| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54872 | φιλοκίνδυνος | , η, ο φι-λο-κίν-δυ-νος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που του αρέσει να εκθέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο, να ρισκάρει. ΣΥΝ. ριψοκίνδυνος (1) [< αρχ. φιλοκίνδυνος] | |
| 54873 | φιλοκυβερνητικός | , ή, ό φι-λο-κυ-βερ-νη-τι-κός επίθ.: που διάκειται ευνοϊκά προς την κυβέρνηση: ~ός: Τύπος. ~ή: παράταξη/πολιτική/προπαγάνδα. ~ό: (τηλεοπτικό) κανάλι/κόμμα. ~οί: βουλευτές. ~ά: ΜΜΕ. (ως ουσ.) Οι ~οί. Πβ. συμπολιτευόμενος. ΣΥΝ. κυβερνητικός (2) ΑΝΤ. αντικυβερνητικός, αντιπολιτευτικός | |
| 54874 | φιλολαϊκός | , ή, ό φι-λο-λα-ϊ-κός επίθ.: που διακατέχεται ή χαρακτηρίζεται από αγάπη για τον λαό, που προωθεί τα συμφέροντά του: ~ός: ηγέτης. ~ή: (δια)κυβέρνηση/μεταρρύθμιση/πολιτική. ~ό: κόμμα/προφίλ. ~ές: εξαγγελίες. ~ά: μέτρα. ΑΝΤ. αντιλαϊκός (1) | |
| 54875 | φιλολογία | φι-λο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {φιλολογι-ών} 1. ΦΙΛΟΛ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη γλώσσα και τη λογοτεχνία ενός λαού· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό τμήμα ή μάθημα: νεοελληνική ~. Ξένες ~ες.|| Πέρασε στη γαλλική ~. 2. ΦΙΛΟΛ. συστηματική μελέτη των γραπτών κυρ. μνημείων ενός έθνους ή μιας χρονικής περιόδου: (αρχαία) ελληνική/κλασική/βυζαντινή/μεσαιωνική ~.|| Λατινική/συγκριτική ~. 3. το σύνολο των συγγραμμάτων που σχετίζονται με έναν γνωστικό τομέα ή των συζητήσεων που αφορούν κάποιο ζήτημα: εκκλησιαστική/ιατρική/νομική ~. Πβ. γραμματεία.|| Η ~ περί εκλογών. Μεγάλη είναι η ~ που έχει αναπτυχθεί γύρω από το θέμα ... Βλ. παρα~. 4. {συνηθέστ. στον πληθ.} ανούσια, φλύαρα λόγια: Ας αφήσουμε τις ~ες (= φιλοσοφίες) και να επικεντρωθούμε στο θέμα. Πβ. αερολογίες, ρητορεία. Βλ. -λογία. [< αρχ. φιλολογία ‘αγάπη για τη συζήτηση, τη μάθηση και τη λογοτεχνία’, γαλλ. philologie, αγγλ. philology] | |
| 54876 | φιλολογίζω | φι-λο-λο-γί-ζω ρ. (αμτβ.) {συνηθέστ. στη μτχ. ενεστ. φιλολογίζ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): έχω φιλολογικά ενδιαφέροντα ή φιλολογικό ύφος, χαρακτήρα: ~οντες: κύκλοι. (ως ουσ.) Οι ~οντες. Πβ. φιλολογώ.|| ~ουσα: κριτική. | |
