Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5520-5540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4593αντιληπτικός, ή, ό [ἀντιληπτικός] α-ντι-λη-πτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αντίληψη: ~ή: διαδικασία. Μειωμένη ~ή ικανότητα. Διαταραχές ~ού τύπου. Πβ. αισθητηριακός, νοητικός. Βλ. συναισθηματικός. ● επίρρ.: αντιληπτικά [< μτγν. ἀντιληπτικός]
4594αντιληπτικότητα[ἀντιληπτικότητα] α-ντι-λη-πτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): αντιληπτική ικανότητα, συνήθ. μέσω των αισθήσεων: ακουστική/αυξημένη/μειωμένη/οπτική ~. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. perceptibilité]
4595αντιλήπτορας[ἀντιλήπτορας] α-ντι-λή-πτο-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΝΟΜ. (κυρ. παλαιότ.) πρόσωπο που έχει οριστεί από δικαστήριο vα φροντίζει κάποιο άτομο με πνευματική ή σωματική αναπηρία, αλκοολικό ή τοξικομανή: δικαστικός ~. ~ για ανηλίκους. Βλ. δικαστική αντίληψη, επίτροπος, κηδεμόνας. 2. ΕΚΚΛΗΣ. & (κυρ. λόγ.) αντιλήπτωρ: προστάτης, συμπαραστάτης (συνήθ. για τον Θεό). Πβ. αρωγός, βοηθός. Βλ. -τορας. [< 1: γαλλ. percepteur 2: μτγν. ἀντιλήπτωρ]
4596αντιληπτός, ή, ό [ἀντιληπτός] α-ντι-λη-πτός επίθ.: που τον αντιλαμβάνεται κάποιος μέσω των αισθήσεων ή της νόησης: ~ός: κίνδυνος. ~ή: αξία/διαφορά. Ήχοι που δεν γίνονται ~οί από το ανθρώπινο αυτί (βλ. υπέρ-, υπό-ηχος). Πβ. αισθητός. Βλ. ανεπαίσθητος, καταληπτός. ● ΦΡ.: γίνομαι αντιληπτός 1. κινώ την προσοχή κάποιου, κάνω κάποιον να με παρατηρήσει: Έφυγε, χωρίς να γίνει ~. Η απουσία του έγινε ~ή. ΑΝΤ. περνά απαρατήρητος 2. είμαι κατανοητός: Έγινα ~ (= με κατάλαβες);|| (απρόσ.) Δεν έγινε ~ό ότι ... [< μτγν. ἀντιληπτός]
4597αντίληψη[ἀντίληψη] α-ντί-λη-ψη ουσ. (θηλ.) 1. άποψη, ιδέα, γνώμη, ο τρόπος με τον οποίο κάποιος κατανοεί κάτι: αισιόδοξη/αποδεκτή/επαναστατική/εσφαλμένη/ηθική/κυρίαρχη/λαϊκή/μοντέρνα/οικολογική/παιδαγωγική/προοδευτική/τεχνοκρατική/φιλελεύθερη ~. Αναχρονιστικές/θρησκευτικές/ξεπερασμένες/παραδοσιακές/προσωπικές ~ήψεις (= εκτιμήσεις, κρίσεις). Αναθεωρώ/διαμορφώνω/καλλιεργώ/ξεπερνώ μια ~. Έχω την ~ (= νομίζω)/υπάρχει η ~ ότι/πως ... Έχουν τις ίδιες/κοινές ~ήψεις για .../περί ... Σύμφωνα με την επικρατούσα/καθιερωμένη ~ ... Οι ~ήψεις της εποχής εκείνης διαφέρουν από τις σημερινές. Βλ. αυτο~, συν~. 2. σύνθετη νοητική λειτουργία με την οποία ο άνθρωπος αποκτά γνώση, συνείδηση της πραγματικότητας είτε με τις αισθήσεις (ερεθίσματα) είτε με τη λογική· το αποτέλεσμά της: αισθησιακή/αισθητήρια/αισθητική/απτική/μουσική/οξεία/οπτική/ταχεία ~. ~ του κόσμου (= κοσμο~)/του πόνου (= αίσθημα, αίσθηση)/του χρόνου/των χρωμάτων (βλ. δαλτονισμός)/του χώρου. ~ και φαντασία. Η ικανότητα/τα όρια/το πεδίο/η ψυχολογία (βλ. γνωστική ψυχολογία) της ~ης. Άτομα μειωμένης ~ης (πβ. ευφυΐα, νοημοσύνη). Έχω καθαρή/ξεκάθαρη/σαφή ~ (= γνώση, επίγνωση) της κατάστασης/του προβλήματος/του τι μου συμβαίνει. Δεν έχει απόλυτη ~ του περιβάλλοντός της. Βλ. νοημοσύνη. