Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [55300-55320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54798φιλέριφι-λέ-ρι ουσ. (ουδ.): ποικιλία αμπέλου που δίνει μαύρα, άσπρα ή κοκκινωπά σταφύλια· συνεκδ. το αντίστοιχο κρασί: άσπρο/γκρίζο (μοσχοφίλερο)/μαύρο ~.
54799φίλερις, ις, ι φί-λε-ρις επίθ. {φιλέριδες} (σπάν.-αρχαιοπρ.): εριστικός, φιλόνικος. Πβ. καβγατζής. [< αρχ. φίλερις]
54800φιλέςφι-λές ουσ. (αρσ.) & φιλέ (το) 1. ΑΘΛ. (σε αθλήματα που παίζονται με μπάλα ή μπαλάκι) τεντωμένο δικτυωτό πλέγμα που χρησιμοποιείται ως κάθετο διαχωριστικό των δύο αντίπαλων περιοχών: το ~ στο πινγκ πονγκ/τένις. Σερβίς στον ~έ. Η μπάλα ακούμπησε στον ~έ.|| (συνεκδ.) Οι κορυφαίοι (παίκτες) του ~έ (= βόλεϊ). 2. οτιδήποτε έχει κατασκευαστεί από δίχτυ ή μοιάζει με αυτό: ~ για πλύσιμο ευαίσθητων ρούχων. Θήκη από ~έ. Βλ. -ές.|| (ως επίθ., μόνο στον τ. φιλέ) Πλέξη ~ (= δικτυωτή). 3. (κυρ. παλαιότ.) λεπτό διχτάκι που μαζεύει και συγκρατεί τα γυναικεία μαλλιά. ● Υποκ.: φιλεδάκι (το) [< γαλλ. filet]
54801φιλέτοφι-λέ-το ουσ. (ουδ.) 1. τρυφερή φέτα κρέατος από τη ραχοκοκαλιά ή φέτα ψαριού χωρίς κόκαλα: βοδινό (βλ. μπον φιλέ, σατομπριάν)/μοσχαρίσιο/χοιρινό ~. ~ γαλοπούλας/κοτόπουλο.|| ~ γλώσσας (: ψαριού)/μπακαλιάρου/ξιφία/σολομού. Πβ. εσκαλόπ. 2. (μτφ.-προφ.) οικοδόμημα, οικόπεδο ή γενικότ. έκταση μεγάλης αξίας που βρίσκεται συνήθ. σε προνομιακή τοποθεσία: ακίνητα/περιοχές-~α. Τα ~α του ελληνικού Δημοσίου. 3. λεπτό ή μακρόστενο κομμάτι (υλικού). ● Υποκ.: φιλετάκι (το), φιλετίνι (το): στη σημ.1: (ΜΑΓΕΙΡ.) μοσχαρίσια ~ια. Βλ. σκαλοπίνια. ● ΣΥΜΠΛ.: κόντρα φιλέτο βλ. κόντρα [< 1: ιταλ. filetto, γαλλ. filet]
54802φιλετοποίησηφι-λε-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. στάδιο επεξεργασίας ψαριών ή σφαγίων, που περιλαμβάνει τον τεμαχισμό τους σε φιλέτα. Βλ. απολέπιση. 2. (αρνητ. συνυποδ.) μετατροπή δασικής έκτασης σε οικοδομήσιμη περιοχή και χωρισμός της σε οικόπεδα μεγάλης αξίας: Απορρίφθηκε η πρόταση για ~ του άλσους. Βλ. -ποίηση.
