| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4600 | αντιλογισμός | [ἀντιλογισμός] α-ντι-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΙΣΤ. διόρθωση ή ενημέρωση εγγραφής σε λογιστικό βιβλίο ή υπολογιστικό πρόγραμμα: αυτόματος/μερικός ~. ~ ζημίας/πρόβλεψης (αποζημίωσης). [< μτγν. ἀντιλογισμός 'αντίθετος λογαριασμός'] | |
| 4601 | αντίλογος | [ἀντίλογος] α-ντί-λο-γος ουσ. (αρσ.): άποψη που αντικρούει, συνήθ. με συγκεκριμένα επιχειρήματα, κάποια άλλη: δημόσιος/πειστικός/τεκμηριωμένος ~. Έλλειψη ~ου. Υπάρχει (σοβαρός) ~ για τις απόψεις του/στις προτάσεις τους. Πβ. αντίρρηση, διαφωνία. Βλ. ομοφωνία, συμφωνία, -λογος. ΣΥΝ. αντιλογία ● ΦΡ.: λόγος (και) αντίλογος βλ. λόγος [< ουσιαστικοπ. αρσ. του αρχ. επιθ. ἀντίλογος] | |
| 4602 | αντιλόπη | [ἀντιλόπη] α-ντι-λό-πη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. γένος φυτοφάγων, μηρυκαστικών θηλαστικών που ανήκουν στην οικογένεια των βοοειδών (οικογ. Bovidae), έχουν λεπτό σώμα, αναπτύσσουν μεγάλη ταχύτητα και ζουν ομαδικά στην Ασία και την Αφρική. Βλ. γαζέλα, γκνου. [< γαλλ. antilope, αγγλ. antelope < μτγν. ἀνθόλοψ] | |
| 4603 | αντιλυσσικός | , ή, ό [ἀντιλυσσικός] α-ντι-λυσ-σι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά ή προφυλάσσει από τη λύσσα: ~ός: ορός. ~ό: εμβόλιο. [< γαλλ. antirabique] | |
| 4604 | αντιμαγνητικός | , ή, ό [ἀντιμαγνητικός] α-ντι-μα-γνη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. (για υλικό) που δεν μαγνητίζεται μόνιμα σε μαγνητικό πεδίο: ~ός: (ανοξείδωτος) χάλυβας. ~ό: έλασμα/καλώδιο. [< γαλλ. antimagnétique, αγγλ. antimagnetic] | |
| 4605 | αντιμάθημα | [ἀντιμάθημα] α-ντι-μά-θη-μα ουσ. (ουδ.): διάλεξη ή συζήτηση μεταξύ φοιτητών και καθηγητών για επιστημονικά ή επίκαιρα συνήθ. θέματα, που γίνεται ως αντίδραση στον τρόπο διδασκαλίας, το επίπεδο ή τη θεματική των κανονικών μαθημάτων ή σε περιόδους κοινωνικής κυρ. ή πολιτικής κρίσης. | |
| 4606 | αντιμαχία | [ἀντιμαχία] α-ντι-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σύγκρουση, διαμάχη, ανταγωνισμός: προσωπικές ~ες. Πβ. αντιπαράθεση. Βλ. -μαχία. [< μεσν. αντιμαχία] | |
| 4607 | αντιμάχομαι | [ἀντιμάχομαι] α-ντι-μά-χο-μαι ρ. (μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: αντιτίθεμαι σε ή σπανιότ. πολεμώ ενάντια σε κάποιον ή κάτι: ~ τις απόψεις/αρχές/ιδέες (κάποιου). Το καλό ~εται το κακό. Πβ. ανταγωνίζομαι, αντι-παλεύω, -στρατεύομαι, -τάσσομαι. ΑΝΤ. προασπίζω, υπεραμύνομαι ● Μτχ.: αντιμαχόμενος , η, ο {συνηθέστ. στον πληθ.}: ~ες: παρατάξεις. ~α: στρατόπεδα/συμφέροντα. Υπογραφή συμφωνίας από τα ~α μέρη.|| (ως ουσ.) Και οι δύο ~οι υπέστησαν σοβαρές απώλειες. Πβ. εμπόλεμος. [< αρχ. ἀντιμάχομαι ‘μάχομαι εναντίον, αντιστέκομαι’] | |
| 4608 | αντιμεθαύριο | [ἀντιμεθαύριο] α-ντι-με-θαύ-ρι-ο επίρρ.: (σε) τρεις ημέρες από σήμερα. Βλ. αντιπροχθές. | |
