Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55380-55400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54892φιλοπαίγμων, ων, ον φι-λο-παίγ-μων επίθ. {φιλοπαίγμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.): παιχνιδιάρικος, εύθυμος, περιπαικτικός: ~ων: λόγος. ~ων: συμπεριφορά. ~ον: πνεύμα/ύφος. Με ~ονα διάθεση. Πβ. παιγνιώδης. Βλ. φαιδρός.|| (για πρόσ.) Είναι ~ονες. Πβ. πλακα-, χωρατα-τζής. [< αρχ. φιλοπαίγμων]
54893φιλοπατρίαφι-λο-πα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αγάπη για την πατρίδα: βαθιά ~. Η αξία/αρετή της ~ας. Δείγμα ~ας (βλ. αυτοθυσία). ΣΥΝ. πατριωτισμός [< αρχ. φιλοπατρία]
54894φιλόπατρις, ις, ι φι-λό-πα-τρις επίθ./ουσ. {φιλοπάτρ-ιδος, -ι(ν) | -ιδες} (λόγ.): που διακρίνεται από αγάπη για την πατρίδα του: ~ις: λαός/πολίτης. ~ιδες: ηγέτες. Πβ. πατριδολάτρης. ΣΥΝ. πατριώτης (1) [< μτγν. φιλόπατρις]
54895φιλοπεριβαλλοντικός, ή, ό φι-λο-πε-ρι-βαλ-λο-ντι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος: ~ή: γεωργία/τεχνολογία (= φιλική προς το περιβάλλον). [< αγγλ. environmentally friendly, 1984, γερμ. umweltfreundlich]
54896φιλοπεριέργειαφι-λο-πε-ρι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φιλοπερίεργου. Πβ. αδιακρισία, περιέργεια.
54897φιλοπερίεργος, η, ο φι-λο-πε-ρί-ερ-γος επίθ. (λόγ.): που τον διακρίνει μεγάλη περιέργεια: ~ος: αναγνώστης/επισκέπτης (ενός τόπου). ~η: δημοσιογράφος. ~ο: πνεύμα.|| (αρνητ. συνυποδ.) Μην είσαι ~, το ζήτημα δεν σε αφορά. Πβ. αδιάκριτος, περίεργος.
54898φιλοπόλεμος, η, ο φι-λο-πό-λε-μος επίθ.: (για πρόσ.) που αγαπά, επιθυμεί τον πόλεμο ή τάσσεται υπέρ του: ~ος: λαός.|| (κατ' επέκτ.) ~η: διάθεση/στάση. ~ο: κλίμα. ΣΥΝ. πολεμοχαρής ΑΝΤ. αντιπολεμικός, ειρηνόφιλος, φιλειρηνικός [< αρχ. φιλοπόλεμος]
54899φιλοπονίαφι-λο-πο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εργατικότητα: Επιδεικνύει ~. ΣΥΝ. φιλεργία ΑΝΤ. φυγοπονία [< αρχ. φιλοπονία]
54900φιλόπονος, η, ο φι-λό-πο-νος επίθ. (λόγ.): που αγαπά την εργασία, που κοπιάζει πρόθυμα για κάτι: ~ος: εργάτης. Πβ. εργατικός, προκομμένος. ΑΝΤ. οκνηρός, τεμπέλης.|| (κατ' επέκτ.) ~ες: προσπάθειες. Βλ. -πονος2. ΣΥΝ. φίλεργος ΑΝΤ. φυγόπονος ● επίρρ.: φιλόπονα & (λόγ.) -όνως [< αρχ. φιλόπονος]
54901φιλοπραγμοσύνηφι-λο-πραγ-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): η ιδιότητα του φιλοπράγμονα. Πβ. πολυπραγμοσύνη. Βλ. -οσύνη. [< αρχ. φιλοπραγμοσύνη]