54803φιλευσπλαχνίαφι-λευ-σπλα-χνί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φιλεύσπλαχνου: Δείχνω ~ σε αναξιοπαθούντες. Πβ. ελεημοσύνη, έλεος, ευσπλαχνία, καλοσύνη, οίκτος, συμπόνια, φιλανθρωπία. ΑΝΤ. ασπλαχνία [< μεσν. φιλευσπλαγχνία]
54804φιλεύσπλαχνος, η, ο φι-λεύ-σπλα-χνος επίθ. (λόγ.): που συμπονά και βοηθά τον συνάνθρωπό του ή τον άνθρωπο: ~ος: χριστιανός. ~η: καρδιά. Πβ. καλόψυχος, (συμ)πονετικός.|| Ο ~ Θεός. Πβ. ελεήμων, οικτίρμων, πολυεύσπλαχνος, φιλάνθρωπος. ΣΥΝ. ευσπλαχνικός, σπλαχνικός (1) ΑΝΤ. άσπλαχνος ● επίρρ.: φιλεύσπλαχνα [< μτγν. φιλεύσπλαγχνος]
54805φιλεύωφι-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {φίλε-ψα, φιλέ-ψω, (σπάν.) -μένος} (λαϊκό): προσφέρω σε επισκέπτη ποτό ή φαγώσιμο, συνήθ. γλυκό, ως κέρασμα: Μας ~ψε (με) γλυκό του κουταλιού/λικέρ. Τι να σας ~ψω; ΣΥΝ. βγάζω (19), κερνώ (1), τρατάρω [< μεσν. φιλεύω]
54806φίληφί-λη ουσ. (θηλ.) 1. πρόσωπο θηλυκού φύλου που συνδέεται φιλικά με κάποιον: αγαπημένη/αληθινή/καρδιακή/παιδική/πιστή/πραγματική ~. (ειρων.) Άσπονδες ~ες. ~ κι αδελφή (= πολύ στενή ~). ~ες απ' το σχολείο. Να σου συστήσω την καλύτερή μου/μια παλιά μου ~. Την ξέγραψα από ~ (μου). Έχω κανονίσει με μια ~ μου γι' απόψε. (Είναι) καλές/χρόνια ~ες. Θες να γίνουμε ~ες; Πβ. φιλενάδα. 2. ερωτική σύντροφος: Μας γνώρισε την καινούργια του ~. Πβ. αμόρε, γκόμενα, κοπέλα, κορίτσι, φιλενάδα. 3. ως οικεία προσφώνηση: ~ες και φίλοι ... Αγαπητές (μου) ~ες... (ως επίθ.) ~ες: αναγνώστριες. Πβ. φίλτατος. 4. (ως επίθ., λόγ.) φιλικός: ~ χώρα. ● βλ. φίλος [< αρχ. φίλη]
54807φιληδονίαφι-λη-δο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υπερβολική επιδίωξη των σαρκικών απολαύσεων: ροπή προς τη ~. Πβ. ηδονισμός, ηδονοθηρία, ηδυπάθεια. Βλ. συβαριτισμός. ΣΥΝ. λαγνεία (1), τρυφή (2) [< μτγν. φιληδονία]
54808φιλήδονος, η, ο φι-λή-δο-νος επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. λάγνος 1. που επιδιώκει τις σαρκικές απολαύσεις, ηδυπαθής: ~ος: άνθρωπος. ~ και φυγόπονος. Πβ. ηδονοθήρας.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ζωή. Πβ. έκλυτος, ηδονικός. ΑΝΤ. ασκητικός (1), εγκρατής (1) 2. που εκφράζει ηδονή: ~ο: βλέμμα. Πβ. αισθησιακός. ● επίρρ.: φιλήδονα [< μτγν. φιλήδονος]
54809φίλημαφί-λη-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φιλώ: αδελφικό ~. Εγκάρδιος χαιρετισμός, με ~. Χείλη για ~. Πβ. χειρο~. ΣΥΝ. φιλί [< αρχ. φίλημα]
54810φιλήσυχος, η, ο φι-λή-συ-χος επίθ. 1. (για πρόσ.) που αγαπά την ησυχία και αποφεύγει τη φασαρία και τις εντάσεις: ~ος: λαός/οικογενειάρχης. ~η: γειτονιά/ζωή/κοινότητα/πόλη. ~ο: περιβάλλον. ~οι: φίλαθλοι. ΣΥΝ. ήπιος (1), ήρεμος (2) 2. (ειδικότ.) που πειθαρχεί στους νόμους της Πολιτείας: ~ος: πολίτης. ΣΥΝ. νομοταγής ΑΝΤ. ταραξίας, ταραχοποιός ● επίρρ.: φιλήσυχα [< μτγν. φιλήσυχος]
