| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54809 | φίλημα | φί-λη-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φιλώ: αδελφικό ~. Εγκάρδιος χαιρετισμός, με ~. Χείλη για ~. Πβ. χειρο~. ΣΥΝ. φιλί [< αρχ. φίλημα] | |
| 54810 | φιλήσυχος | , η, ο φι-λή-συ-χος επίθ. 1. (για πρόσ.) που αγαπά την ησυχία και αποφεύγει τη φασαρία και τις εντάσεις: ~ος: λαός/οικογενειάρχης. ~η: γειτονιά/ζωή/κοινότητα/πόλη. ~ο: περιβάλλον. ~οι: φίλαθλοι. ΣΥΝ. ήπιος (1), ήρεμος (2) 2. (ειδικότ.) που πειθαρχεί στους νόμους της Πολιτείας: ~ος: πολίτης. ΣΥΝ. νομοταγής ΑΝΤ. ταραξίας, ταραχοποιός ● επίρρ.: φιλήσυχα [< μτγν. φιλήσυχος] | |
| 54812 | φιλία | φι-λί-α ουσ. (θηλ.): σχέση μεταξύ δύο ατόμων που βασίζεται κυρ. στην αμοιβαία αγάπη, αφοσίωση, εκτίμηση, εμπιστοσύνη, κατανόηση και τον αλληλοσεβασμό· κατ' επέκτ. σχέση αμοιβαίας βοήθειας, ειρηνικής συνύπαρξης, υποστήριξης κυρ. μεταξύ λαών, χωρών, οργανισμών: αγνή/αδελφική/αδιατάρακτη/αληθινή/ανδρική/ανιδιοτελής/βαθιά/γυναικεία/δυνατή/ειλικρινής/μακροχρόνια/παλιά/σταθερή/στενή/στέρεη/τρυφερή ~. Καλοκαιρινές/παιδικές ~ες. Αισθήματα ~ας. Η αξία της ~ας. Δημιουργώ/κάνω εύκολα/δύσκολα ~ες. (προφ.) Πιάνω ~ες (: γίνομαι φίλος με κάποιον). Επενδύω σε μια ~. Μας ενώνει/συνδέει μεγάλη ~. Η ~ για μένα είναι ιερή/δεν αγοράζεται. Η ~ τους αντέχει χρόνια/έχει δοκιμαστεί/περνάει κρίση. (Δεν) πιστεύει στη ~ μεταξύ ανδρών και γυναικών. Έχουμε μια ~ τριάντα ετών και πλέον. Η γνωριμία μας εξελίχθηκε σε μια πολύ καλή ~. Έχει διατηρήσει αρκετές ~ες από το σχολείο. Έχω κάνει καλές/νέες ~ες (: καλούς/καινούργιους φίλους) μέσω του ίντερνετ. Αίτημα ~ας. Βλ. βιβλιο~, λυκο~.|| Αισθάνομαι ~ για κάποιον. Κερδίζω τη ~ κάποιου.|| Αγγλοαμερικανική/ελληνογαλλική ~. Μήνυμα/σύμφωνο ~ας. Κλίμα ~ας και συνεργασίας. Ισχυροί δεσμοί ~ας μεταξύ δύο λαών. Πολιτική ειρήνης και ~ας με τις γείτονες χώρες. ΑΝΤ. έχθρα, εχθρότητα ● ΣΥΜΠΛ.: επίθεση φιλίας βλ. επίθεση [< αρχ. φιλία] | |
| 54814 | φιλιγκράν | φι-λι-γκράν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φιλιγκράνα (η) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. περίτεχνη και λεπτοδουλεμένη κατασκευή ή διακόσμηση από χρυσές, ασημένιες ή γυάλινες ίνες ή σύρμα και συνεκδ. η αντίστοιχη μέθοδος: χειροποίητος σταυρός ~. 2. (κατ' επέκτ.) λεπτοδουλεμένο κέντημα ή έργο τέχνης που θυμίζει δαντέλα. 3. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. υδατογράφημα: χαρτί ~. ΣΥΝ. υδατόσημο [< γαλλ. filigrane] | |
