| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54778 | φιλειρηνικός | , ή, ό φι-λει-ρη-νι-κός επίθ.: που αγαπά την ειρήνη, που επιδιώκει την εξασφάλιση και την προώθησή της: ~ός: λαός.|| ~ή: διαδήλωση/οργάνωση/πολιτική/πορεία/συγκέντρωση. ~ό: κίνημα/κράτος/πνεύμα. ~ές: δυνάμεις/κινητοποιήσεις. ~ά: αισθήματα/συνθήματα. Πβ. αντιπολεμ-, ειρην-, ειρηνιστ-ικός. ΣΥΝ. ειρηνόφιλος ΑΝΤ. πολεμοχαρής, φιλοπόλεμος ● επίρρ.: φιλειρηνικά [< μεσν. φιλειρηνικός] | |
| 54779 | φιλειρηνικότητα | φι-λει-ρη-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φιλειρηνικού. Βλ. -ότητα. | |
| 54780 | φιλειρηνισμός | φι-λει-ρη-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ειρηνισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 54781 | φιλειρηνιστής | φι-λει-ρη-νι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. φιλειρηνίστρια}: ειρηνιστής. | |
| 54782 | φιλεκπαιδευτικός | , ή, ό φι-λεκ-παι-δευ-τι-κός επίθ.: που αποβλέπει στην προώθηση και ανάπτυξη της εκπαίδευσης: ~ό: έργο/πνεύμα. ~ή Εταιρεία. | |
| 54783 | φιλελευθερισμός | φι-λε-λευ-θε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θεωρία που ανάγει την ελευθερία σε ανώτατη αξία, δίνοντας έμφαση στον πλουραλισμό, στον σεβασμό της γνώμης και των επιλογών του ατόμου, καθώς και στην απουσία κάθε κρατικού παρεμβατισμού στις εμπορικές συναλλαγές: θρησκευτικός (βλ. ανεξιθρησκία)/κοινωνικός/οικονομικός/πολιτικός/ριζοσπαστικός ~. Βλ. νεο~, σοσιαλισμός. ΣΥΝ. λιμπεραλισμός 2. (κατ' επέκτ.) φιλελεύθερη στάση, ιδεολογία: ο ~ του διαφωτισμού. [< γαλλ. libéralisme] | |
| 54784 | φιλελευθεροποίηση | φι-λε-λευ-θε-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φιλελευθεροποιώ: ~ της νομοθεσίας.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ του εμπορίου/των τηλεπικοινωνιών. Πβ. ελευθεροποίηση. Βλ. -ποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: απελευθέρωση της αγοράς/των αγορών βλ. απελευθέρωση [< αγγλ. liberalization, γαλλ. libéralisation] | |
| 54785 | φιλελευθεροποιώ | [φιλελευθεροποιῶ] φι-λε-λευ-θε-ρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {φιλελευθεροποι-εί | φιλελευθεροποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. κάνω κάτι φιλελεύθερο: Η κοινωνία βαθμιαία/σταδιακά ~είται (: γίνεται πιο ανεκτική). 2. ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. καταργώ τον κρατικό παρεμβατισμό: Η οικονομία παγκοσμιοποιείται και ~είται. Το τραπεζικό σύστηµα ~ήθηκε. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. liberalize, γαλλ. libéraliser] | |
| 54786 | φιλελεύθερος | , η, ο φι-λε-λεύ-θε-ρος επίθ. ΑΝΤ. αντιφιλελεύθερος 1. που αγαπά την ελευθερία και επιθυμεί τη διασφάλισή της: ~ος: λαός. ~η: αγωγή/κοινωνία/χώρα. ~ο: πνεύμα. ~οι: πολίτες. Πβ. ανεκτ-, πλουραλιστ-, πολυφων-ικός, ελευθερόφρων. 2. ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. που υποστηρίζει τον φιλελευθερισμό ή σχετίζεται με αυτόν: ~ος: δημοκράτης/πολιτικός. Είναι ~ στις απόψεις του. (ως ουσ.) Οι ~οι. ΣΥΝ. λιμπεραλιστής.|| ~ος: καπιταλισμός. ~η: δημοκρατία/ιδεολογία/κυβέρνηση/νομοθεσία/παράταξη/(οικονομική) πολιτική (ΑΝΤ. παρεμβατική)/στάση. ~ο: καθεστώς (ΑΝΤ. αυταρχικό)/κίνημα/κόμμα/κράτος (δικαίου)/σύνταγμα. ~ες: απόψεις/ιδέες. ~α: μέτρα. Βλ. νεο~, υπερ~. ΣΥΝ. λιμπεραλιστικός [< 1: μτγν. φιλελεύθερος 2: γαλλ. libéral] | |