| 54877 | φιλολογικός | , ή, ό φι-λο-λο-γι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στη φιλολογία ή στον φιλόλογο: ~ός: διαγωνισμός/ιστοχώρος/σύλλογος. ~ή: ανάγνωση/ανάλυση/επιμέλεια/επιστήμη/έρευνα/ερμηνεία/κριτική/μελέτη. ~ό: δοκίμιο/μνημόσυνο/συμπόσιο/συνέδριο/φροντιστήριο. ~οί: κύκλοι. ~ές: αναφορές/γνώσεις/πηγές/σπουδές. ~ά: είδη (πβ. γραμματειακός)/ενδιαφέροντα. Άρθρα/λογισμικό/σελίδες ~ού ενδιαφέροντος.|| (ειδικότ.) ~ό: ψευδώνυμο (= λογοτεχνικό). 2. (μειωτ.) γενικόλογος και θεωρητικός, χωρίς πρακτική αξία: Έχουν εκφράσει το ~ό ενδιαφέρον τους για τον παίκτη. Καλή η ~ή συζήτηση, όμως το πρόβλημα παραμένει άλυτο. Πβ. αόριστος. Βλ. παρα~. ΑΝΤ. ουσιαστικός (2) ● Ουσ.: Φιλολογικό (το) (προφ.): ενν. τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής. ● επίρρ.: φιλολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φιλολογικά (μαθήματα): αρχαία ελληνική γλώσσα και γραμματεία, ιστορία, νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία, φιλοσοφία, λατινικά., λογοτεχνική/φιλολογική βραδιά βλ. βραδιά [< μεσν. φιλολογικός, γαλλ. philologique, αγγλ. philological] | |
| 54878 | φιλόλογος | φι-λό-λο-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όγου}: επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη φιλολογία· συνήθ. ειδικότ. καθηγητής φιλολογικών μαθημάτων. [< αρχ. φιλόλογος ‘φλύαρος, που αγαπά τη μάθηση, τη λογοτεχνία, μορφωμένος’, γαλλ. philologue, αγγλ. philologist] | |
| 54879 | φιλολογώ | [φιλολογῶ] φι-λο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {φιλολογ-είς ..., λόγ. μτχ. ενεστ. -ών} (μειωτ.) 1. μιλώ σε θεωρητικό επίπεδο, λέω πολλά λόγια χωρίς ουσία ή πρακτική αξία: Aντί να δώσει συγκεκριμένη απάντηση, άρχισε να ~εί. ~ούν ακατάσχετα για ... Πβ. αερο-, θεωρητικο-λογώ. 2. καταπιάνομαι με τη φιλολογία κυρ. ερασιτεχνικά, έχω φιλολογικά ενδιαφέροντα: Οι κάθε λογής ~ούντες. Πβ. φιλολογίζω. Βλ. -λογώ. [< μτγν. φιλολογῶ ‘αγαπώ τη μάθηση, μελετώ’] | |
| 54880 | φιλομάθεια | φι-λο-μά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αγάπη για μάθηση. Βλ. -μάθεια. [< αρχ. φιλομάθεια] | |
| 54881 | φιλομαθής | , ής, ές φι-λο-μα-θής επίθ. {υπερθ. φιλομαθέστατος} (λόγ.): που διακρίνεται για τη φιλομάθειά του: ~ές: κοινό. ~είς: μαθητές/νέοι. Πνεύμα ανήσυχο και ιδιαίτερα ~ές. Πβ. μελετηρός. Βλ. -μαθής. [< αρχ. φιλομαθής] | |
| 54882 | φιλόμουσος | , η/ος, ο φι-λό-μου-σος επίθ. (λόγ.): που είναι λάτρης της μουσικής και γενικότ. των τεχνών: ~η: νεολαία. ~ο: ακροατήριο. (ως ουσ.) Οι ~οι. Πβ. μουσικόφιλος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ψυχή. ~α: αισθήματα. Πβ. φιλότεχνος. ΑΝΤ. άμουσος (1) [< αρχ. φιλόμουσος] | |
