Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55240-55260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54749φιλαλήθης, ης, ες φι-λα-λή-θης επίθ. {φιλαλήθ-ους | -εις (ουδ. φιλάληθ-ες | φιλαλήθ-η)} (λόγ.): (για πρόσ.) που υποστηρίζει, αναζητά, προβάλλει την αλήθεια: Ο μάρτυρας υπήρξε ~ στην κατάθεσή του. Πβ. ειλικρινής. [< αρχ. φιλαλήθης]
54750φιλαλληλίαφι-λαλ-λη-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανιδιοτελής αγάπη και φροντίδα για τους άλλους: αισθήματα/έργα/πνεύμα ~ας. Πβ. φιλανθρωπία. ΣΥΝ. αλτρουισμός ΑΝΤ. φιλαυτία [< μτγν. φιλαλληλία ‘αμοιβαία αγάπη’]
54751φιλάλληλος, η, ο φι-λάλ-λη-λος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που διαπνέεται από φιλαλληλία. Πβ. αλτρουιστής, ανθρωπιστής.|| (κατ' επέκτ.) ~η: διάθεση (= αλτρουιστική). ΣΥΝ. φιλάνθρωπος ΑΝΤ. φίλαυτος [< μτγν. φιλάλληλος ‘αυτός που αισθάνεται αμοιβαία στοργή ή αγάπη’]
54752φιλαναγνωσίαφι-λα-να-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αγάπη για το διάβασμα, συνήθ. λογοτεχνικών βιβλίων: βραβείο ~ας. Ενίσχυση/καλλιέργεια της ~ας των μαθητών. Βλ. βιβλιοφιλία.
54753φιλαναγνώστηςφι-λα-να-γνώ-στης ουσ. (αρσ.) (λόγ.): άτομο που αγαπά το διάβασμα: φανατικός ~. Πβ. βιβλιόφιλος. Βλ. φιλίστωρ. [< μτγν. φιλαναγνώστης ‘αυτός που του αρέσει η ανάγνωση’]
54754φιλανδικός, ή, ό βλ. φινλανδικός
54755φιλανδοποίησηβλ. φινλανδοποίηση
54756Φιλανδός, Φιλανδήβλ. Φινλανδός, Φινλανδή
54757φιλανθής, ής, ές φι-λαν-θής επίθ. {φιλανθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (σπάν.-λόγ.): που αγαπά τα λουλούδια. Βλ. φιλο-. [< μτγν. φιλανθής]
54758φιλανθρωπίαφι-λαν-θρω-πί-α ουσ. (θηλ.) {φιλανθρωπι-ών} 1. αγάπη για τον συνάνθρωπο· η εκούσια παροχή υλικής συνήθ. ή ηθικής βοήθειας σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη και οι αντίστοιχες ενέργειες: χριστιανική ~. Αισθήματα/έκφραση/έργο/μήνυμα/πολιτική/πράξη ~ας. Διακατέχεται από πνεύμα ~ας. Πβ. αλληλεγγύη, αλτρουισμός, ανθρωπισμός, φιλαλληλία, φιλευσπλαχνία. ΑΝΤ. μισανθρωπία.|| Εκκλησιαστική/επισκοπική/επιχειρησιακή/εταιρική/ιδιωτική/κρατική/μαζική/οργανωμένη ~. Ίδρυμα ~ών. Άσκηση ~ας σε άπορες οικογένειες. Κάνει ~ες. Δώρισε/πρόσφερε την περιουσία του σε ~ες. Τα έσοδα της συναυλίας θα διατεθούν σε ~ες. ΣΥΝ. αγαθοεργία. Βλ. δωρεά, εθελοντισμός, ελεημοσύνη, έρανος, ευεργεσία, χορηγία. 2. ΘΕΟΛ. (σπάν.) αγάπη για τον άνθρωπο: η ~ του Θεού. [< 1: αρχ. φιλανθρωπία, γαλλ. philanthropie, αγγλ. philanthropy, γερμ. Philanthropie 2: μτγν. ~]
54759φιλανθρωπικός, ή, ό φι-λαν-θρω-πι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή στοχεύει στη φιλανθρωπία: ~ός: έρανος/θεσμός/σκοπός/σύλλογος (πβ. φιλόπτωχος)/χορός. ~ή: βοήθεια/δημοπρασία/δράση (= φιλάνθρωπη, αγαθοεργός)/οργάνωση/πρωτοβουλία. ~ό: γκαλά/έργο. ~ά: ιδρύματα. ~ μη κερδοσκοπικός οργανισμός που βοηθά πολύτεκνες οικογένειες. ΣΥΝ. ανθρωπιστικός (1) ● επίρρ.: φιλανθρωπικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φιλανθρωπική αγορά βλ. αγορά [< μτγν. φιλανθρωπικός, γαλλ. philanthropique, αγγλ. philanthropic]