54812φιλίαφι-λί-α ουσ. (θηλ.): σχέση μεταξύ δύο ατόμων που βασίζεται κυρ. στην αμοιβαία αγάπη, αφοσίωση, εκτίμηση, εμπιστοσύνη, κατανόηση και τον αλληλοσεβασμό· κατ' επέκτ. σχέση αμοιβαίας βοήθειας, ειρηνικής συνύπαρξης, υποστήριξης κυρ. μεταξύ λαών, χωρών, οργανισμών: αγνή/αδελφική/αδιατάρακτη/αληθινή/ανδρική/ανιδιοτελής/βαθιά/γυναικεία/δυνατή/ειλικρινής/μακροχρόνια/παλιά/σταθερή/στενή/στέρεη/τρυφερή ~. Καλοκαιρινές/παιδικές ~ες. Αισθήματα ~ας. Η αξία της ~ας. Δημιουργώ/κάνω εύκολα/δύσκολα ~ες. (προφ.) Πιάνω ~ες (: γίνομαι φίλος με κάποιον). Επενδύω σε μια ~. Μας ενώνει/συνδέει μεγάλη ~. Η ~ για μένα είναι ιερή/δεν αγοράζεται. Η ~ τους αντέχει χρόνια/έχει δοκιμαστεί/περνάει κρίση. (Δεν) πιστεύει στη ~ μεταξύ ανδρών και γυναικών. Έχουμε μια ~ τριάντα ετών και πλέον. Η γνωριμία μας εξελίχθηκε σε μια πολύ καλή ~. Έχει διατηρήσει αρκετές ~ες από το σχολείο. Έχω κάνει καλές/νέες ~ες (: καλούς/καινούργιους φίλους) μέσω του ίντερνετ. Αίτημα ~ας. Βλ. βιβλιο~, λυκο~.|| Αισθάνομαι ~ για κάποιον. Κερδίζω τη ~ κάποιου.|| Αγγλοαμερικανική/ελληνογαλλική ~. Μήνυμα/σύμφωνο ~ας. Κλίμα ~ας και συνεργασίας. Ισχυροί δεσμοί ~ας μεταξύ δύο λαών. Πολιτική ειρήνης και ~ας με τις γείτονες χώρες. ΑΝΤ. έχθρα, εχθρότητα ● ΣΥΜΠΛ.: επίθεση φιλίας βλ. επίθεση [< αρχ. φιλία]
54814φιλιγκράνφι-λι-γκράν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φιλιγκράνα (η) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. περίτεχνη και λεπτοδουλεμένη κατασκευή ή διακόσμηση από χρυσές, ασημένιες ή γυάλινες ίνες ή σύρμα και συνεκδ. η αντίστοιχη μέθοδος: χειροποίητος σταυρός ~. 2. (κατ' επέκτ.) λεπτοδουλεμένο κέντημα ή έργο τέχνης που θυμίζει δαντέλα. 3. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. υδατογράφημα: χαρτί ~. ΣΥΝ. υδατόσημο [< γαλλ. filigrane]
54815φιλιέραφι-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για την κοπή σπειρώματος σε μεταλλικές ράβδους ή σε σωλήνες, βιδολόγος: πλευρικές ~ες. Κολαούζα και ~ες χειρός και μηχανής. Πβ. σπειροτόμος. Βλ. -ιέρα. [< ιταλ. filiera, γαλλ. filière]
54816φιλικός, ή, ό φι-λι-κός επίθ. 1. που δείχνει, εκφράζει φιλία ή αναφέρεται σε φίλους: ~ή: ατμόσφαιρα/διάθεση/συμβουλή/συμπεριφορά/χειρονομία. ~ό: ενδιαφέρον/ύφος/χαμόγελο. ~οί: τρόποι. ~ές: προθέσεις. ~ά: αισθήματα. Επιστολή ~ού περιεχομένου. Σε ~ό κλίμα η συνάντηση των δύο πρωθυπουργών. Έχει ~ή στάση απέναντι σε ... (ως αποχαιρετισμός, συνήθ. σε γράμμα) Με ~ούς χαιρετισμούς ... Πβ. θερμός, οικείος. ΑΝΤ. τυπικός. Βλ. βιβλιο~.|| (χωρίς έντονες διαφωνίες, με πνεύμα συνεργασίας:) ~ή: επίλυση διαφορών. ~ό: διαζύγιο.|| ~ή: επίσκεψη/κουβέντα/συζήτηση/συντροφιά. ~ό: γεύμα/σπίτι. ~ές: σχέσεις. Το ~ό και συγγενικό περιβάλλον. Συνδέονται με οικογενειακούς και ~ούς δεσμούς.|| ~ός: λαός (= φίλος). ~ή: χώρα (= φίλη). ~ό: κράτος. ~ές: δυνάμεις. Πβ. συμμαχικός, σύμμαχος, φίλιος. ΑΝΤ. εχθρικός. 