| 54883 | φιλονικία | φι-λο-νι-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έντονη αντιπαράθεση, τσακωμός: Ξέσπασε ~ μεταξύ τους λόγω των περιουσιακών. Η διαφωνία τους κατέληξε σε ~. Πβ. αντιδικία, διαμάχη, διαπληκτισμός, διένεξη, έριδα, καβγάς, λογομαχία, προστριβή, σύγκρουση. [< αρχ. φιλονικία] | |
| 54884 | φιλόνικος | , η, ο φι-λό-νι-κος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που έχει την τάση να φιλονικεί: δύστροπος και ~. Πβ. καβγατζής.|| (κατ' επέκτ.) ~η: διάθεση. ΣΥΝ. εριστικός, φίλερις [< αρχ. φιλόνικος] | |
| 54885 | φιλονικώ | [φιλονικῶ] φι-λο-νι-κώ ρ. (αμτβ.) {φιλονικ-είς ..., -ώντας | φιλονίκ-ησε, -ήσει} (λόγ.): καβγαδίζω, τσακώνομαι: ~ησαν έντονα (μεταξύ τους) για άγνωστο λόγο. Είχε ~ήσει μαζί του. Πβ. αντιδικώ, διαπληκτίζομαι, ερίζω, λογομαχώ, μαλώνω. Βλ. δια~. [< αρχ. φιλονικῶ] | |
| 54886 | φιλόνομος | , η, ο φι-λό-νο-μος επίθ. (σπάν.-λόγ.): νομοταγής: ~οι: πολίτες. ΣΥΝ. νομιμόφρων [< μτγν. φιλόνομος] | |
| 54887 | φιλοξενία | φι-λο-ξε-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. πρόθυμη υποδοχή και παροχή στέγης, τροφής ή/και άλλων περιποιήσεων σε ξένο: (από οικοδεσπότη στο σπίτι του:) αβραμιαία/απλόχερη/εγκάρδια/ευγενική/ζεστή/πατροπαράδοτη ~. ~ παιδιών προσφύγων σε οικογένειες (βλ. αναδοχή). Αίσθημα ~ας. Ανταπόδοση της ~ας. Προσφέρει ~. Ευχαριστώ για τη ~.|| (ΑΡΧ.) Ο θεσμός/το τυπικό της ~ας.|| (από ξένη χώρα:) ~ μαθητών (σε κατασκηνώσεις). Δομή/κέντρα ~ας μεταναστών (βλ. άσυλο). 2. φιλόξενη διάθεση: χώρα γνωστή για τη ~ της. Η ~ τους θα μας μείνει αξέχαστη/μας έχει σκλαβώσει. Καταχράστηκε τη ~ τους. Βλ. ανοιχτοσύνη. 3. (κατ' επέκτ.) στέγαση (και σίτιση) επί πληρωμή· προσφορά χώρου έναντι αμοιβής για την πραγματοποίηση εκδήλωσης: ξενώνας/υποδομές ~ας. Η πανσιόν έχει δυνατότητα ~ας … ατόμων. Απολαμβάνει ~ πολλών αστέρων (: πολυτελείας).|| ~ ζώων/σκύλων.|| Ξενοδοχείο ιδανικό για τη ~ συνεδρίων.|| (μτφ.) ~ απόψεων (σε περιοδικό). ● ΣΥΜΠΛ.: φιλοξενία ιστοσελίδων/δικτυακών τόπων: ΔΙΑΔΙΚΤ. υπηρεσία που παρέχεται από εταιρείες του ίντερνετ, οι οποίες ενοικιάζουν σε ιδιώτες χώρο στους διακομιστές τους, προκειμένου οι τελευταίοι να δημιουργήσουν και να διαθέτουν ιστοσελίδα στο διαδίκτυο: πακέτα ~ας ~. [< αγγλ. web hosting] [< αρχ. φιλοξενία] | |
