Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [55380-55400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54882φιλόμουσος, η/ος, ο φι-λό-μου-σος επίθ. (λόγ.): που είναι λάτρης της μουσικής και γενικότ. των τεχνών: ~η: νεολαία. ~ο: ακροατήριο. (ως ουσ.) Οι ~οι. Πβ. μουσικόφιλος.|| (κατ' επέκτ.) ~η: ψυχή. ~α: αισθήματα. Πβ. φιλότεχνος. ΑΝΤ. άμουσος (1) [< αρχ. φιλόμουσος]
54883φιλονικίαφι-λο-νι-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έντονη αντιπαράθεση, τσακωμός: Ξέσπασε ~ μεταξύ τους λόγω των περιουσιακών. Η διαφωνία τους κατέληξε σε ~. Πβ. αντιδικία, διαμάχη, διαπληκτισμός, διένεξη, έριδα, καβγάς, λογομαχία, προστριβή, σύγκρουση. [< αρχ. φιλονικία]
54884φιλόνικος, η, ο φι-λό-νι-κος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που έχει την τάση να φιλονικεί: δύστροπος και ~. Πβ. καβγατζής.|| (κατ' επέκτ.) ~η: διάθεση. ΣΥΝ. εριστικός, φίλερις [< αρχ. φιλόνικος]
54885φιλονικώ[φιλονικῶ] φι-λο-νι-κώ ρ. (αμτβ.) {φιλονικ-είς ..., -ώντας | φιλονίκ-ησε, -ήσει} (λόγ.): καβγαδίζω, τσακώνομαι: ~ησαν έντονα (μεταξύ τους) για άγνωστο λόγο. Είχε ~ήσει μαζί του. Πβ. αντιδικώ, διαπληκτίζομαι, ερίζω, λογομαχώ, μαλώνω. Βλ. δια~. [< αρχ. φιλονικῶ]
54886φιλόνομος, η, ο φι-λό-νο-μος επίθ. (σπάν.-λόγ.): νομοταγής: ~οι: πολίτες. ΣΥΝ. νομιμόφρων [< μτγν. φιλόνομος]
54887φιλοξενίαφι-λο-ξε-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. πρόθυμη υποδοχή και παροχή στέγης, τροφής ή/και άλλων περιποιήσεων σε ξένο: (από οικοδεσπότη στο σπίτι του:) αβραμιαία/απλόχερη/εγκάρδια/ευγενική/ζεστή/πατροπαράδοτη ~. ~ παιδιών προσφύγων σε οικογένειες (βλ. αναδοχή). Αίσθημα ~ας. Ανταπόδοση της ~ας. Προσφέρει ~. Ευχαριστώ για τη ~.|| (ΑΡΧ.) Ο θεσμός/το τυπικό της ~ας.|| (από ξένη χώρα:) ~ μαθητών (σε κατασκηνώσεις). Δομή/κέντρα ~ας μεταναστών (βλ. άσυλο). 2. φιλόξενη διάθεση: χώρα γνωστή για τη ~ της. Η ~ τους θα μας μείνει αξέχαστη/μας έχει σκλαβώσει. Καταχράστηκε τη ~ τους. Βλ. ανοιχτοσύνη. 3. (κατ' επέκτ.) στέγαση (και σίτιση) επί πληρωμή· προσφορά χώρου έναντι αμοιβής για την πραγματοποίηση εκδήλωσης: ξενώνας/υποδομές ~ας. Η πανσιόν έχει δυνατότητα ~ας … ατόμων. Απολαμβάνει ~ πολλών αστέρων (: πολυτελείας).|| ~ ζώων/σκύλων.|| Ξενοδοχείο ιδανικό για τη ~ συνεδρίων.|| (μτφ.) ~ απόψεων (σε περιοδικό). ● ΣΥΜΠΛ.: φιλοξενία ιστοσελίδων/δικτυακών τόπων: ΔΙΑΔΙΚΤ. υπηρεσία που παρέχεται από εταιρείες του ίντερνετ, οι οποίες ενοικιάζουν σε ιδιώτες χώρο στους διακομιστές τους, προκειμένου οι τελευταίοι να δημιουργήσουν και να διαθέτουν ιστοσελίδα στο διαδίκτυο: πακέτα ~ας ~. [< αγγλ. web hosting] [< αρχ. φιλοξενία]