| 54815 | φιλιέρα | φι-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για την κοπή σπειρώματος σε μεταλλικές ράβδους ή σε σωλήνες, βιδολόγος: πλευρικές ~ες. Κολαούζα και ~ες χειρός και μηχανής. Πβ. σπειροτόμος. Βλ. -ιέρα. [< ιταλ. filiera, γαλλ. filière] | |
| 54816 | φιλικός | , ή, ό φι-λι-κός επίθ. 1. που δείχνει, εκφράζει φιλία ή αναφέρεται σε φίλους: ~ή: ατμόσφαιρα/διάθεση/συμβουλή/συμπεριφορά/χειρονομία. ~ό: ενδιαφέρον/ύφος/χαμόγελο. ~οί: τρόποι. ~ές: προθέσεις. ~ά: αισθήματα. Επιστολή ~ού περιεχομένου. Σε ~ό κλίμα η συνάντηση των δύο πρωθυπουργών. Έχει ~ή στάση απέναντι σε ... (ως αποχαιρετισμός, συνήθ. σε γράμμα) Με ~ούς χαιρετισμούς ... Πβ. θερμός, οικείος. ΑΝΤ. τυπικός. Βλ. βιβλιο~.|| (χωρίς έντονες διαφωνίες, με πνεύμα συνεργασίας:) ~ή: επίλυση διαφορών. ~ό: διαζύγιο.|| ~ή: επίσκεψη/κουβέντα/συζήτηση/συντροφιά. ~ό: γεύμα/σπίτι. ~ές: σχέσεις. Το ~ό και συγγενικό περιβάλλον. Συνδέονται με οικογενειακούς και ~ούς δεσμούς.|| ~ός: λαός (= φίλος). ~ή: χώρα (= φίλη). ~ό: κράτος. ~ές: δυνάμεις. Πβ. συμμαχικός, σύμμαχος, φίλιος. ΑΝΤ. εχθρικός. 2. εγκάρδιος, ευγενικός· ευχάριστος: (για πρόσ.) ~ός: γείτονας. Είναι πάντα πρόθυμος και ~. Οι κάτοικοι του χωριού είναι πολύ ~οί με τους ξένους/μαζί τους. Πβ. πρόσχαρος. ΑΝΤ. εχθρικός, ψυχρός.|| ~ός: χώρος (: όπου νιώθει κανείς άνετα, πβ. οικείος). 3. ΑΘΛ. που δεν διεξάγεται στο πλαίσιο κάποιας επίσημης διοργάνωσης (π.χ. πρωταθλήματος, κυπέλλου), που δεν γίνεται για την απόκτηση βαθμών: ~ός: αγώνας (ποδοσφαίρου). ~ή: αναμέτρηση/ήττα/ισοπαλία/νίκη. ~ό: ματς/τουρνουά. Πβ. ανεπίσημος.|| (ως ουσ.) Ισόπαλο 1-1 έληξε το πρώτο ~ό (ενν. παιχνίδι) της σεζόν. Τα εισιτήρια του αυριανού ~ού έχουν εξαντληθεί. 4. που είναι εύκολος στη χρήση ή που δεν προκαλεί ζημιά, δεν βλάπτει: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: εργαλείο/μενού/περιβάλλον (εργασίας). ~ές: λύσεις/υπηρεσίες. Ανάπτυξη λογισμικού ~ού προς τον/στον χρήστη. Έκδοση ~ή για τον αναγνώστη. Πβ. εύχρηστος, λειτουργικός, προσιτός.|| ~ή: τεχνολογία. Απορρυπαντικά/αυτοκίνητα/υλικά ~ά προς το/στο περιβάλλον (= φιλοπεριβαλλοντικά, βλ. ανακυκλώσιμος, βιοδιασπώμενος). Πβ. οικολογικός, πράσινος. ● Ουσ.: Φιλικός (ο): ΙΣΤ. καθένα από τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας: ο όρκος/το στρατηγείο των ~ών. Ελαιογραφία με σκηνή ορκωμοσίας ~ού. ● επίρρ.: φιλικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: με φιλικό τρόπο: Χώρισαν ~. Με υποδέχτηκαν ~ (πβ. με ανοιχτές αγκάλες). Διάκειμαι ~ώς προς κάποιον.