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαστική αντίληψη: ΝΟΜ. ειδικό νομικό καθεστώς που αφορά ορισμένες κατηγορίες προσώπων (σωματικά ή πνευματικά ανάπηρους, με συνήθεια μέθης, τοξικομανία), βάσει του οποίου ορίζεται από το δικαστήριο δικαστικός αντιλήπτορας για τις πράξεις τους. Βλ. επιμέλεια, επιτροπεία, κηδεμονία., κοινωνική αντίληψη & δημόσια αντίληψη: βοήθεια που παρέχεται από το κράτος, φιλανθρωπικά ιδρύματα ή άλλους οργανισμούς και υπηρεσίες σε άτομα με βιοτικές ή άλλες ανάγκες: πρόνοια και ~ ~., ακουστική αντίληψη βλ. ακουστικός, οπτική αντίληψη βλ. οπτικός, υπεραισθητική αντίληψη βλ. υπεραισθητικός ● ΦΡ.: εξ ιδίας αντιλήψεως & έχω ιδίαν αντίληψη (λόγ.): από προσωπική γνώμη, άποψη ή εμπειρία: Γνωρίζει την κατάσταση εξ ιδίας ~.|| Έχει ιδίαν ~ για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν., πέφτει στην αντίληψή μου & (λόγ.) υποπίπτει στην αντίληψή μου: γίνεται αντιληπτό από μένα: Δεν (υπ)έπεσε κάτι ύποπτο ~ ~. [< γαλλ. tomber sous mon sens] [< μτγν. ἀντίληψις, γαλλ. perception, conception]
4598αντιλογία[ἀντιλογία] α-ντι-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αντίθετη άποψη ή επιχειρηματολογία, διαφωνία, αντίρρηση: Εκτελεί χωρίς ~ τις διαταγές του. Δεν έφερε καμία ~.|| (ΡΗΤΟΡ.) Αγώνες ~ας. Βλ. αντιπαράθεση, -λογία, ντιμπέιτ. ΣΥΝ. αντίλογος ● ΣΥΜΠΛ.: πνεύμα αντιλογίας (μειωτ.): για πρόσωπο που εκφράζει συχνά αντιρρήσεις, χωρίς ουσιαστικό λόγο. Πβ. αντι-δραστικός, -ρρησίας. [< γαλλ. esprit de contradiction] [< αρχ. ἀντιλογία]
4599αντιλογίζω[ἀντιλογίζω] α-ντι-λο-γί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνήθ. αντιλογίζ-εται, σπάν. αντιλόγι-σε, αντιλογί-στηκε}: ΛΟΓΙΣΤ. κάνω αντιλογισμό: Ζημία/ποσό που ~εται.
4600αντιλογισμός[ἀντιλογισμός] α-ντι-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΙΣΤ. διόρθωση ή ενημέρωση εγγραφής σε λογιστικό βιβλίο ή υπολογιστικό πρόγραμμα: αυτόματος/μερικός ~. ~ ζημίας/πρόβλεψης (αποζημίωσης). [< μτγν. ἀντιλογισμός 'αντίθετος λογαριασμός']
4601αντίλογος[ἀντίλογος] α-ντί-λο-γος ουσ. (αρσ.): άποψη που αντικρούει, συνήθ. με συγκεκριμένα επιχειρήματα, κάποια άλλη: δημόσιος/πειστικός/τεκμηριωμένος ~. Έλλειψη ~ου. Υπάρχει (σοβαρός) ~ για τις απόψεις του/στις προτάσεις τους. Πβ. αντίρρηση, διαφωνία. Βλ. ομοφωνία, συμφωνία, -λογος. ΣΥΝ. αντιλογία ● ΦΡ.: λόγος (και) αντίλογος βλ. λόγος [< ουσιαστικοπ. αρσ. του αρχ. επιθ. ἀντίλογος]
4602αντιλόπη[ἀντιλόπη] α-ντι-λό-πη ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. γένος φυτοφάγων, μηρυκαστικών θηλαστικών που ανήκουν στην οικογένεια των βοοειδών (οικογ. Bovidae), έχουν λεπτό σώμα, αναπτύσσουν μεγάλη ταχύτητα και ζουν ομαδικά στην Ασία και την Αφρική. Βλ. γαζέλα, γκνου. [< γαλλ. antilope, αγγλ. antelope < μτγν. ἀνθόλοψ]
4603αντιλυσσικός, ή, ό [ἀντιλυσσικός] α-ντι-λυσ-σι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που καταπολεμά ή προφυλάσσει από τη λύσσα: ~ός: ορός. ~ό: εμβόλιο. [< γαλλ. antirabique]
4604αντιμαγνητικός, ή, ό [ἀντιμαγνητικός] α-ντι-μα-γνη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. (για υλικό) που δεν μαγνητίζεται μόνιμα σε μαγνητικό πεδίο: ~ός: (ανοξείδωτος) χάλυβας. ~ό: έλασμα/καλώδιο. [< γαλλ. antimagnétique, αγγλ. antimagnetic]
4605αντιμάθημα[ἀντιμάθημα] α-ντι-μά-θη-μα ουσ. (ουδ.): διάλεξη ή συζήτηση μεταξύ φοιτητών και καθηγητών για επιστημονικά ή επίκαιρα συνήθ. θέματα, που γίνεται ως αντίδραση στον τρόπο διδασκαλίας, το επίπεδο ή τη θεματική των κανονικών μαθημάτων ή σε περιόδους κοινωνικής κυρ. ή πολιτικής κρίσης.
