Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [55240-55260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54739φιδοφωλιάφι-δο-φω-λιά ουσ. (θηλ.) 1. φωλιά φιδιού. 2. (μτφ.) χώρος που αποτελεί το καταφύγιο επικίνδυνων ή ύποπτων προσώπων. Πβ. άντρο, κρησφύγετο, κρυψώνα, λημέρι, σφηκοφωλιά.
54740φιδόχορτοφι-δό-χορ-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. δρακοντιά.
54741φιδωτός, ή, ό φι-δω-τός επίθ.: που μοιάζει με φίδι· ελικωτός: ~ός: δρόμος. ~ό: μονοπάτι. ΣΥΝ. οφιοειδής, φιδίσιος, φιδογυριστός
54742φιέσταφιέ-στα ουσ. (θηλ.) 1. πανηγυρικός εορτασμός ενός γεγονότος: ολυμπιακή/πρωτοχρονιάτικη/χριστουγεννιάτικη ~. ~ εγκαινίων/τίτλου/υποδοχής. ΣΥΝ. γιορτή (1) 2. (μειωτ.) κάθε εκδήλωση που λαμβάνει υπερβολικά μεγάλες διαστάσεις, ενώ υστερεί σε περιεχόμενο: επικοινωνιακή/κακόγουστη/κομματική/λαμπρή/προεκλογική/προπαγανδιστική ~. Πβ. επίδειξη, πανηγύρι, παράτα1. [< ιταλ. διαλεκτ. fiesta, ισπ. ~]
54743φιζίκφι-ζίκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): φυσιογνωμία: ηθοποιός με μοναδικό ~. Πβ. εμφάνιση, παρουσιαστικό. [< γαλλ. physique]
54744φίκοςφί-κος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. γένος φυτών με εκατοντάδες είδη (οικογ. Moraceae), από τα οποία το συνηθέστερο είναι ένα αειθαλές καλλωπιστικό δέντρο με πλούσιο, βαθυπράσινο και παχύ φύλλωμα. [< νεολατ. ficus]
54745φίλαφί-λα επίρρ. (λόγ.): μόνο στη ● ΦΡ.: φιλικά/φίλα διακείμενος/προσκείμενος: που υποστηρίζει ή δείχνει εύνοια, φιλική διάθεση σε πρόσωπο, φορέα ή ιδεολογία· γενικότ. που προτιμά κάτι: οργάνωση ~ ~η προς το/στο κόμμα. Ο ~ ~ Τύπος. [< αρχ. φίλα]
54746φίλαθλος, η/ος, ο φί-λα-θλος επίθ. {-ου (λόγ.) -άθλου} 1. που τρέφει αγάπη για τον αθλητισμό: ~ος: κόσμος. ~ο: κοινό. 2. που εναρμονίζεται με τις βασικές ιδέες του αθλητισμού ή τις εξυπηρετεί: ~η: ομοσπονδία/συμπεριφορά. ~ο: πνεύμα. (ΝΟΜ.) Στέρηση ~άθλου ιδιότητας για έξι μήνες. ● Ουσ.: φίλαθλος (ο/η): οπαδός ομάδας ή συλλόγου, τακτικός θεατής αγώνων ή αθλητικών διοργανώσεων: δηλωμένος/οργανωμένος ~. Σύνδεσμος ~άθλων.|| ~ του μπάσκετ/ποδοσφαίρου. Οι ~οι πανηγύρισαν για την πρόκριση. [< 1: μτγν. φίλαθλος]
54747φιλακόλουθος, η, ο φι-λα-κό-λου-θος επίθ. (λόγ.): (για ιερέα) που τελεί με ευλάβεια τις εκκλησιαστικές ακολουθίες ή (για πιστό) που συμμετέχει συχνά σε αυτές. [< αρχ. φιλακόλουθος 'που ακολουθεί με μεγάλη χαρά']
54748φιλαλήθειαφι-λα-λή-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αγάπη για την αλήθεια: ~ του συγγραφέα. Διάθεση/πνεύμα ~ας. Διακατέχεται από ~. ~ και αντικειμενικότητα. Πβ. ειλικρίνεια. [< μτγν. φιλαλήθεια]
