο: επικοινωνιακή/κακόγουστη/κομματική/λαμπρή/προεκλογική/προπαγανδιστική ~. Πβ. επίδειξη, πανηγύρι, παράτα1. [< ιταλ. διαλεκτ. fiesta, ισπ. ~] | |
| 54743 | φιζίκ | φι-ζίκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): φυσιογνωμία: ηθοποιός με μοναδικό ~. Πβ. εμφάνιση, παρουσιαστικό. [< γαλλ. physique] | |
| 54744 | φίκος | φί-κος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. γένος φυτών με εκατοντάδες είδη (οικογ. Moraceae), από τα οποία το συνηθέστερο είναι ένα αειθαλές καλλωπιστικό δέντρο με πλούσιο, βαθυπράσινο και παχύ φύλλωμα. [< νεολατ. ficus] | |
| 54745 | φίλα | φί-λα επίρρ. (λόγ.): μόνο στη ● ΦΡ.: φιλικά/φίλα διακείμενος/προσκείμενος: που υποστηρίζει ή δείχνει εύνοια, φιλική διάθεση σε πρόσωπο, φορέα ή ιδεολογία· γενικότ. που προτιμά κάτι: οργάνωση ~ ~η προς το/στο κόμμα. Ο ~ ~ Τύπος. [< αρχ. φίλα] | |
| 54746 | φίλαθλος | , η/ος, ο φί-λα-θλος επίθ. {-ου (λόγ.) -άθλου} 1. που τρέφει αγάπη για τον αθλητισμό: ~ος: κόσμος. ~ο: κοινό. 2. που εναρμονίζεται με τις βασικές ιδέες του αθλητισμού ή τις εξυπηρετεί: ~η: ομοσπονδία/συμπεριφορά. ~ο: πνεύμα. (ΝΟΜ.) Στέρηση ~άθλου ιδιότητας για έξι μήνες. ● Ουσ.: φίλαθλος (ο/η): οπαδός ομάδας ή συλλόγου, τακτικός θεατής αγώνων ή αθλητικών διοργανώσεων: δηλωμένος/οργανωμένος ~. Σύνδεσμος ~άθλων.|| ~ του μπάσκετ/ποδοσφαίρου. Οι ~οι πανηγύρισαν για την πρόκριση. [< 1: μτγν. φίλαθλος] | |
| 54747 | φιλακόλουθος | , η, ο φι-λα-κό-λου-θος επίθ. (λόγ.): (για ιερέα) που τελεί με ευλάβεια τις εκκλησιαστικές ακολουθίες ή (για πιστό) που συμμετέχει συχνά σε αυτές. [< αρχ. φιλακόλουθος 'που ακολουθεί με μεγάλη χαρά'] | |
| 54748 | φιλαλήθεια | φι-λα-λή-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αγάπη για την αλήθεια: ~ του συγγραφέα. Διάθεση/πνεύμα ~ας. Διακατέχεται από ~. ~ και αντικειμενικότητα. Πβ. ειλικρίνεια. [< μτγν. φιλαλήθεια] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