4606αντιμαχία[ἀντιμαχία] α-ντι-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σύγκρουση, διαμάχη, ανταγωνισμός: προσωπικές ~ες. Πβ. αντιπαράθεση. Βλ. -μαχία. [< μεσν. αντιμαχία]
4607αντιμάχομαι[ἀντιμάχομαι] α-ντι-μά-χο-μαι ρ. (μτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}: αντιτίθεμαι σε ή σπανιότ. πολεμώ ενάντια σε κάποιον ή κάτι: ~ τις απόψεις/αρχές/ιδέες (κάποιου). Το καλό ~εται το κακό. Πβ. ανταγωνίζομαι, αντι-παλεύω, -στρατεύομαι, -τάσσομαι. ΑΝΤ. προασπίζω, υπεραμύνομαι ● Μτχ.: αντιμαχόμενος , η, ο {συνηθέστ. στον πληθ.}: ~ες: παρατάξεις. ~α: στρατόπεδα/συμφέροντα. Υπογραφή συμφωνίας από τα ~α μέρη.|| (ως ουσ.) Και οι δύο ~οι υπέστησαν σοβαρές απώλειες. Πβ. εμπόλεμος. [< αρχ. ἀντιμάχομαι ‘μάχομαι εναντίον, αντιστέκομαι’]
4608αντιμεθαύριο[ἀντιμεθαύριο] α-ντι-με-θαύ-ρι-ο επίρρ.: (σε) τρεις ημέρες από σήμερα. Βλ. αντιπροχθές.
4609αντιμεταβολίτης[ἀντιμεταβολίτης] α-ντι-με-τα-βο-λί-της ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ουσία που αντικαθιστά ή αναστέλλει τη δράση του μεταβολίτη. Βλ. -ίτης2.αντιμεταβολίτες (οι) {σπανιότ. στον εν.}: ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακα για καρκινοπαθείς που παρεμποδίζουν τον μεταβολισμό των κυττάρων. Βλ. χημειοθεραπεία. [< αγγλ. antimetabolite, 1947, γαλλ. antimétabolite]
4610αντιμετάθεση[ἀντιμετάθεση] α-ντι-με-τά-θε-ση ουσ. (θηλ.): αμοιβαία αλλαγή της θέσης δύο ή περισσοτέρων μερών: ~ λέξεων και γραμμάτων (: ως ένδειξη δυσλεξίας)/ρόλων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αλγόριθμος ~ης (τιμών). Ταξινόμηση με ~.|| (ΜΑΘ.) ~ παραγόντων/προσθετέων.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ φθόγγων (: χούφτα-φούχτα).|| (μτφ.) ~ ευθυνών (πβ. μετάθεση). [< μτγν. ἀντιμετάθεσις, γαλλ. permutation]
4611αντιμεταθέτω[ἀντιμεταθέτω] α-ντι-με-τα-θέ-τω ρ. (μτβ.) {αντιμετέθε-σε, αντιμετατίθ-εται}: αλλάζω αμοιβαία τη θέση συνήθ. δύο ή περισσοτέρων μερών, έτσι ώστε στην αρχική του ενός να βρίσκεται κάτι άλλο και αντίστροφα: ~ γράμματα/λέξεις. Στήλες πίνακα που ~ενται. Πβ. αντιστρέφω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Αλγόριθμος που ~ει τις τιμές δύο μεταβλητών. [< μτγν. ἀντιμετατίθεμαι, αγγλ. permute]
4612αντιμεταναστευτικός, ή, ό [ἀντιμεταναστευτικός] α-ντι-με-τα-να-στευ-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στη μετανάστευση ή τον μετανάστη: ~ή: πολιτική. ~ό: κίνημα/ρεύμα. ~ές: θέσεις. ~ά: αισθήματα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.