|| (Ως αποχαιρετισμός σε γράμμα, ιμέιλ κ.λπ.:) ~, ... (ακολουθεί όνομα). ● ΣΥΜΠΛ.: Φιλική Εταιρεία βλ. εταιρεία & εταιρία, φιλική τιμή βλ. τιμή, φιλικός διακανονισμός/φιλική δήλωση (τροχαίου ατυχήματος) βλ. διακανονισμός ● ΦΡ.: φιλικά/φίλα διακείμενος/προσκείμενος βλ. φίλα, φιλική συμμετοχή βλ. συμμετοχή [< 1,2: αρχ. φιλικός 3: αγγλ. friendly 4: αγγλ. ~, 1979] | |
| 54817 | φιλικότητα | φι-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φιλικού: η ~ των υπαλλήλων του ξενοδοχείου. Πβ. εγκαρδιότητα, ευγένεια, φιλοφροσύνη. ΑΝΤ. εχθρ(ικ)ότητα.|| ~ (του προγράμματος) προς τον χρήστη (βλ. ευχρηστία). ~ (της συσκευής) προς το περιβάλλον (πβ. σεβασμός). Βλ. -ότητα. [< γαλλ. convivialité· πβ. αγγλ. friendliness, 1982] | |
| 54818 | φίλιος | , α, ο φί-λι-ος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που έχει φιλική διάθεση ή συμπεριφορά, ακίνδυνος: ~ο: έδαφος. ~ες: δυνάμεις. Πβ. συμμαχικός. ● ΣΥΜΠΛ.: φίλια πυρά 1. (μτφ.) λεκτική επίθεση, σκληρή κριτική από φιλικό πρόσωπο ή από άτομο του ίδιου χώρου: Βουλευτές της κυβέρνησης εκτόξευσαν ~ ~ κατά του Υπουργού. 2. βολές, πυροβολισμοί από συμμαχικές δυνάμεις: στρατιώτες νεκροί από ~ ~. [< αρχ. φίλιος] | |
| 54819 | φιλιππικός | φι-λιπ-πι-κός ουσ. (αρσ.): μακροσκελής παθιασμένος λόγος εναντίον κάποιου, σφοδρό κατηγορητήριο: Εκφώνησε/εξαπέλυσε άγριο/εμπαθή/πικρό/τηλεοπτικό/φλογερό ~ό κατά της διαφθοράς. Πβ. κατηγορώ (το). [< μτγν. Φιλιππικός, γαλλ. philippique, αγγλ. philippic] | |
| 54820 | φιλιππινέζικος | , η, ο φι-λιπ-πι-νέ-ζι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τις Φιλιππίνες ή/και τους Φιλιππινέζους. | |
| 54821 | Φιλιππινέζος, Φιλιππινέζα | Φι-λιπ-πι-νέ-ζος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στις Φιλιππίνες ή κατάγεται από αυτές ή έχει αποκτήσει τη φιλιππινέζικη υπηκοότητα. | |
| 54822 | φίλιππος | , η, ο φί-λιπ-πος επίθ./ουσ. (σπάν.-λόγ.): (για πρόσ.) που αγαπά τα άλογα, την ιππασία ή τους ιππικούς αγώνες: το ~ο κοινό. [< αρχ. φίλιππος] | |
| 54823 | Φίλιππος | Φί-λιπ-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) Φιλίππου}: κυρ. στη ● ΦΡ.: βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ: για ανθρώπους που κάνουν παρέα και ταιριάζουν ή μοιάζουν πολύ στον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά. ΣΥΝ. βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του), κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι [< αρχ. Φίλιππος] | |
