Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55280-55300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54789φιλελληνισμόςφι-λελ-λη-νι-σμός ουσ. (αρσ.): στάση συμπάθειας και αλληλεγγύης προς τους Έλληνες και την Ελλάδα· ειδικότ. κίνημα για την υλική και ηθική ενίσχυση των επαναστατημένων Ελλήνων κατά των Οθωμανών το 1821. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. ανθελληνισμός, μισελληνισμός [< γαλλ. philhellénisme, 1838, γερμ. Philhellenismus, αγγλ. philhellenism]
54790φίλεμαφί-λε-μα ουσ. (ουδ.) {φιλέμ-ατα} (λαϊκό): κέρασμα: ~ του μουσαφίρη. (παλαιότ.) Τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα και έπαιρναν ~ατα. ΣΥΝ. τρατάρισμα
54791φιλενάδαφι-λε-νά-δα ουσ. (θηλ.) (οικ.) 1. φίλη γυναίκας. 2. ερωμένη. ● Υποκ.: φιλεναδίτσα (η), φιλεναδούλα (η): κυρ. στη σημ. 2. [< μεσν. φίλαινα – παλαιότ. ορθογρ. φιλαινάδα]
54792φιλέορτος, η/ος, ο φι-λέ-ορ-τος επίθ. (λόγ.): που συμμετέχει συχνά σε θρησκευτικές εορτές: ~ος: λαός. ~οι: χριστιανοί.|| (κατ' επέκτ.) ~η: διάθεση. [< αρχ. φιλέορτος]
54793φίλερφί-λερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: οτιδήποτε προστίθεται για να γεμίσει ή να μετρήσει ένα διάστημα, να προσθέσει βάρος ή να αυξήσει τον όγκο ή το μέγεθος: ~ βαλβίδων. Πβ. πληρωτικά υλικά.|| ~ μέτρησης διάκενου.|| (στην κοσμετολογία, για το γέμισμα των ρυτίδων) Βλ. βιοϋλικά, κολλαγόνο, μπότοξ, σιλικόνη, υαλουρονικό οξύ. [< αγγλ. filler, feeler gauge, 1925]
54794φιλεργατικός, ή, ό φι-λερ-γα-τι-κός επίθ.: που υποστηρίζει, αγωνίζεται για τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των εργατών: ~ή: νομοθεσία/πολιτική. ~ό: κόμμα/προσωπείο/προφίλ. ~ές: διατάξεις/ρυθμίσεις. ~ά: αισθήματα. ΑΝΤ. αντεργατικός
54795φιλεργίαφι-λερ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φίλεργου: έργα/καλλιέργεια (της) ~ας. Πβ. εργατικότητα. ΣΥΝ. φιλοπονία [< αρχ. φιλεργία]
54796φίλεργος, η, ο φί-λερ-γος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που αγαπά τη δουλειά, εργατικός. ΣΥΝ. φιλόπονος ΑΝΤ. οκνηρός, τεμπέλης, φυγόπονος [< μτγν. φίλεργος]
54797φιλέρημος, η, ο φι-λέ-ρη-μος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που επιζητεί την απομόνωση, που αποφεύγει την ανθρώπινη συναναστροφή: ~ος: ασκητής. ΣΥΝ. μοναχικός (1) ΑΝΤ. κοινωνικός (3), κοσμικός (2) [< αρχ. φιλέρημος]
54798φιλέριφι-λέ-ρι ουσ. (ουδ.): ποικιλία αμπέλου που δίνει μαύρα, άσπρα ή κοκκινωπά σταφύλια· συνεκδ. το αντίστοιχο κρασί: άσπρο/γκρίζο (μοσχοφίλερο)/μαύρο ~.
54799φίλερις, ις, ι φί-λε-ρις επίθ. {φιλέριδες} (σπάν.-αρχαιοπρ.): εριστικός, φιλόνικος. Πβ. καβγατζής. [< αρχ. φίλερις]
54800φιλέςφι-λές ουσ. (αρσ.) & φιλέ (το) 1. ΑΘΛ. (σε αθλήματα που παίζονται με μπάλα ή μπαλάκι) τεντωμένο δικτυωτό πλέγμα που χρησιμοποιείται ως κάθετο διαχωριστικό των δύο αντίπαλων περιοχών: το ~ στο πινγκ πονγκ/τένις. Σερβίς στον ~έ. Η μπάλα ακούμπησε στον ~έ.|| (συνεκδ.) Οι κορυφαίοι (παίκτες) του ~έ (= βόλεϊ). 2. οτιδήποτε έχει κατασκευαστεί από δίχτυ ή μοιάζει με αυτό: ~ για πλύσιμο ευαίσθητων ρούχων. Θήκη από ~έ. Βλ. -ές.|| (ως επίθ., μόνο στον τ. φιλέ) Πλέξη ~ (= δικτυωτή). 3. (κυρ. παλαιότ.) λεπτό διχτάκι που μαζεύει και συγκρατεί τα γυναικεία μαλλιά. ● Υποκ.: φιλεδάκι (το) [< γαλλ. filet]
54801φιλέτοφι-λέ-το ουσ. (ουδ.) 1. τρυφερή φέτα κρέατος από τη ραχοκοκαλιά ή φέτα ψαριού χωρίς κόκαλα: βοδινό (βλ. μπον φιλέ, σατομπριάν)/μοσχαρίσιο/χοιρινό ~. ~ γαλοπούλας/κοτόπουλο.|| ~ γλώσσας (: ψαριού)/μπακαλιάρου/ξιφία/σολομού. Πβ. εσκαλόπ. 2. (μτφ.-προφ.) οικοδόμημα, οικόπεδο ή γενικότ. έκταση μεγάλης αξίας που βρίσκεται συνήθ. σε προνομιακή τοποθεσία: ακίνητα/περιοχές-~α. Τα ~α του ελληνικού Δημοσίου. 3. λεπτό ή μακρόστενο κομμάτι (υλικού). ● Υποκ.: φιλετάκι (το), φιλετίνι (το): στη σημ.1: (ΜΑΓΕΙΡ.) μοσχαρίσια ~ια. Βλ. σκαλοπίνια. ● ΣΥΜΠΛ.: κόντρα φιλέτο βλ. κόντρα [< 1: ιταλ. filetto, γαλλ. filet]
54802φιλετοποίησηφι-λε-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. στάδιο επεξεργασίας ψαριών ή σφαγίων, που περιλαμβάνει τον τεμαχισμό τους σε φιλέτα. Βλ. απολέπιση. 2. (αρνητ. συνυποδ.) μετατροπή δασικής έκτασης σε οικοδομήσιμη περιοχή και χωρισμός της σε οικόπεδα μεγάλης αξίας: Απορρίφθηκε η πρόταση για ~ του άλσους. Βλ. -ποίηση.