54902φιλοπράγμων, ων, ον φι-λο-πράγ-μων επίθ./ουσ. {φιλοπράγμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα)} (σπάν.-λόγ.) 1. (για πρόσ.) που έχει την τάση να καταγίνεται με πολλές και ποικίλες ασχολίες. Πβ. δραστήριος. ΣΥΝ. πολυάσχολος, πολυπράγμων (1) ΑΝΤ. απράγμων 2. (αρνητ. συνυποδ.) που ασχολείται με τις υποθέσεις των άλλων, χωρίς να του ζητηθεί. Πβ. αδιάκριτος, (φιλο)περίεργος. [< αρχ. φιλοπράγμων]
54903φιλοπρόοδος, η, ο φι-λο-πρό-ο-δος επίθ. (λόγ.) & φιλοπροοδευτικός, ή, ό: που επιθυμεί, επιδιώκει την πρόοδο: ~ος: δήμαρχος. ~η: κοινωνία. ~ο: πνεύμα. ~ες: ιδέες. Πβ. καινοτόμος.|| (ονομασία πολιτιστικού συλλόγου:) ~ος: όμιλος. ~η: Ένωση. ΣΥΝ. προοδευτικός (1)
54904φιλοπρωτίαφι-λο-πρω-τί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έντονη επιθυμία κάποιου να έχει πάντα τα πρωτεία: παθολογική ~. Βλ. φιλαρχία. [< μτγν. φιλοπρωτία]
54905φιλόπτωχος, ος/η, ο φι-λό-πτω-χος επίθ. (λόγ.): που έχει ως στόχο την παροχή οικονομικής, υλικής ή/και ηθικής υποστήριξης στους φτωχούς: γενικό/ενοριακό ~ο ταμείο. Πβ. φιλανθρωπικός.|| (ως ουσ.) Εκδήλωση της/οι κυρίες της Φιλοπτώχου (ενν. αδελφότητας). [< μτγν. φιλόπτωχος]
54906φίλοςφί-λος ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο αρσενικού φύλου που συνδέεται φιλικά με κάποιον: αδελφικός (= καρντάσης)/αληθινός/διαδικτυακός/ένθερμος/καινούργιος/καλός/κοινός/κοντινός/οικογενειακός/παιδικός/παλιός/πιστός/στενός ~. (ειρων.) Άσπονδοι ~οι. Αχώριστοι/πραγματικοί ~οι. Ο αγαπημένος μου ~. Για πάντα/πάνω από όλα ~οι. Της έκανε τον ~ο. Ένας ~ μού είπε ... Είναι ~ (μου) από τον στρατό/το σχολείο. Στο λέω σαν ~. Ο ~ του ~ου μου είναι και δικός μου ~. Υπήρξε προσωπικός της ~. Μου σύστησε τον ~ο του. Προωθήστε το ιμέιλ σε έναν ~ο σας. Πβ. κολλητός.|| Βρήκε έναν απρόσμενο ~ο (= σύμμαχο) στο πρόσωπό του.|| (στον πληθ., για πρόσ. ανεξαρτήτως φύλου:) Οι φανταστικοί ~οι των παιδιών. ~οι δι' αλληλογραφίας. Είμαστε ή δεν είμαστε ~οι; Καλύτερα να μείνουμε ~οι. Έτσι κάνουν οι ~οι; Δεν έχει ~ους. Τους ~ους τους διαλέγουμε. (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Λίστα ~ων.|| (κατ' επέκτ.) Ο καλύτερος/πιο πιστός ~ του ανθρώπου (: συνήθ. για το βιβλίο και τον σκύλο, αντίστοιχα). Οι τετράποδοι ~οι μας (: τα ζώα).|| (οικ.) Όπως είπε προηγουμένως και ο ~ από 'δω ... (: συνήθ. όταν δεν ξέρουμε το όνομά του, βλ. κύριος). Βλ. γνωστός, φιλαράκος. ΑΝΤ. εχθρός (1) 2. εραστής, ερωτικός σύντροφος: Θα έρθει με τον ~ο της. Πβ. αγόρι, αμόρε, γκόμενος. 