| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54860 | φιλοζωικός | , ή, ό φι-λο-ζω-ι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον φιλόζωο ή τη φιλοζωία: ~ή: δράση. ~ά: αισθήματα. ~ές και περιβαλλοντικές οργανώσεις. Βλ. κυνολογικός. ΣΥΝ. ζωοφιλικός | |
| 54861 | φιλόζωος | , η, ο [φιλόζῳος] φι-λό-ζω-ος επίθ.: ζωόφιλος: ~η: οικογένεια. ~οι: εθελοντές.|| (ως ουσ.) Ζητούνται ~οι, για να υιοθετήσουν αδέσποτα ζώα. [< αρχ. φιλόζῳος] | |
| 54862 | φιλοθεάμων | , ων, ον φι-λο-θε-ά-μων επίθ./ουσ. {φιλοθεάμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)· κ. λογιότ. ουδ. φιλοθέαμον} (λόγ., συχνά ειρων.): που δείχνει αγάπη για τα θεάματα: ~ων: κόσμος. ~ονες: τηλεθεατές. Δίπλα στους ρεπόρτερ συνωστίζονται ~ες περαστικοί. ● ΣΥΜΠΛ.: φιλοθεάμον/φιλοθέαμον κοινό (περιληπτ.): όσοι παρακολουθούν με μεγάλο ενδιαφέρον θεάματα: Το φιλοθεάμον ~ της πόλης.|| (αρνητ. συνυποδ.) Προς τέρψη του ~ονος ~ού. [< αρχ. φιλοθεάμων] | |
| 54863 | φιλοθεΐα | φι-λο-θε-ΐ-α ουσ. (θηλ.) (κυρ. σε εκκλησ. κείμενα): η αγάπη για τον Θεό: Διακρίνονταν για την ευσέβεια και τη ~ τους. Πβ. θεοσέβεια. Βλ. φιλανθρωπία. [< μτγν. φιλοθεΐα] | |
| 54864 | φιλόθεος | , η/ος, ο φι-λό-θε-ος επίθ. (κυρ. σε εκκλησ. κείμενα): που τρέφει ιδιαίτερη αγάπη και σεβασμό προς τον Θεό: ~η: ψυχή. Πβ. ευσεβής, θεοσεβής. [< αρχ. φιλόθεος] | |
| 54865 | φιλοθηραματικός | , ή, ό φι-λο-θη-ρα-μα-τι-κός επίθ. (επίσ.): που αποβλέπει στη διατήρηση του πληθυσμού των θηραμάτων μιας περιοχής: ~ή: δραστηριότητα/πολιτική. ~ό: έργο. | |
| 54866 | φιλόθρησκος | , η, ο φι-λό-θρη-σκος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από μεγάλη αγάπη για τη θρησκεία: ~ος: λαός. Δωρεές ~ων χριστιανών σε ναούς. Πβ. θεοσεβής, θεοφοβούμενος, θρήσκος. ΑΝΤ. άθεος (1), άθρησκος [< μτγν. φιλόθρησκος] | |
| 54867 | φιλοκαλία | φι-λο-κα-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ικανότητα της αναγνώρισης και αισθητικής απόλαυσης του ωραίου στη φύση και την τέχνη. Πβ. αισθητική, γούστο. ΣΥΝ. καλαισθησία (1) 2. ΕΚΚΛΗΣ. η αγάπη προς τον Θεό ως πηγή του κάλλους και προς καθετί που οδηγεί στην ένωση με το θείο. [< 1: αρχ. φιλοκαλία 2: μτγν. ~] | |
| 54868 | φιλόκαλος | , ος/η, ο φι-λό-κα-λος επίθ. (λόγ.): που αγαπά και επιζητεί το ωραίο. Πβ. καλόγουστος. ΣΥΝ. καλαίσθητος ΑΝΤ. ακαλαίσθητος, κακόγουστος [< αρχ. φιλόκαλος] | |