54803φιλευσπλαχνίαφι-λευ-σπλα-χνί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φιλεύσπλαχνου: Δείχνω ~ σε αναξιοπαθούντες. Πβ. ελεημοσύνη, έλεος, ευσπλαχνία, καλοσύνη, οίκτος, συμπόνια, φιλανθρωπία. ΑΝΤ. ασπλαχνία [< μεσν. φιλευσπλαγχνία]
54804φιλεύσπλαχνος, η, ο φι-λεύ-σπλα-χνος επίθ. (λόγ.): που συμπονά και βοηθά τον συνάνθρωπό του ή τον άνθρωπο: ~ος: χριστιανός. ~η: καρδιά. Πβ. καλόψυχος, (συμ)πονετικός.|| Ο ~ Θεός. Πβ. ελεήμων, οικτίρμων, πολυεύσπλαχνος, φιλάνθρωπος. ΣΥΝ. ευσπλαχνικός, σπλαχνικός (1) ΑΝΤ. άσπλαχνος ● επίρρ.: φιλεύσπλαχνα [< μτγν. φιλεύσπλαγχνος]
54805φιλεύωφι-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {φίλε-ψα, φιλέ-ψω, (σπάν.) -μένος} (λαϊκό): προσφέρω σε επισκέπτη ποτό ή φαγώσιμο, συνήθ. γλυκό, ως κέρασμα: Μας ~ψε (με) γλυκό του κουταλιού/λικέρ. Τι να σας ~ψω; ΣΥΝ. βγάζω (19), κερνώ (1), τρατάρω [< μεσν. φιλεύω]
54806φίληφί-λη ουσ. (θηλ.) 1. πρόσωπο θηλυκού φύλου που συνδέεται φιλικά με κάποιον: αγαπημένη/αληθινή/καρδιακή/παιδική/πιστή/πραγματική ~. (ειρων.) Άσπονδες ~ες. ~ κι αδελφή (= πολύ στενή ~). ~ες απ' το σχολείο. Να σου συστήσω την καλύτερή μου/μια παλιά μου ~. Την ξέγραψα από ~ (μου). Έχω κανονίσει με μια ~ μου γι' απόψε. (Είναι) καλές/χρόνια ~ες. Θες να γίνουμε ~ες; Πβ. φιλενάδα. 2. ερωτική σύντροφος: Μας γνώρισε την καινούργια του ~. Πβ. αμόρε, γκόμενα, κοπέλα, κορίτσι, φιλενάδα. 3. ως οικεία προσφώνηση: ~ες και φίλοι ... Αγαπητές (μου) ~ες... (ως επίθ.) ~ες: αναγνώστριες. Πβ. φίλτατος. 4. (ως επίθ., λόγ.) φιλικός: ~ χώρα. ● βλ. φίλος [< αρχ. φίλη]
54807φιληδονίαφι-λη-δο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υπερβολική επιδίωξη των σαρκικών απολαύσεων: ροπή προς τη ~. Πβ. ηδονισμός, ηδονοθηρία, ηδυπάθεια. Βλ. συβαριτισμός. ΣΥΝ. λαγνεία (1), τρυφή (2) [< μτγν. φιληδονία]
54808φιλήδονος, η, ο φι-λή-δο-νος επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. λάγνος 1. που επιδιώκει τις σαρκικές απολαύσεις, ηδυπαθής: ~ος: άνθρωπος. ~ και φυγόπονος. Πβ. ηδονοθήρας.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ζωή. Πβ. έκλυτος, ηδονικός. ΑΝΤ. ασκητικός (1), εγκρατής (1) 2. που εκφράζει ηδονή: ~ο: βλέμμα. Πβ. αισθησιακός. ● επίρρ.: φιλήδονα [< μτγν. φιλήδονος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.