Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [55320-55340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54820φιλιππινέζικος, η, ο φι-λιπ-πι-νέ-ζι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τις Φιλιππίνες ή/και τους Φιλιππινέζους.
54821Φιλιππινέζος, ΦιλιππινέζαΦι-λιπ-πι-νέ-ζος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στις Φιλιππίνες ή κατάγεται από αυτές ή έχει αποκτήσει τη φιλιππινέζικη υπηκοότητα.
54822φίλιππος, η, ο φί-λιπ-πος επίθ./ουσ. (σπάν.-λόγ.): (για πρόσ.) που αγαπά τα άλογα, την ιππασία ή τους ιππικούς αγώνες: το ~ο κοινό. [< αρχ. φίλιππος]
54823ΦίλιπποςΦί-λιπ-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) Φιλίππου}: κυρ. στη ● ΦΡ.: βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ: για ανθρώπους που κάνουν παρέα και ταιριάζουν ή μοιάζουν πολύ στον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά. ΣΥΝ. βρήκε/είδε ο γύφτος τη γενιά του (κι αναγάλλιασε η καρδιά του), κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι [< αρχ. Φίλιππος]
54824φιλισταϊσμόςφι-λι-στα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): υποκριτικός συντηρητισμός, αλαζονική και εγωιστική συμπεριφορά. [< γερμ. Philisterei, γαλλ. philistinisme]
54825φιλιστρίνιβλ. φινιστρίνι
54826φιλίστωρ

φι-λί-στωρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {φιλίστ-ορος | -ορες} (αρχαιοπρ.): πρόσωπο που αγαπά την ιστορία και ασχολείται με αυτή· γενικότ. φιλομαθής: (ως επίθ.) ~ορες: αναγνώστες. ΑΝΤ. ανιστόρητος (1) [< μτγν. φιλίστωρ]

54827φίλιωμαφί-λιω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φιλιώνω. ΣΥΝ. μόνοιασμα, συμφιλίωση (1) ΑΝΤ. τσάκωμα (2)
54828φιλιώνωφι-λιώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φίλιω-σα, -θηκα, -μένος} (λαϊκό) ΣΥΝ. μονοιάζω 1. συμβάλλω στη συμφιλίωση ατόμων: ~σε τους αντιπάλους. ΣΥΝ. αδελφώνω (1) 2. γίνομαι φίλος με κάποιον, συνήθ. ύστερα από τσακωμό, διαμάχη: Έδωσαν τα χέρια και ~σαν. Tη μια μαλώνουν, την άλλη ~ουν. Πβ. ομονοώ. ΣΥΝ. συμφιλιώνομαι.|| (μτφ.) ~μένος με τον χρόνο. Πβ. συμβιβάζομαι. ΣΥΝ. τα βρίσκω με κάποιον (1) ΑΝΤ. τσακώνομαι [< μτγν. φιλιῶ ‘κάνω κάποιον φίλο’]
54829φιλμουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ΦΩΤΟΓΡ. φωτοευαίσθητη ταινία από ζελατίνα πάνω στην οποία αποτυπώνονται κυρ. λήψεις φωτογραφικής ή κινηματογραφικής μηχανής: αρνητικά/ασπρόμαυρα/έγχρωμα/λιθογραφικά/υπέρυθρα ~. Εμφάνιση/επεξεργασία ~ στο εργαστήριο/στον σκοτεινό θάλαμο. Το ~ κάηκε (= καταστράφηκε). Βλ. μικροφίλμ.|| (ΙΑΤΡ.) Ακτινολογικό ~. ~ ακτίνων Χ. 2. ταινία του κινηματογράφου ή της τηλεόρασης: αισθηματικό (= σινερομάντζο)/διαφημιστικό/ερασιτεχνικό ~. ~ μικρού μήκους. Βλέπω/τραβάω ένα ~. 3. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. συνθετική μεμβράνη συνήθ. από πολυπροπυλένιο ή πολυεστερικό υλικό: γυαλιστερό/διαφανές ~ πλαστικοποίησης (εκτύπωσης). Πβ. υμένιο. 4. πολύ λεπτή στρώση ρευστού υλικού: ~ κόλλας/λαδιού/νερού. ● ΣΥΜΠΛ.: φιλμ νουάρ βλ. νουάρ [< αγγλ.-γαλλ. film]
54830φιλμάκιφιλ-μά-κι ουσ. (ουδ.) 1. σύντομης διάρκειας κινηματογραφική ή τηλεοπτική ταινία: διαφημιστικό/προεκλογικό/τουριστικό ~ (πβ. σποτ). Προπαγανδιστικά/χιουμοριστικά ~ια. ~ια κινουμένων σχεδίων. ~-ντοκουμέντο. Ασπρόμαυρα ~ια μικρού μήκους. Προβλήθηκε ειδικό ~ για ... Γύρισε ένα ~. Βλ. βιντεάκι, τρέιλερ. 2. (υποκ.) μικρό φιλμ (κυρ. στις σημ. 1 κ. 3).