| 54787 | φιλέλληνας | φι-λέλ-λη-νας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο ξένης χώρας που θαυμάζει την Ελλάδα, τον πολιτισμό και τον λαό της: (ΙΣΤ.) οι ~ες του 1821. ΑΝΤ. ανθέλληνας, μισέλληνας [< αρχ. φιλέλλην, γαλλ. philhellène, 1823, γερμ. Philhellene, αγγλ. philhellene, περ. 1825] | |
| 54788 | φιλελληνικός | , ή, ό φι-λελ-λη-νι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από φιλελληνισμό: ~ός: σύλλογος. ~ή: δραστηριότητα/πολιτική/στάση. ~ό: κλίμα/πνεύμα/ρεύμα. ~ές: απόψεις/ενέργειες/οργανώσεις/τάσεις. ~ά: αισθήματα/ποιήματα. ΑΝΤ. ανθελληνικός, μισελληνικός ● επίρρ.: φιλελληνικά [< γαλλ. philhellénique, αγγλ. philhellenic] | |
| 54789 | φιλελληνισμός | φι-λελ-λη-νι-σμός ουσ. (αρσ.): στάση συμπάθειας και αλληλεγγύης προς τους Έλληνες και την Ελλάδα· ειδικότ. κίνημα για την υλική και ηθική ενίσχυση των επαναστατημένων Ελλήνων κατά των Οθωμανών το 1821. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. ανθελληνισμός, μισελληνισμός [< γαλλ. philhellénisme, 1838, γερμ. Philhellenismus, αγγλ. philhellenism] | |
| 54790 | φίλεμα | φί-λε-μα ουσ. (ουδ.) {φιλέμ-ατα} (λαϊκό): κέρασμα: ~ του μουσαφίρη. (παλαιότ.) Τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα και έπαιρναν ~ατα. ΣΥΝ. τρατάρισμα | |
| 54791 | φιλενάδα | φι-λε-νά-δα ουσ. (θηλ.) (οικ.) 1. φίλη γυναίκας. 2. ερωμένη. ● Υποκ.: φιλεναδίτσα (η), φιλεναδούλα (η): κυρ. στη σημ. 2. [< μεσν. φίλαινα – παλαιότ. ορθογρ. φιλαινάδα] | |
| 54792 | φιλέορτος | , η/ος, ο φι-λέ-ορ-τος επίθ. (λόγ.): που συμμετέχει συχνά σε θρησκευτικές εορτές: ~ος: λαός. ~οι: χριστιανοί.|| (κατ' επέκτ.) ~η: διάθεση. [< αρχ. φιλέορτος] | |
| 54793 | φίλερ | φί-λερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: οτιδήποτε προστίθεται για να γεμίσει ή να μετρήσει ένα διάστημα, να προσθέσει βάρος ή να αυξήσει τον όγκο ή το μέγεθος: ~ βαλβίδων. Πβ. πληρωτικά υλικά.|| ~ μέτρησης διάκενου.|| (στην κοσμετολογία, για το γέμισμα των ρυτίδων) Βλ. βιοϋλικά, κολλαγόνο, μπότοξ, σιλικόνη, υαλουρονικό οξύ. [< αγγλ. filler, feeler gauge, 1925] | |
| 54794 | φιλεργατικός | , ή, ό φι-λερ-γα-τι-κός επίθ.: που υποστηρίζει, αγωνίζεται για τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των εργατών: ~ή: νομοθεσία/πολιτική. ~ό: κόμμα/προσωπείο/προφίλ. ~ές: διατάξεις/ρυθμίσεις. ~ά: αισθήματα. ΑΝΤ. αντεργατικός | |
| 54795 | φιλεργία | φι-λερ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φίλεργου: έργα/καλλιέργεια (της) ~ας. Πβ. εργατικότητα. ΣΥΝ. φιλοπονία [< αρχ. φιλεργία] | |
| 54796 | φίλεργος | , η, ο φί-λερ-γος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που αγαπά τη δουλειά, εργατικός. ΣΥΝ. φιλόπονος ΑΝΤ. οκνηρός, τεμπέλης, φυγόπονος [< μτγν. φίλεργος] | |
| 54797 | φιλέρημος | , η, ο φι-λέ-ρη-μος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που επιζητεί την απομόνωση, που αποφεύγει την ανθρώπινη συναναστροφή: ~ος: ασκητής. ΣΥΝ. μοναχικός (1) ΑΝΤ. κοινωνικός (3), κοσμικός (2) [< αρχ. φιλέρημος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