| 4609 | αντιμεταβολίτης | [ἀντιμεταβολίτης] α-ντι-με-τα-βο-λί-της ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ουσία που αντικαθιστά ή αναστέλλει τη δράση του μεταβολίτη. Βλ. -ίτης2. ● αντιμεταβολίτες (οι) {σπανιότ. στον εν.}: ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακα για καρκινοπαθείς που παρεμποδίζουν τον μεταβολισμό των κυττάρων. Βλ. χημειοθεραπεία. [< αγγλ. antimetabolite, 1947, γαλλ. antimétabolite] | |
| 4610 | αντιμετάθεση | [ἀντιμετάθεση] α-ντι-με-τά-θε-ση ουσ. (θηλ.): αμοιβαία αλλαγή της θέσης δύο ή περισσοτέρων μερών: ~ λέξεων και γραμμάτων (: ως ένδειξη δυσλεξίας)/ρόλων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αλγόριθμος ~ης (τιμών). Ταξινόμηση με ~.|| (ΜΑΘ.) ~ παραγόντων/προσθετέων.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ φθόγγων (: χούφτα-φούχτα).|| (μτφ.) ~ ευθυνών (πβ. μετάθεση). [< μτγν. ἀντιμετάθεσις, γαλλ. permutation] | |
| 4611 | αντιμεταθέτω | [ἀντιμεταθέτω] α-ντι-με-τα-θέ-τω ρ. (μτβ.) {αντιμετέθε-σε, αντιμετατίθ-εται}: αλλάζω αμοιβαία τη θέση συνήθ. δύο ή περισσοτέρων μερών, έτσι ώστε στην αρχική του ενός να βρίσκεται κάτι άλλο και αντίστροφα: ~ γράμματα/λέξεις. Στήλες πίνακα που ~ενται. Πβ. αντιστρέφω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αλγόριθμος που ~ει τις τιμές δύο μεταβλητών. [< μτγν. ἀντιμετατίθεμαι, αγγλ. permute] | |
| 4612 | αντιμεταναστευτικός | , ή, ό [ἀντιμεταναστευτικός] α-ντι-με-τα-να-στευ-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στη μετανάστευση ή τον μετανάστη: ~ή: πολιτική. ~ό: κίνημα/ρεύμα. ~ές: θέσεις. ~ά: αισθήματα. | |
| 4613 | αντιμεταρρύθμιση | [ἀντιμεταρρύθμιση] α-ντι-με-ταρ-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.): αντίδραση, εναντίωση σε προηγούμενη μεταρρύθμιση. [< γαλλ. Contre-Réforme, 1914] | |
| 4614 | αντιμετατίθεται | βλ. αντιμεταθέτω | |
| 4615 | αντίμετρο | [ἀντίμετρο] α-ντί-με-τρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έτρου, συνήθ. στον πληθ.}: κάθε κίνηση, ενέργεια ή μέσο για την πρόληψη, αντιμετώπιση ή εξουδετέρωση κάποιου άλλου, συνήθ. απειλής, κινδύνου: αποτελεσματικό ~. Εμπορικά/οικονομικά ~α. ~α ασφαλείας. ● αντίμετρα (τα) & (σπάν.) αντιμέτρα: ΝΟΜ. μέτρα που λαμβάνει ένα κράτος για την αντιμετώπιση της εις βάρος του παραβίασης του διεθνούς δικαίου από άλλο κράτος. Πβ. αντίποινα. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικά αντίμετρα & αντίμετρα: ΣΤΡΑΤ. απενεργοποίηση της λειτουργίας εχθρικών συστημάτων (κυρ. ραντάρ) με παρεμβολή παρασίτων. Βλ. ηλεκτρονικός πόλεμος. [< αγγλ. electronic countermeasures, 1962] [< γαλλ. contre-mesure] | |
