Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [55260-55280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54759φιλανθρωπικός, ή, ό φι-λαν-θρω-πι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή στοχεύει στη φιλανθρωπία: ~ός: έρανος/θεσμός/σκοπός/σύλλογος (πβ. φιλόπτωχος)/χορός. ~ή: βοήθεια/δημοπρασία/δράση (= φιλάνθρωπη, αγαθοεργός)/οργάνωση/πρωτοβουλία. ~ό: γκαλά/έργο. ~ά: ιδρύματα. ~ μη κερδοσκοπικός οργανισμός που βοηθά πολύτεκνες οικογένειες. ΣΥΝ. ανθρωπιστικός (1) ● επίρρ.: φιλανθρωπικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φιλανθρωπική αγορά βλ. αγορά [< μτγν. φιλανθρωπικός, γαλλ. philanthropique, αγγλ. philanthropic]
54760φιλάνθρωπος, η, ο φι-λάν-θρω-πος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από φιλανθρωπία: ~η: δράση/στάση/συμπεριφορά. ΣΥΝ. αλτρουιστ-, ανθρωπιστ-, φιλανθρωπ-ικός. ΑΝΤ. απάνθρωπος.|| (ΘΕΟΛ.) Ο ~ Θεός. ● Ουσ.: φιλάνθρωπος (ο/η): άτομο που κάνει φιλανθρωπίες. ΣΥΝ. αλτρουιστής, αλτρουίστρια, ανθρωπιστής (1) ΑΝΤ. μισάνθρωπος ● επίρρ.: φιλάνθρωπα & (λόγ.) φιλανθρώπως [< αρχ. φιλάνθρωπος, γαλλ.-αγγλ. philanthrope, γερμ. Philanthrop]
54761φιλαράκοςφι-λα-ρά-κος ουσ. (αρσ.) 1. (υποκ.-χαϊδευτ.) φίλος: Ο ... είναι ο ~ μου. Πβ. κολλητός, φιλαράκι. 2. ως ειρωνική ή απειλητική προσφώνηση: ~ο, λίγα τα λόγια σου για μένα.
54762φιλαργυρίαφι-λαρ-γυ-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φιλάργυρου: ακόρεστη/αρρωστημένη ~. Διακατέχεται από το πάθος/πνεύμα της ~ας. Πβ. τσιγκουνιά, τσιφουτιά. ΣΥΝ. φιλοκέρδεια, φιλοχρηματία ΑΝΤ. γαλαντομία [< αρχ. φιλαργυρία]
54763φιλάργυρος, η, ο φι-λάρ-γυ-ρος επίθ. (λόγ.): που λατρεύει το χρήμα, που επιδιώκει με πάθος την αύξηση της περιουσίας του, ξοδεύοντας ελάχιστα: ~ος: άνθρωπος. Πβ. εξηνταβελόνης, παραδόπιστος, σπαγκοραμμένος, σφιχτοχέρης, τσιγκούνης, τσιφούτης. ΣΥΝ. φιλοχρήματος ΑΝΤ. ανοιχτοχέρης, γαλαντόμος ● επίρρ.: φιλάργυρα [< αρχ. φιλάργυρος]
54764φιλαρέσκειαφι-λα-ρέ-σκει-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του φιλάρεσκου: γυναικεία ~. Επιδεικνύει με ~ το νέο κόσμημά της. Πβ. κοκεταρία. Βλ. αυταρέσκεια. [< γαλλ. coquetterie, γερμ. Gefallsucht]
58200φιλάρεσκος

ψώ-νιο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. φαντασμένος, φιλάρεσκος: Είναι μεγάλο ~! Πβ. νούμερο, ψωνισμένος. 2. πάθος, μανία για κάτι: Η μουσική είναι το ~ του (βλ. χόμπι). Έχει ~ με τ' αυτοκίνητα/το σινεμά (= κόλλημα, τρέλα, ψύχωση). Είναι ~ (= κολλημένος, τρελαμένος) με το τραγούδι.|| Έχει το ~ να γίνει ηθοποιός.|| (αργκό) Την έχει κάνει ~ (= έχει ψωνιστεί, ξετρελαθεί) με ... ● Μεγεθ.: ψωνάρα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: κάνω το κέφι/το γούστο/το ψώνιο μου βλ. κέφι [< μτγν. ὀψώνιον]

54765φιλάρεσκος, η, ο φι-λά-ρε-σκος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που επιδιώκει να αρέσει στους άλλους κυρ. με την εξωτερική του εμφάνιση, που θέλει να κερδίζει τις εντυπώσεις: ~η: γυναίκα (= κοκέτα).|| (ως ουσ.) Οι ~οι είναι επιρρεπείς στις κολακείες.|| (κατ' επέκτ.) ~ο: βλέμμα/ύφος/χαμόγελο. Βλ. αυτάρεσκος. ● επίρρ.: φιλάρεσκα [< γαλλ. coquet, γερμ. gefallsüchtig]
54766φιλάρισμαφι-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φιλαρίσμ-ατος}: τρόπος κουρέματος κατά τον οποίο τα μαλλιά κόβονται σε άνισο μήκος: ψαλίδι ~ατος. Βλ. -ισμα.