| 54869 | φιλοκατήγορος | , η, ο φι-λο-κα-τή-γο-ρος επίθ. (λόγ.): που διατυπώνει εύκολα ή συχνά κατηγορίες, κυρ. που χαρακτηρίζεται από επικριτική τάση: Έχει καταντήσει παθολογικά ~. Πβ. κακό-, φαρμακό-γλωσσος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: διάθεση. | |
| 54870 | φιλοκέρδεια | φι-λο-κέρ-δει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αγάπη για το κέρδος, επιδίωξη του κέρδους: (ΝΟΜ.) Έγκλημα από ~. Πβ. κερδοσκοπία. ΣΥΝ. φιλαργυρία, φιλοχρηματία ΑΝΤ. αφιλοκέρδεια [< αρχ. φιλοκέρδεια] | |
| 54871 | φιλοκερδής | , ής, ές φι-λο-κερ-δής επίθ. {φιλοκερδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): (για πρόσ.) που επιδιώκει το υλικό κέρδος ή στοχεύει σε αυτό: ~είς: άνθρωποι. Πβ. κερδοσκόπος. ΣΥΝ. φιλάργυρος, φιλοχρήματος ΑΝΤ. ανιδιοτελής, αφιλοκερδής ● επίρρ.: φιλοκερδώς [-ῶς] [< αρχ. φιλοκερδής] | |
| 54872 | φιλοκίνδυνος | , η, ο φι-λο-κίν-δυ-νος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που του αρέσει να εκθέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο, να ρισκάρει. ΣΥΝ. ριψοκίνδυνος (1) [< αρχ. φιλοκίνδυνος] | |
| 54873 | φιλοκυβερνητικός | , ή, ό φι-λο-κυ-βερ-νη-τι-κός επίθ.: που διάκειται ευνοϊκά προς την κυβέρνηση: ~ός: Τύπος. ~ή: παράταξη/πολιτική/προπαγάνδα. ~ό: (τηλεοπτικό) κανάλι/κόμμα. ~οί: βουλευτές. ~ά: ΜΜΕ. (ως ουσ.) Οι ~οί. Πβ. συμπολιτευόμενος. ΣΥΝ. κυβερνητικός (2) ΑΝΤ. αντικυβερνητικός, αντιπολιτευτικός | |
| 54874 | φιλολαϊκός | , ή, ό φι-λο-λα-ϊ-κός επίθ.: που διακατέχεται ή χαρακτηρίζεται από αγάπη για τον λαό, που προωθεί τα συμφέροντά του: ~ός: ηγέτης. ~ή: (δια)κυβέρνηση/μεταρρύθμιση/πολιτική. ~ό: κόμμα/προφίλ. ~ές: εξαγγελίες. ~ά: μέτρα. ΑΝΤ. αντιλαϊκός (1) | |
| 54875 | φιλολογία | φι-λο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {φιλολογι-ών} 1. ΦΙΛΟΛ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη γλώσσα και τη λογοτεχνία ενός λαού· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό τμήμα ή μάθημα: νεοελληνική ~. Ξένες ~ες.|| Πέρασε στη γαλλική ~. 2. ΦΙΛΟΛ. συστηματική μελέτη των γραπτών κυρ. μνημείων ενός έθνους ή μιας χρονικής περιόδου: (αρχαία) ελληνική/κλασική/βυζαντινή/μεσαιωνική ~.|| Λατινική/συγκριτική ~. 3. το σύνολο των συγγραμμάτων που σχετίζονται με έναν γνωστικό τομέα ή των συζητήσεων που αφορούν κάποιο ζήτημα: εκκλησιαστική/ιατρική/νομική ~. Πβ. γραμματεία.|| Η ~ περί εκλογών. Μεγάλη είναι η ~ που έχει αναπτυχθεί γύρω από το θέμα ... Βλ. παρα~. 4. {συνηθέστ. στον πληθ.} ανούσια, φλύαρα λόγια: Ας αφήσουμε τις ~ες (= φιλοσοφίες) και να επικεντρωθούμε στο θέμα. Πβ. αερολογίες, ρητορεία. Βλ. -λογία. [< αρχ. φιλολογία ‘αγάπη για τη συζήτηση, τη μάθηση και τη λογοτεχνία’, γαλλ. philologie, αγγλ. philology] | |