54888φιλόξενος, η, ο φι-λό-ξε-νος επίθ.: που διακρίνεται για τη φιλοξενία του: ~ος: λαός/οικοδεσπότης. ~η: χώρα. ~ο: προσωπικό. ~οι: κάτοικοι. ~α: χωριά. Ανοιχτόκαρδος και ~. Βλ. περιποιητικός.|| ~η: αγκαλιά/διάθεση/υποδοχή. ~ο: περιβάλλον/σπίτι. ~α: αισθήματα. Πβ. οικείος, φιλικός.|| ~ο: καταφύγιο/λιµάνι/στέκι. ~ες: παραλίες.|| ~ος: ξενώνας. ~ο: κατάλυμα/ξενοδοχείο. ~ες: εγκαταστάσεις.|| (μτφ.) ~ος: χώρος έκφρασης/τέχνης. ~ο: (τηλεοπτικό) κανάλι. ~ες: σελίδες (διαδικτύου). Βρήκε ~ο (= πρόσφορο) έδαφος, για ν' αναπτύξει τις απόψεις του. ΑΝΤ. άξενος, αφιλόξενος ● επίρρ.: φιλόξενα [< αρχ. φιλόξενος]
54889φιλοξενούμενος, η, ο φι-λο-ξε-νού-με-νος επίθ. 1. (για πρόσ.) που φιλοξενείται: ~οι: εργάτες (= γκασταρμπάιτερ)/μαθητές/φοιτητές (βλ. Εράσμους). Είναι ~ στο σπίτι της οικογένειας (πβ. μουσαφίρης, βλ. οικοδεσπότης).|| (μτφ.) ~η: εκδήλωση. ~α: άρθρα (: σε εφημερίδα).|| (ως ουσ.) Οι ~οι (= καλεσμένοι) μιας εκπομπής. Βιβλίο ~μένων (= επισκεπτών). Ξενοδοχείο που ικανοποιεί και τον πιο απαιτητικό ~ο. 2. ΑΘΛ. που αγωνίζεται εκτός έδρας: ~η: ομάδα. (ως ουσ.) Οι ~οι κέρδισαν τους γηπεδούχους.|| (κατ' επέκτ.) ~οι: φίλαθλοι.
54890φιλοξενώ[φιλοξενῶ] φι-λο-ξε-νώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | φιλοξέν-ησα, -ήθηκα, λόγ. φιλοξεν-ών, -ούσα, -ούν, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. προσφέρω δωρεάν στέγη, τροφή και γενικότ. περιποίηση συνήθ. σε επισκέπτη, ξένο: Τον ~ήσαμε για ένα βράδυ σπίτι μας. Ευχαρίστως να σας ~ήσω.|| Χωριά που ~ησαν τους πρόσφυγες. Άστεγοι ~ούνται σε ξενώνες πρόσκαιρης διαμονής.|| (μτφ.) Η εκπομπή ~εί τον συγγραφέα ... (βλ. καλώ, προσκαλώ). Στη λιμνοθάλασσα ~ούνται πολλά είδη πουλιών. 2. διαθέτω έναν χώρο για ορισμένη εκδήλωση, σκοπό: Η Ελλάδα ~ησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Στην γκαλερί ~ήθηκαν έργα του διάσημου γλύπτη ... ~ούσα: χώρα. ~ούν: κράτος. Πβ. στεγάζω.|| ~εί στην ιστοσελίδα του αποτελέσματα διαφόρων ερευνών. Σκίτσα του ~ησαν οι εκδόσεις ... Πβ. δημοσιεύω, καταχωρώ.|| (ΑΘΛ.) Η ομάδα ~εί στην έδρα της τους αντιπάλους (πβ. υποδέχομαι). Ο τελικός του Κυπέλλου θα ~ηθεί στο στάδιο ... (πβ. διεξάγω). 3. παρέχω σε κάποιον υπηρεσίες έναντι αμοιβής: Τα δωμάτια του ξενοδοχείου ~ούν (= δέχονται, εξυπηρετούν) από δύο έως τέσσερα άτομα. Στο κέντρο ~ούνται παιδιά με αισθητηριακές και κινητικές αναπηρίες. [< 1: μτγν. φιλοξενῶ 'υποδέχομαι με φιλόξενο τρόπο', γαλλ. hospitaliser 2,3: αγγλ. host]