54767φιλαριστός, ή, ό φι-λα-ρι-στός επίθ.: (για μαλλιά) κομμένα σε άνισο μήκος: καρέ ~ό (με μύτες). ● επίρρ.: φιλαριστά
54768φιλαρμονικήφι-λαρ-μο-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ) ΜΟΥΣ. 1. μουσικό συγκρότημα, ορχήστρα με πνευστά και κρουστά όργανα: συναυλία με τη ~ του Δήμου.|| (ως επίθ.) ~ή: μπάντα. 2. συμφωνική ορχήστρα. [< γερμ. philharmonisches (Orchester), γαλλ. (société/orchestre) philharmonique, αγγλ. Philharmonic (Society)]
54769φιλάρχαιος, η, ο φι-λάρ-χαι-ος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που αγαπά καθετί που έχει σχέση με την αρχαιότητα. Πβ. αρχαιολάτρης, αρχαιόφιλος. [< μτγν. φιλάρχαιος]
54770φιλαρχίαφι-λαρ-χί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πάθος για την εξουσία: άκρατη ~. Πβ. αρχομανία. Βλ. φιλοπρωτία, -αρχία. [< μτγν. φιλαρχία]
54771φίλαρχος, η, ο φί-λαρ-χος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που επιθυμεί με πάθος την απόκτηση ή διατήρηση της εξουσίας. Πβ. αρχομανής. [< αρχ. φίλαρχος]
54772φιλάσθενος, η, ο φι-λά-σθε-νος επίθ.: (κυρ. για πρόσ.) που έχει την προδιάθεση, την τάση να ασθενεί, ευπαθής σε αρρώστιες: ~ο: παιδί. Ηλικιωμένη, ~η γυναίκα. ΣΥΝ. αρρωστιάρης.|| ~η: κράση/φύση. ~ο: σώμα. ΣΥΝ. ασθενικός (1) [< αρχ. φιλάσθενος]
54773φιλαυτίαφι-λαυ-τί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υπέρμετρη αγάπη κάποιου για τον εαυτό του· εγωκεντρισμός: άκρατη/νοσηρή ~. Το πάθος της ~ας. Πβ. ατομικ-, εγω-, φιλοτομαρ-ισμός, εγωπάθεια. ΑΝΤ. αλτρουισμός, φιλαλληλία [< αρχ. φιλαυτία]
54774φίλαυτος, η, ο φί-λαυ-τος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που διακατέχεται από φιλαυτία: Είναι ~οι. Πβ. εγω-, φιλοτομαρ-ιστής.|| (κατ' επέκτ.) ~η: διάθεση/στάση ζωής. Πβ. εγωιστ-, εγωκεντρ-ικός, εγωπαθής. ΑΝΤ. φιλάλληλος [< αρχ. φίλαυτος]
54775φιλάωβλ. φιλώ
54776φιλέβλ. φιλές
54777φιλέφι-λέ επίθ. {άκλ.} & εφιλέ: ΜΑΓΕΙΡ. κομμένος σε λεπτές φέτες: αμύγδαλα ~. [< γαλλ. filé, effilé]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.