| 54876 | φιλολογίζω | φι-λο-λο-γί-ζω ρ. (αμτβ.) {συνηθέστ. στη μτχ. ενεστ. φιλολογίζ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): έχω φιλολογικά ενδιαφέροντα ή φιλολογικό ύφος, χαρακτήρα: ~οντες: κύκλοι. (ως ουσ.) Οι ~οντες. Πβ. φιλολογώ.|| ~ουσα: κριτική. | |
| 54877 | φιλολογικός | , ή, ό φι-λο-λο-γι-κός επίθ. 1. ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στη φιλολογία ή στον φιλόλογο: ~ός: διαγωνισμός/ιστοχώρος/σύλλογος. ~ή: ανάγνωση/ανάλυση/επιμέλεια/επιστήμη/έρευνα/ερμηνεία/κριτική/μελέτη. ~ό: δοκίμιο/μνημόσυνο/συμπόσιο/συνέδριο/φροντιστήριο. ~οί: κύκλοι. ~ές: αναφορές/γνώσεις/πηγές/σπουδές. ~ά: είδη (πβ. γραμματειακός)/ενδιαφέροντα. Άρθρα/λογισμικό/σελίδες ~ού ενδιαφέροντος.|| (ειδικότ.) ~ό: ψευδώνυμο (= λογοτεχνικό). 2. (μειωτ.) γενικόλογος και θεωρητικός, χωρίς πρακτική αξία: Έχουν εκφράσει το ~ό ενδιαφέρον τους για τον παίκτη. Καλή η ~ή συζήτηση, όμως το πρόβλημα παραμένει άλυτο. Πβ. αόριστος. Βλ. παρα~. ΑΝΤ. ουσιαστικός (2) ● Ουσ.: Φιλολογικό (το) (προφ.): ενν. τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής. ● επίρρ.: φιλολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φιλολογικά (μαθήματα): αρχαία ελληνική γλώσσα και γραμματεία, ιστορία, νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία, φιλοσοφία, λατινικά., λογοτεχνική/φιλολογική βραδιά βλ. βραδιά [< μεσν. φιλολογικός, γαλλ. philologique, αγγλ. philological] | |
| 54878 | φιλόλογος | φι-λό-λο-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όγου}: επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη φιλολογία· συνήθ. ειδικότ. καθηγητής φιλολογικών μαθημάτων. [< αρχ. φιλόλογος ‘φλύαρος, που αγαπά τη μάθηση, τη λογοτεχνία, μορφωμένος’, γαλλ. philologue, αγγλ. philologist] | |
| 54879 | φιλολογώ | [φιλολογῶ] φι-λο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {φιλολογ-είς ..., λόγ. μτχ. ενεστ. -ών} (μειωτ.) 1. μιλώ σε θεωρητικό επίπεδο, λέω πολλά λόγια χωρίς ουσία ή πρακτική αξία: Aντί να δώσει συγκεκριμένη απάντηση, άρχισε να ~εί. ~ούν ακατάσχετα για ... Πβ. αερο-, θεωρητικο-λογώ. 2. καταπιάνομαι με τη φιλολογία κυρ. ερασιτεχνικά, έχω φιλολογικά ενδιαφέροντα: Οι κάθε λογής ~ούντες. Πβ. φιλολογίζω. Βλ. -λογώ. [< μτγν. φιλολογῶ ‘αγαπώ τη μάθηση, μελετώ’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