| 54888 | φιλόξενος | , η, ο φι-λό-ξε-νος επίθ.: που διακρίνεται για τη φιλοξενία του: ~ος: λαός/οικοδεσπότης. ~η: χώρα. ~ο: προσωπικό. ~οι: κάτοικοι. ~α: χωριά. Ανοιχτόκαρδος και ~. Βλ. περιποιητικός.|| ~η: αγκαλιά/διάθεση/υποδοχή. ~ο: περιβάλλον/σπίτι. ~α: αισθήματα. Πβ. οικείος, φιλικός.|| ~ο: καταφύγιο/λιµάνι/στέκι. ~ες: παραλίες.|| ~ος: ξενώνας. ~ο: κατάλυμα/ξενοδοχείο. ~ες: εγκαταστάσεις.|| (μτφ.) ~ος: χώρος έκφρασης/τέχνης. ~ο: (τηλεοπτικό) κανάλι. ~ες: σελίδες (διαδικτύου). Βρήκε ~ο (= πρόσφορο) έδαφος, για ν' αναπτύξει τις απόψεις του. ΑΝΤ. άξενος, αφιλόξενος ● επίρρ.: φιλόξενα [< αρχ. φιλόξενος] | |
| 54889 | φιλοξενούμενος | , η, ο φι-λο-ξε-νού-με-νος επίθ. 1. (για πρόσ.) που φιλοξενείται: ~οι: εργάτες (= γκασταρμπάιτερ)/μαθητές/φοιτητές (βλ. Εράσμους). Είναι ~ στο σπίτι της οικογένειας (πβ. μουσαφίρης, βλ. οικοδεσπότης).|| (μτφ.) ~η: εκδήλωση. ~α: άρθρα (: σε εφημερίδα).|| (ως ουσ.) Οι ~οι (= καλεσμένοι) μιας εκπομπής. Βιβλίο ~μένων (= επισκεπτών). Ξενοδοχείο που ικανοποιεί και τον πιο απαιτητικό ~ο. 2. ΑΘΛ. που αγωνίζεται εκτός έδρας: ~η: ομάδα. (ως ουσ.) Οι ~οι κέρδισαν τους γηπεδούχους.|| (κατ' επέκτ.) ~οι: φίλαθλοι. | |
| 54890 | φιλοξενώ | [φιλοξενῶ] φι-λο-ξε-νώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | φιλοξέν-ησα, -ήθηκα, λόγ. φιλοξεν-ών, -ούσα, -ούν, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. προσφέρω δωρεάν στέγη, τροφή και γενικότ. περιποίηση συνήθ. σε επισκέπτη, ξένο: Τον ~ήσαμε για ένα βράδυ σπίτι μας. Ευχαρίστως να σας ~ήσω.|| Χωριά που ~ησαν τους πρόσφυγες. Άστεγοι ~ούνται σε ξενώνες πρόσκαιρης διαμονής.|| (μτφ.) Η εκπομπή ~εί τον συγγραφέα ... (βλ. καλώ, προσκαλώ). Στη λιμνοθάλασσα ~ούνται πολλά είδη πουλιών. 2. διαθέτω έναν χώρο για ορισμένη εκδήλωση, σκοπό: Η Ελλάδα ~ησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Στην γκαλερί ~ήθηκαν έργα του διάσημου γλύπτη ... ~ούσα: χώρα. ~ούν: κράτος. Πβ. στεγάζω.|| ~εί στην ιστοσελίδα του αποτελέσματα διαφόρων ερευνών. Σκίτσα του ~ησαν οι εκδόσεις ... Πβ. δημοσιεύω, καταχωρώ.|| (ΑΘΛ.) Η ομάδα ~εί στην έδρα της τους αντιπάλους (πβ. υποδέχομαι). Ο τελικός του Κυπέλλου θα ~ηθεί στο στάδιο ... (πβ. διεξάγω). 3. παρέχω σε κάποιον υπηρεσίες έναντι αμοιβής: Τα δωμάτια του ξενοδοχείου ~ούν (= δέχονται, εξυπηρετούν) από δύο έως τέσσερα άτομα. Στο κέντρο ~ούνται παιδιά με αισθητηριακές και κινητικές αναπηρίες. [< 1: μτγν. φιλοξενῶ 'υποδέχομαι με φιλόξενο τρόπο', γαλλ. hospitaliser 2,3: αγγλ. host] | |
| 54891 | φιλοπαιγμοσύνη | φι-λο-παιγ-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): παιχνιδιάρικη, περιπαικτική στάση, διάθεση. Πβ. ευτραπελία. Βλ. -οσύνη. [< μτγν. φιλοπαιγμοσύνη ‘αγάπη για το ατομικό ή ομαδικό παιχνίδι’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