54760φιλάνθρωπος, η, ο φι-λάν-θρω-πος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από φιλανθρωπία: ~η: δράση/στάση/συμπεριφορά. ΣΥΝ. αλτρουιστ-, ανθρωπιστ-, φιλανθρωπ-ικός. ΑΝΤ. απάνθρωπος.|| (ΘΕΟΛ.) Ο ~ Θεός. ● Ουσ.: φιλάνθρωπος (ο/η): άτομο που κάνει φιλανθρωπίες. ΣΥΝ. αλτρουιστής, αλτρουίστρια, ανθρωπιστής (1) ΑΝΤ. μισάνθρωπος ● επίρρ.: φιλάνθρωπα & (λόγ.) φιλανθρώπως [< αρχ. φιλάνθρωπος, γαλλ.-αγγλ. philanthrope, γερμ. Philanthrop]
54761φιλαράκοςφι-λα-ρά-κος ουσ. (αρσ.) 1. (υποκ.-χαϊδευτ.) φίλος: Ο ... είναι ο ~ μου. Πβ. κολλητός, φιλαράκι. 2. ως ειρωνική ή απειλητική προσφώνηση: ~ο, λίγα τα λόγια σου για μένα.
54762φιλαργυρίαφι-λαρ-γυ-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φιλάργυρου: ακόρεστη/αρρωστημένη ~. Διακατέχεται από το πάθος/πνεύμα της ~ας. Πβ. τσιγκουνιά, τσιφουτιά. ΣΥΝ. φιλοκέρδεια, φιλοχρηματία ΑΝΤ. γαλαντομία [< αρχ. φιλαργυρία]
54763φιλάργυρος, η, ο φι-λάρ-γυ-ρος επίθ. (λόγ.): που λατρεύει το χρήμα, που επιδιώκει με πάθος την αύξηση της περιουσίας του, ξοδεύοντας ελάχιστα: ~ος: άνθρωπος. Πβ. εξηνταβελόνης, παραδόπιστος, σπαγκοραμμένος, σφιχτοχέρης, τσιγκούνης, τσιφούτης. ΣΥΝ. φιλοχρήματος ΑΝΤ. ανοιχτοχέρης, γαλαντόμος ● επίρρ.: φιλάργυρα [< αρχ. φιλάργυρος]
54764φιλαρέσκειαφι-λα-ρέ-σκει-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του φιλάρεσκου: γυναικεία ~. Επιδεικνύει με ~ το νέο κόσμημά της. Πβ. κοκεταρία. Βλ. αυταρέσκεια. [< γαλλ. coquetterie, γερμ. Gefallsucht]
54765φιλάρεσκος, η, ο φι-λά-ρε-σκος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που επιδιώκει να αρέσει στους άλλους κυρ. με την εξωτερική του εμφάνιση, που θέλει να κερδίζει τις εντυπώσεις: ~η: γυναίκα (= κοκέτα).|| (ως ουσ.) Οι ~οι είναι επιρρεπείς στις κολακείες.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: βλέμμα/ύφος/χαμόγελο. Βλ. αυτάρεσκος. ● επίρρ.: φιλάρεσκα [< γαλλ. coquet, γερμ. gefallsüchtig]
54766φιλάρισμαφι-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φιλαρίσμ-ατος}: τρόπος κουρέματος κατά τον οποίο τα μαλλιά κόβονται σε άνισο μήκος: ψαλίδι ~ατος. Βλ. -ισμα.
54767φιλαριστός, ή, ό φι-λα-ρι-στός επίθ.: (για μαλλιά) κομμένα σε άνισο μήκος: καρέ ~ό (με μύτες). ● επίρρ.: φιλαριστά
54768φιλαρμονικήφι-λαρ-μο-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ) ΜΟΥΣ. 1. μουσικό συγκρότημα, ορχήστρα με πνευστά και κρουστά όργανα: συναυλία με τη ~ του Δήμου.|| (ως επίθ.) ~ή: μπάντα. 2. συμφωνική ορχήστρα. [< γερμ. philharmonisches (Orchester), γαλλ. (société/orchestre) philharmonique, αγγλ. Philharmonic (Society)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.