2. εγκάρδιος, ευγενικός· ευχάριστος: (για πρόσ.) ~ός: γείτονας. Είναι πάντα πρόθυμος και ~. Οι κάτοικοι του χωριού είναι πολύ ~οί με τους ξένους/μαζί τους. Πβ. πρόσχαρος. ΑΝΤ. εχθρικός, ψυχρός.|| ~ός: χώρος (: όπου νιώθει κανείς άνετα, πβ. οικείος). 3. ΑΘΛ. που δεν διεξάγεται στο πλαίσιο κάποιας επίσημης διοργάνωσης (π.χ. πρωταθλήματος, κυπέλλου), που δεν γίνεται για την απόκτηση βαθμών: ~ός: αγώνας (ποδοσφαίρου). ~ή: αναμέτρηση/ήττα/ισοπαλία/νίκη. ~ό: ματς/τουρνουά. Πβ. ανεπίσημος.|| (ως ουσ.) Ισόπαλο 1-1 έληξε το πρώτο ~ό (ενν. παιχνίδι) της σεζόν. Τα εισιτήρια του αυριανού ~ού έχουν εξαντληθεί. 4. που είναι εύκολος στη χρήση ή που δεν προκαλεί ζημιά, δεν βλάπτει: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: εργαλείο/μενού/περιβάλλον (εργασίας). ~ές: λύσεις/υπηρεσίες. Ανάπτυξη λογισμικού ~ού προς τον/στον χρήστη. Έκδοση ~ή για τον αναγνώστη. Πβ. εύχρηστος, λειτουργικός, προσιτός.|| ~ή: τεχνολογία. Απορρυπαντικά/αυτοκίνητα/υλικά ~ά προς το/στο περιβάλλον (= φιλοπεριβαλλοντικά, βλ. ανακυκλώσιμος, βιοδιασπώμενος). Πβ. οικολογικός, πράσινος. ● Ουσ.: Φιλικός (ο): ΙΣΤ. καθένα από τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας: ο όρκος/το στρατηγείο των ~ών. Ελαιογραφία με σκηνή ορκωμοσίας ~ού. ● επίρρ.: φιλικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: με φιλικό τρόπο: Χώρισαν ~. Με υποδέχτηκαν ~ (πβ. με ανοιχτές αγκάλες). Διάκειμαι ~ώς προς κάποιον.|| (Ως αποχαιρετισμός σε γράμμα, ιμέιλ κ.λπ.:) ~, ... (ακολουθεί όνομα). ● ΣΥΜΠΛ.: Φιλική Εταιρεία βλ. εταιρεία & εταιρία, φιλική τιμή βλ. τιμή, φιλικός διακανονισμός/φιλική δήλωση (τροχαίου ατυχήματος) βλ. διακανονισμός ● ΦΡ.: φιλικά/φίλα διακείμενος/προσκείμενος βλ. φίλα, φιλική συμμετοχή βλ. συμμετοχή [< 1,2: αρχ. φιλικός 3: αγγλ. friendly 4: αγγλ. ~, 1979]
54817φιλικότηταφι-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φιλικού: η ~ των υπαλλήλων του ξενοδοχείου. Πβ. εγκαρδιότητα, ευγένεια, φιλοφροσύνη. ΑΝΤ. εχθρ(ικ)ότητα.|| ~ (του προγράμματος) προς τον χρήστη (βλ. ευχρηστία). ~ (της συσκευής) προς το περιβάλλον (πβ. σεβασμός). Βλ. -ότητα. [< γαλλ. convivialité· πβ. αγγλ. friendliness, 1982]
54818φίλιος, α, ο φί-λι-ος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που έχει φιλική διάθεση ή συμπεριφορά, ακίνδυνος: ~ο: έδαφος. ~ες: δυνάμεις. Πβ. συμμαχικός. ● ΣΥΜΠΛ.: φίλια πυρά 1. (μτφ.) λεκτική επίθεση, σκληρή κριτική από φιλικό πρόσωπο ή από άτομο του ίδιου χώρου: Βουλευτές της κυβέρνησης εκτόξευσαν ~ ~ κατά του Υπουργού. 2. βολές, πυροβολισμοί από συμμαχικές δυνάμεις: στρατιώτες νεκροί από ~ ~. [< αρχ. φίλιος]
54819φιλιππικόςφι-λιπ-πι-κός ουσ. (αρσ.): μακροσκελής παθιασμένος λόγος εναντίον κάποιου, σφοδρό κατηγορητήριο: Εκφώνησε/εξαπέλυσε άγριο/εμπαθή/πικρό/τηλεοπτικό/φλογερό ~ό κατά της διαφθοράς. Πβ. κατηγορώ (το). [< μτγν. Φιλιππικός, γαλλ. philippique, αγγλ. philippic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.