54891φιλοπαιγμοσύνηφι-λο-παιγ-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): παιχνιδιάρικη, περιπαικτική στάση, διάθεση. Πβ. ευτραπελία. Βλ. -οσύνη. [< μτγν. φιλοπαιγμοσύνη ‘αγάπη για το ατομικό ή ομαδικό παιχνίδι’]
54892φιλοπαίγμων, ων, ον φι-λο-παίγ-μων επίθ. {φιλοπαίγμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.): παιχνιδιάρικος, εύθυμος, περιπαικτικός: ~ων: λόγος. ~ων: συμπεριφορά. ~ον: πνεύμα/ύφος. Με ~ονα διάθεση. Πβ. παιγνιώδης. Βλ. φαιδρός.|| (για πρόσ.) Είναι ~ονες. Πβ. πλακα-, χωρατα-τζής. [< αρχ. φιλοπαίγμων]
54893φιλοπατρίαφι-λο-πα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αγάπη για την πατρίδα: βαθιά ~. Η αξία/αρετή της ~ας. Δείγμα ~ας (βλ. αυτοθυσία). ΣΥΝ. πατριωτισμός [< αρχ. φιλοπατρία]
54894φιλόπατρις, ις, ι φι-λό-πα-τρις επίθ./ουσ. {φιλοπάτρ-ιδος, -ι(ν) | -ιδες} (λόγ.): που διακρίνεται από αγάπη για την πατρίδα του: ~ις: λαός/πολίτης. ~ιδες: ηγέτες. Πβ. πατριδολάτρης. ΣΥΝ. πατριώτης (1) [< μτγν. φιλόπατρις]
54895φιλοπεριβαλλοντικός, ή, ό φι-λο-πε-ρι-βαλ-λο-ντι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος: ~ή: γεωργία/τεχνολογία (= φιλική προς το περιβάλλον). [< αγγλ. environmentally friendly, 1984, γερμ. umweltfreundlich]
54896φιλοπεριέργειαφι-λο-πε-ρι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φιλοπερίεργου. Πβ. αδιακρισία, περιέργεια.
54897φιλοπερίεργος, η, ο φι-λο-πε-ρί-ερ-γος επίθ. (λόγ.): που τον διακρίνει μεγάλη περιέργεια: ~ος: αναγνώστης/επισκέπτης (ενός τόπου). ~η: δημοσιογράφος. ~ο: πνεύμα.|| (αρνητ. συνυποδ.) Μην είσαι ~, το ζήτημα δεν σε αφορά. Πβ. αδιάκριτος, περίεργος.
54898φιλοπόλεμος, η, ο φι-λο-πό-λε-μος επίθ.: (για πρόσ.) που αγαπά, επιθυμεί τον πόλεμο ή τάσσεται υπέρ του: ~ος: λαός.|| (κατ' επέκτ.) ~η: διάθεση/στάση. ~ο: κλίμα. ΣΥΝ. πολεμοχαρής ΑΝΤ. αντιπολεμικός, ειρηνόφιλος, φιλειρηνικός [< αρχ. φιλοπόλεμος]
54899φιλοπονίαφι-λο-πο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εργατικότητα: Επιδεικνύει ~. ΣΥΝ. φιλεργία ΑΝΤ. φυγοπονία [< αρχ. φιλοπονία]
54900φιλόπονος, η, ο φι-λό-πο-νος επίθ. (λόγ.): που αγαπά την εργασία, που κοπιάζει πρόθυμα για κάτι: ~ος: εργάτης. Πβ. εργατικός, προκομμένος. ΑΝΤ. οκνηρός, τεμπέλης.|| (κατ' επέκτ.) ~ες: προσπάθειες. Βλ. -πονος2. ΣΥΝ. φίλεργος ΑΝΤ. φυγόπονος ● επίρρ.: φιλόπονα & (λόγ.) -όνως [< αρχ. φιλόπονος]
54901φιλοπραγμοσύνηφι-λο-πραγ-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): η ιδιότητα του φιλοπράγμονα. Πβ. πολυπραγμοσύνη. Βλ. -οσύνη. [< αρχ. φιλοπραγμοσύνη]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.