| 4616 | αντιμετωπίζω | [ἀντιμετωπίζω] α-ντι-με-τω-πί-ζω ρ. (μτβ.) {αντιμετώπι-σα, αντιμετωπί-σω, -στηκε (σπανιότ.-λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, αντιμετωπίζ-οντας} 1. βρίσκομαι απέναντι σε αρνητική κατάσταση, υφίσταμαι κάτι δυσάρεστο· προσπαθώ να επιλύσω συγκεκριμένο πρόβλημα, αντεπεξέρχομαι: ~ έναν κίνδυνο/ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας. ~ το δίλημμα να ... ή .... ~ει ποινή φυλάκισης. Ο αγροτικός τομέας ~ει οξύτατη κρίση. ~ουν (= βρίσκονται αντιμέτωποι με) το ενδεχόμενο απόλυσης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Το πρόγραμμα ~σε ένα σφάλμα (βλ. μήνυμα λάθους).|| ~σε (= χειρίστηκε) την κατάσταση αποτελεσματικά/με επιτυχία/ρεαλιστικά. Μαθαίνει να ~ει τις δυσκολίες της ζωής (= τα βγάζει πέρα με ...). Τα κοινωνικά προβλήματα δεν ~ονται (= θεραπεύονται) με τη βία και την αστυνόμευση. 2. κρατώ συγκεκριμένη στάση απέναντι σε κάποιον ή κάτι, συμπεριφέρομαι: Έχει μια ιδιαιτερότητα στον τρόπο με τον οποίο ~ει (= βλέπει, προσεγγίζει) τα πράγματα. Μας ~σαν (= μεταχειρίστηκαν, φέρθηκαν) με δυσπιστία/ψυχρά. Δεν ξέρω πώς να τον ~σω. 3. φέρνω αντίσταση σε αντίπαλο, εχθρό: ~σαν την εισβολή/την επίθεση αποφασιστικά. Πβ. αμύνομαι, αντιμάχομαι.|| Η Εθνική Ομάδα είναι έτοιμη να ~σει την πρωταθλήτρια Ευρώπης. ● ΦΡ.: βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι βλ. πράγμα, χτυπώ/αντιμετωπίζω/καταπολεμώ/πολεμώ το κακό στη ρίζα του βλ. ρίζα [< μεσν. αντιμετωπώ, γαλλ. affronter] | |
| 4617 | αντιμετώπιση | [ἀντιμετώπιση] α-ντι-με-τώ-πι-ση ουσ. (θηλ.) 1. προσπάθεια επίλυσης προβλήματος, διευθέτηση δυσάρεστης κατάστασης: άμεση/αποτελεσματική/έγκαιρη/επείγουσα/καθολική/νομοθετική/ολιστική/συνολική/φαρμακευτική ~. Θεραπευτικές ~ίσεις (μιας νόσου). ~ έκτακτης ανάγκης/του οργανωμένου εγκλήματος/της φοροδιαφυγής. Το στρες και η ~ή του. Τρόποι ~ης του θέματος. Λογισμικό ~ης (= εξουδετέρωσης) ιών. Μέτρα για την ~ των κλιματικών αλλαγών/της κρίσης/της λειψυδρίας. Πβ. αποκατάσταση, διόρθωση. 2. στάση, συμπεριφορά απέναντι σε κάποιον ή κάτι: άσχημη/προνομιακή/φιλική ~. Ίση ~ (= μεταχείριση). Πβ. αντίδραση.|| Ιδεαλιστική ~ της ζωής (= θεώρηση, προσέγγιση). [< γαλλ. affrontement] | |
| 4618 | αντιμετωπίσιμος | , η, ο [ἀντιμετωπίσιμος] α-ντι-με-τω-πί-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να αντιμετωπιστεί: ~ος: κίνδυνος. ~η: ασθένεια (ΣΥΝ. ιάσιμη, ΑΝΤ. ανίατη). ~ες: δυσκολίες. Δύσκολα/εύκολα ~ αντίπαλος. | |
| 4619 | αντιμέτωπος | , η, ο [ἀντιμέτωπος] α-ντι-μέ-τω-πος επίθ. 1. (+ με) που καλείται να αντιμετωπίσει κάτι συνήθ. αρνητικό ή κάποιον με τον οποίο είναι σε ρήξη: Βρέθηκε/είναι/ήρθε/στέκεται/τέθηκε ~ με τη δικαιοσύνη/δυσκολίες/τον εαυτό του/τη σκληρή πραγματικότητα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} αντίπαλος, αντιτιθέμενος: ~ες: στρατιωτικές δυνάμεις (ΑΝΤ. συμμαχικές). Θα βρεθούν ~οι στο δικαστήριο/πρωτάθλημα. 3. (σπάν. κυριολ. για πρόσ.) που βρίσκεται, έχει θέση απέναντι από κάποιον άλλο: Κάθισαν/στάθηκαν ~οι. Πβ. πρόσωπο με πρόσωπο. ● επίρρ.: αντιμέτωπα [< αρχ. ἀντιμέτωπος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