54749φιλαλήθης, ης, ες φι-λα-λή-θης επίθ. {φιλαλήθ-ους | -εις (ουδ. φιλάληθ-ες | φιλαλήθ-η)} (λόγ.): (για πρόσ.) που υποστηρίζει, αναζητά, προβάλλει την αλήθεια: Ο μάρτυρας υπήρξε ~ στην κατάθεσή του. Πβ. ειλικρινής. [< αρχ. φιλαλήθης]
54750φιλαλληλίαφι-λαλ-λη-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανιδιοτελής αγάπη και φροντίδα για τους άλλους: αισθήματα/έργα/πνεύμα ~ας. Πβ. φιλανθρωπία. ΣΥΝ. αλτρουισμός ΑΝΤ. φιλαυτία [< μτγν. φιλαλληλία ‘αμοιβαία αγάπη’]
54751φιλάλληλος, η, ο φι-λάλ-λη-λος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που διαπνέεται από φιλαλληλία. Πβ. αλτρουιστής, ανθρωπιστής.|| (κατ' επέκτ.) ~η: διάθεση (= αλτρουιστική). ΣΥΝ. φιλάνθρωπος ΑΝΤ. φίλαυτος [< μτγν. φιλάλληλος ‘αυτός που αισθάνεται αμοιβαία στοργή ή αγάπη’]
54752φιλαναγνωσίαφι-λα-να-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αγάπη για το διάβασμα, συνήθ. λογοτεχνικών βιβλίων: βραβείο ~ας. Ενίσχυση/καλλιέργεια της ~ας των μαθητών. Βλ. βιβλιοφιλία.
54753φιλαναγνώστηςφι-λα-να-γνώ-στης ουσ. (αρσ.) (λόγ.): άτομο που αγαπά το διάβασμα: φανατικός ~. Πβ. βιβλιόφιλος. Βλ. φιλίστωρ. [< μτγν. φιλαναγνώστης ‘αυτός που του αρέσει η ανάγνωση’]
54754φιλανδικός, ή, ό βλ. φινλανδικός
54755φιλανδοποίησηβλ. φινλανδοποίηση
54756Φιλανδός, Φιλανδήβλ. Φινλανδός, Φινλανδή
54757φιλανθής, ής, ές φι-λαν-θής επίθ. {φιλανθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (σπάν.-λόγ.): που αγαπά τα λουλούδια. Βλ. φιλο-. [< μτγν. φιλανθής]
54758φιλανθρωπίαφι-λαν-θρω-πί-α ουσ. (θηλ.) {φιλανθρωπι-ών} 1. αγάπη για τον συνάνθρωπο· η εκούσια παροχή υλικής συνήθ. ή ηθικής βοήθειας σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη και οι αντίστοιχες ενέργειες: χριστιανική ~. Αισθήματα/έκφραση/έργο/μήνυμα/πολιτική/πράξη ~ας. Διακατέχεται από πνεύμα ~ας. Πβ. αλληλεγγύη, αλτρουισμός, ανθρωπισμός, φιλαλληλία, φιλευσπλαχνία. ΑΝΤ. μισανθρωπία.|| Εκκλησιαστική/επισκοπική/επιχειρησιακή/εταιρική/ιδιωτική/κρατική/μαζική/οργανωμένη ~. Ίδρυμα ~ών. Άσκηση ~ας σε άπορες οικογένειες. Κάνει ~ες. Δώρισε/πρόσφερε την περιουσία του σε ~ες. Τα έσοδα της συναυλίας θα διατεθούν σε ~ες. ΣΥΝ. αγαθοεργία. Βλ. δωρεά, εθελοντισμός, ελεημοσύνη, έρανος, ευεργεσία, χορηγία. 2. ΘΕΟΛ. (σπάν.) αγάπη για τον άνθρωπο: η ~ του Θεού. [< 1: αρχ. φιλανθρωπία, γαλλ. philanthropie, αγγλ. philanthropy, γερμ. Philanthropie 2: μτγν. ~]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.