| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54831 | φιλμάρισμα | φιλ-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φιλμάρω: ασπρόμαυρο ~. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. γύρισμα (2), κινηματογράφηση [< γαλλ. filmage, 1912] | |
| 54832 | φιλμάρω | φιλ-μά-ρω ρ. (μτβ.) {φιλμάρι-σα, -σμένος} (προφ.): κινηματογραφώ: ~σμένα: ντοκουμέντα. Βλ. βιντεοσκοπώ. ΣΥΝ. γυρίζω (7) [< γαλλ. filmer, 1908] | |
| 54833 | φιλμικός | , ή, ό φιλ-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με κινηματογραφική ή τηλεοπτική ταινία: ~ός: ήρωας. ~ή: γλώσσα/εταιρεία. ~ές: εικόνες. [< γαλλ. filmique, 1936] | |
| 54834 | φιλμογράφηση | φιλ-μο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΚΙΝΗΜ. αποτύπωση σκηνών σε κινηματογραφικό φιλμ, γύρισμα ταινίας. Βλ. -γράφηση. | |
| 54835 | φιλμογραφία | φιλ-μο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΙΝΗΜ. το σύνολο κυρ. των κινηματογραφικών ταινιών προσώπου, χώρας ή περιόδου: ~ ηθοποιού/σκηνοθέτη.|| Ευρωπαϊκή/μεταπολεμική ~. ~ του ελληνικού κινηματογράφου. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. filmographie, 1947, αγγλ. filmography, 1941] | |
| 54836 | φιλμογραφικός | , ή, ό φιλ-μο-γρα-φι-κός επίθ.: ΚΙΝΗΜ. που αναφέρεται στη φιλμογραφία και γενικότ. στον κινηματογράφο: ~ό: υλικό. ΣΥΝ. κινηματογραφικός | |
| 54837 | φιλντισένιος | , ια, ιο φιλ-ντι-σέ-νιος επίθ. 1. φτιαγμένος από φίλντισι: ~ια: κουμπιά. Πβ. ελεφάντινος, σεντεφένιος. 2. (μτφ.) υπόλευκος και στιλπνός: ~ιο: δέρμα. ~ια: δόντια. Βλ. -ένιος. | |
| 54838 | φίλντισι | φίλ-ντι-σι ουσ. (ουδ.) 1. ελεφαντόδοντο: κομψοτεχνήματα από ~. ΣΥΝ. ελεφαντοστό 2. μάργαρο. ΣΥΝ. σεντέφι [< τουρκ. fildişi] | |
| 54839 | φιλο- & φιλό- & φιλ- & φίλ- | α' συνθετικό ουσιαστικών και επιθέτων με αναφορά σε 1. ενδιαφέρον, αγάπη για ό,τι εκφράζει το β' συνθετικό: φιλ-ανθρωπία. Φιλο-ζωία.|| Φίλ-αυτος. 2. ευνοϊκή διάθεση απέναντι σε αυτό που δηλώνει το β' συνθετικό: φιλο-λαϊκός. Φιλο-ατλαντικός/~δυτικός/~ευρωπαϊκός. ΑΝΤ. αντι-. 3. συγκεκριμένη τάση: φιλ-άσθενος. Φιλ-υποψία. | |
| 54840 | φιλοαγροτικός | , ή, ό φι-λο-α-γρο-τι-κός επίθ.: που υποστηρίζει τους αγρότες και τα συμφέροντά τους: ~ή: πολιτική. ~ό: πρόγραμμα. ΑΝΤ. αντιαγροτικός | |
| 54841 | φιλοαναρχικός | , ή, ό φι-λο-α-ναρ-χι-κός επίθ.: που υποστηρίζει τον αναρχισμό και τους αναρχικούς. | |
| 54842 | φιλοαριστερός | , ή, ό φι-λο-α-ρι-στε-ρός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που είναι υπέρ της αριστερής ιδεολογίας: ~ή: κυβέρνηση/πολιτική. ~ές: αντιλήψεις. ΑΝΤ. αντιαριστερός | |
| 54843 | φιλοατλαντικός | , ή, ό φι-λο-ατ-λα-ντι-κός επίθ.: που είναι φιλικά προσκείμενος στη Βορειοατλαντική Συμμαχία: ~ή: (εξωτερική) πολιτική. | |
| 54844 | φιλοβασιλικός | , ή, ό φι-λο-βα-σι-λι-κός επίθ./ουσ. (παλαιότ.): που υποστηρίζει τον θεσμό της βασιλείας: ~ή: παράταξη. ~ό: κόμμα. ~ές: θέσεις. ~ά: αισθήματα.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (= βασιλόφρονες). ΣΥΝ. βασιλικός (3) ΑΝΤ. αντιβασιλικός [< πβ. μτγν. φιλοβασίλειος] | |
| 54845 | φιλοδασικός | , ή, ό φι-λο-δα-σι-κός επίθ.: που φροντίζει για την προστασία των δασών: ~ός: σύλλογος. Βλ. περιβαλλοντικός. | |
| 54846 | φιλόδεντρο | φι-λό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.) & φιλόδενδρο & (εσφαλμ.) φυλλόδεντρο: ΒΟΤ. καλλωπιστικοί θάμνοι ( γένος Philodendron) με στιλπνά, δερματώδη και συνήθ. καρδιόσχημα φύλλα. [< γαλλ.-αγγλ. philodendron < μτγν. φιλόδενδρος 'που αγαπά τα δέντρα'] | |
| 54847 | φιλοδικία | φι-λο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δικομανία. [< μτγν. φιλοδικία] | |
| 54848 | φιλόδικος | , η, ο φι-λό-δι-κος επίθ. (λόγ.): δικομανής. [< αρχ. φιλόδικος] | |
| 54849 | φιλοδοξία | φι-λο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.) {φιλοδοξι-ών}: έντονη επιθυμία για επιτυχία και ανάδειξη σε κάποιον τομέα: ανόητη/ευγενική/ουτοπική/ταπεινή/υπέρμετρη ~. Επαγγελματικές/πολιτικές/προσωπικές ~ες. Εκπλήρωση/πραγματοποίηση των ~ών κάποιου. Θυσιάζω κάτι στον βωμό της ~ας. Όνειρα και ~ες για το μέλλον. Η ~ του ήταν/έχει (τη) ~ να ... (πβ. όραμα, στόχος). Βλ. δοξομανία, μωρο~. [< μτγν. φιλοδοξία] | |
| 54850 | φιλόδοξος | , η, ο φι-λό-δο-ξος επίθ.: που επιδιώκει τη δόξα και την επιτυχία σε κάποιον τομέα· που χαρακτηρίζεται από αυτή την τάση: (για πρόσ.) ~ος: καριερίστας. ~α: στελέχη. Δυναμικός και ~. Πβ. μεγαλομανής.|| ~ος: στόχος. ~η: ιδέα/πολιτική/προσπάθεια/στρατηγική. ~ο: εγχείρημα/πείραμα/(πιλοτικό) πρόγραμμα/σουτ/σχέδιο. ~ες: βλέψεις/διεκδικήσεις/μεταρρυθμίσεις/πρωτοβουλίες. ~α: μέτρα/πλάνα. Πβ. μεγαλεπήβολος, μεγαλόπνοος. Βλ. μωρο~, υπερ~. ● επίρρ.: φιλόδοξα [< αρχ. φιλόδοξος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