3. πρόσωπο που του αρέσει κάτι και ασχολείται με αυτό συνήθ. συστηματικά, υποστηρικτής, θαυμαστής: ~ του κινηματογράφου/των τεχνών/της τζαζ. Οι ~οι του βιβλίου (= βιβλιόφιλοι)/των γραμμάτων/του διαδικτύου/των ζώων (= ζωόφιλοι)/των κόμικς/του κρασιού/του μουσείου/της μουσικής (= μουσικόφιλοι)/μιας ομάδας (πβ. οπαδός, φίλαθλος)/του ποδηλάτου/τένις. Είμαι φανατικός ~ (= φαν) των ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Ανώνυμη επιστολή ~ου της εφημερίδας. Αντιδράσεις ~ων ενός κόμματος. Απαντήσεις σε ερωτήσεις ~ων της στήλης. Λέσχη/όμιλος/σύλλογος/συνάντηση/σύνδεσμος/συνέλευση ~ων της αστρονομίας/του βουνού/της θάλασσας/του σκακιού. Κείμενα ~ων και επισκεπτών του δικτυακού μας τόπου. Φόρουμ συζήτησης για τους ~ους του NBA. Για τους μικρούς μας ~ους (: τα παιδιά)/για τους ~ους της γεύσης. Πβ. θιασώτης, λάτρης. ΑΝΤ. πολέμιος 4. (η κλητ. φίλε & φίλοι) ως οικεία προσφώνηση: Άκου ρε ~ε τι γίνεται. Μπερδεμένα μας τα λες, ~ε μου. Τι έπαθες ρε ~ε; Καλωσήρθες ~ε! Αντίο ~ε! (προς κάποιον άγνωστο:) ~ε, πού είναι η οδός ...; (σε ακροατήριο:) Αγαπητοί (μου) ~οι ... Φίλες και ~οι ... 5. (μτφ.) στοιχείο, παράγοντας που ωφελεί, βοηθά: ~ της υγείας. Ο ύπνος είναι ~ της μνήμης. Το γάλα είναι από τους καλύτερους ~ους του παιδιού. Πβ. σύμμαχος. ΑΝΤ. εχθρός (3) 6. (ως επίθ., συνήθ. προσφών. προφ. ή γραπτή) αυτός για τον οποίο κάποιος έχει φιλική διάθεση: ~ε αναγνώστη/επισκέπτη ... Οι ~οι ακροατές/τηλεθεατές. Προσκαλούμε τους ~ους δημοσιογράφους ... Πβ. αγαπητός, προσφιλής, φίλτατος. 7. αυτός που συνδέεται με σχέση αμοιβαίας βοήθειας, ειρηνικής συνύπαρξης, υποστήριξης με κάποιον άλλο: Ήρθε ως/είναι ~ της χώρας μας.|| (ως επίθ., φιλικός:) ~οι: λαοί. Πβ. συμμαχικός. ΑΝΤ. εχθρός (2) ● Υποκ.: φιλαράκι (το): Να φέρω και ένα ~ μου; (αργκό) Καλά ρε ~, δεν πειράζει. Πβ. παλιόφιλος. ● Μεγεθ.: φιλάρας (ο) & φιλάρα (η) (αργκό): συνήθ. ως προσφών.: Τι κάνεις ρε ~α;|| (ειρων.) Κοίτα, ~α, αν δεν έχεις επιχειρήματα μη μιλάς.|| (απειλητ.) ~α τρέχει τίποτα; ● ΣΥΜΠΛ.: καρδιακός/εγκάρδιος φίλος: στενός και αγαπητός, επιστήθιος φίλος. ● ΦΡ.: άμα/όταν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς; (παροιμ.): σε περιπτώσεις που ένα άτομο, το οποίο θεωρείται φίλος, συμπεριφέρεται πολύ άσχημα., δεν είμαι φίλος: ευγενικός, ήπιος τρόπος για να δηλώσει κάποιος ότι δεν του αρέσει κάτι: ~ ~ του αλκοόλ/της τηλεόρασης., πες/δείξε μου τον φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι (παροιμ.): το ήθος, η ποιότητα ενός ανθρώπου φαίνεται από τους φίλους που επιλέγει., πιάνω φίλο/φίλους (λαϊκό): αποκτώ φίλο ή κυρ. ερωτικό σύντροφο., αγάπα το(ν) φίλο σου με τα ελαττώματά του βλ. αγαπώ, ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται βλ. ανάγκη, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους βλ. λογαριασμός ● βλ. φίλη [< αρχ. φίλος, γαλλ. ami, αγγλ. friend]