54831φιλμάρισμαφιλ-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φιλμάρω: ασπρόμαυρο ~. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. γύρισμα (2), κινηματογράφηση [< γαλλ. filmage, 1912]
54832φιλμάρωφιλ-μά-ρω ρ. (μτβ.) {φιλμάρι-σα, -σμένος} (προφ.): κινηματογραφώ: ~σμένα: ντοκουμέντα. Βλ. βιντεοσκοπώ. ΣΥΝ. γυρίζω (7) [< γαλλ. filmer, 1908]
54833φιλμικός, ή, ό φιλ-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με κινηματογραφική ή τηλεοπτική ταινία: ~ός: ήρωας. ~ή: γλώσσα/εταιρεία. ~ές: εικόνες. [< γαλλ. filmique, 1936]
54834φιλμογράφησηφιλ-μο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΚΙΝΗΜ. αποτύπωση σκηνών σε κινηματογραφικό φιλμ, γύρισμα ταινίας. Βλ. -γράφηση.
54835φιλμογραφίαφιλ-μο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΙΝΗΜ. το σύνολο κυρ. των κινηματογραφικών ταινιών προσώπου, χώρας ή περιόδου: ~ ηθοποιού/σκηνοθέτη.|| Ευρωπαϊκή/μεταπολεμική ~. ~ του ελληνικού κινηματογράφου. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. filmographie, 1947, αγγλ. filmography, 1941]
54836φιλμογραφικός, ή, ό φιλ-μο-γρα-φι-κός επίθ.: ΚΙΝΗΜ. που αναφέρεται στη φιλμογραφία και γενικότ. στον κινηματογράφο: ~ό: υλικό. ΣΥΝ. κινηματογραφικός
54837φιλντισένιος, ια, ιο φιλ-ντι-σέ-νιος επίθ. 1. φτιαγμένος από φίλντισι: ~ια: κουμπιά. Πβ. ελεφάντινος, σεντεφένιος. 2. (μτφ.) υπόλευκος και στιλπνός: ~ιο: δέρμα. ~ια: δόντια. Βλ. -ένιος.
54838φίλντισιφίλ-ντι-σι ουσ. (ουδ.) 1. ελεφαντόδοντο: κομψοτεχνήματα από ~. ΣΥΝ. ελεφαντοστό 2. μάργαρο. ΣΥΝ. σεντέφι [< τουρκ. fildişi]
54839φιλο- & φιλό- & φιλ- & φίλ-α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων με αναφορά σε 1. ενδιαφέρον, αγάπη για ό,τι εκφράζει το β' συνθετικό: φιλ-ανθρωπία. Φιλο-ζωία.|| Φίλ-αυτος. 2. ευνοϊκή διάθεση απέναντι σε αυτό που δηλώνει το β' συνθετικό: φιλο-λαϊκός. Φιλο-ατλαντικός/~δυτικός/~ευρωπαϊκός. ΑΝΤ. αντι-. 3. συγκεκριμένη τάση: φιλ-άσθενος. Φιλ-υποψία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.