| 54824 | φιλισταϊσμός | φι-λι-στα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): υποκριτικός συντηρητισμός, αλαζονική και εγωιστική συμπεριφορά. [< γερμ. Philisterei, γαλλ. philistinisme] | |
| 54825 | φιλιστρίνι | βλ. φινιστρίνι | |
| 54826 | φιλίστωρ | φι-λί-στωρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {φιλίστ-ορος | -ορες} (αρχαιοπρ.): πρόσωπο που αγαπά την ιστορία και ασχολείται με αυτή· γενικότ. φιλομαθής: (ως επίθ.) ~ορες: αναγνώστες. ΑΝΤ. ανιστόρητος (1) [< μτγν. φιλίστωρ] | |
| 54827 | φίλιωμα | φί-λιω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φιλιώνω. ΣΥΝ. μόνοιασμα, συμφιλίωση (1) ΑΝΤ. τσάκωμα (2) | |
| 54828 | φιλιώνω | φι-λιώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φίλιω-σα, -θηκα, -μένος} (λαϊκό) ΣΥΝ. μονοιάζω 1. συμβάλλω στη συμφιλίωση ατόμων: ~σε τους αντιπάλους. ΣΥΝ. αδελφώνω (1) 2. γίνομαι φίλος με κάποιον, συνήθ. ύστερα από τσακωμό, διαμάχη: Έδωσαν τα χέρια και ~σαν. Tη μια μαλώνουν, την άλλη ~ουν. Πβ. ομονοώ. ΣΥΝ. συμφιλιώνομαι.|| (μτφ.) ~μένος με τον χρόνο. Πβ. συμβιβάζομαι. ΣΥΝ. τα βρίσκω με κάποιον (1) ΑΝΤ. τσακώνομαι [< μτγν. φιλιῶ ‘κάνω κάποιον φίλο’] | |
| 54829 | φιλμ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ΦΩΤΟΓΡ. φωτοευαίσθητη ταινία από ζελατίνα πάνω στην οποία αποτυπώνονται κυρ. λήψεις φωτογραφικής ή κινηματογραφικής μηχανής: αρνητικά/ασπρόμαυρα/έγχρωμα/λιθογραφικά/υπέρυθρα ~. Εμφάνιση/επεξεργασία ~ στο εργαστήριο/στον σκοτεινό θάλαμο. Το ~ κάηκε (= καταστράφηκε). Βλ. μικροφίλμ.|| (ΙΑΤΡ.) Ακτινολογικό ~. ~ ακτίνων Χ. 2. ταινία του κινηματογράφου ή της τηλεόρασης: αισθηματικό (= σινερομάντζο)/διαφημιστικό/ερασιτεχνικό ~. ~ μικρού μήκους. Βλέπω/τραβάω ένα ~. 3. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. συνθετική μεμβράνη συνήθ. από πολυπροπυλένιο ή πολυεστερικό υλικό: γυαλιστερό/διαφανές ~ πλαστικοποίησης (εκτύπωσης). Πβ. υμένιο. 4. πολύ λεπτή στρώση ρευστού υλικού: ~ κόλλας/λαδιού/νερού. ● ΣΥΜΠΛ.: φιλμ νουάρ βλ. νουάρ [< αγγλ.-γαλλ. film] | |
| 54830 | φιλμάκι | φιλ-μά-κι ουσ. (ουδ.) 1. σύντομης διάρκειας κινηματογραφική ή τηλεοπτική ταινία: διαφημιστικό/προεκλογικό/τουριστικό ~ (πβ. σποτ). Προπαγανδιστικά/χιουμοριστικά ~ια. ~ια κινουμένων σχεδίων. ~-ντοκουμέντο. Ασπρόμαυρα ~ια μικρού μήκους. Προβλήθηκε ειδικό ~ για ... Γύρισε ένα ~. Βλ. βιντεάκι, τρέιλερ. 2. (υποκ.) μικρό φιλμ (κυρ. στις σημ. 1 κ. 3). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