54908φιλοσόφημαφι-λο-σό-φη-μα ουσ. (ουδ.) {φιλοσοφήμ-ατα}: προϊόν φιλοσοφικής σκέψης, φιλοσοφική θεώρηση ή άποψη: πλατωνικό ~.|| (μτφ.-ειρων.) Με ~ατα και τσακωμούς, δεν λύνονται τα προβλήματα. [< αρχ. φιλοσόφημα, γαλλ. philosophème, αγγλ. philosopheme]
54909φιλοσοφημένος, η, ο φι-λο-σο-φη-μέ-νος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από φιλοσοφική διάθεση· (για πρόσ.) που αντιμετωπίζει τις καταστάσεις βαθυστόχαστα ή με νηφαλιότητα και σωστή σκέψη: ~η: άποψη/κίνηση/στάση ζωής. ~ο: κείμενο. ~ες: δηλώσεις/φράσεις.|| ~ος: άνθρωπος. ~η: προσωπικότητα. Πβ. μελετημένος. ● επίρρ.: φιλοσοφημένα ● βλ. φιλοσοφώ [< μτγν. πεφιλοσοφημένος]
54910φιλοσοφίαφι-λο-σο-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. έρευνα μέσω της λογικής σκέψης που έχει ως στόχο την ερμηνεία και κατανόηση σπουδαίων θεωρητικών ζητημάτων, όπως είναι η αρχή των όντων, η φύση της αλήθειας, τα όρια της ανθρώπινης γνώσης, η θέση του ανθρώπου στον κόσμο· συνεκδ. ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος· ειδικότ. συγκεκριμένο σύστημα ή διδασκαλία των ιδεών, αρχών και αξιών ενός φιλοσόφου, μιας σχολής ή εποχής: Οι κλάδοι της ~ας (: αισθητική, γνωσιολογία, ηθική, λογική, μεταφυσική, οντολογία). Η ~ του δικαίου/της εξέλιξης/της επιστήμης/της ζωής/της θρησκείας/της ιστορίας/των κοινωνικών επιστημών/των μαθηματικών/της παιδείας/του πνεύματος/της τέχνης/της φύσης. Η ανάγκη/οι αρχές/ο ρόλος της ~ας.|| Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής ~ας (της Ακαδημίας Αθηνών). Σπουδάζει ~. Είμαι φοιτητής της ~ας.|| Ανατολική/αριστοτελική/αρχαία ελληνική/βουδιστική/βυζαντινή/δυτική/ερμητική/εσωτερική/ηθική/ιδεαλιστική/ινδική/ιωνική/καντιανή/μαρξιστική/νεότερη/(νεο)πλατωνική/(προ)σωκρατική/πυθαγόρεια/σύγχρονη/ταοϊστική/υλιστική/χριστιανική ~. Βλ. αιτιοκρατία, ανθρωπ-, εμπειρ-, μηδεν-, πραγματ-, ρεαλ-, υλ-ισμός, πανθεϊσμός, φαινομενολογία, μετα~. 2. (μτφ.) γενικές αρχές και μεθοδολογία που διέπουν έναν γνωστικό τομέα, μια ανθρώπινη δραστηριότητα, ένα έργο: εκπαιδευτική/επενδυτική/επιχειρηματική/επιχειρησιακή/πελατοκεντρική ~. Η ~ μιας εταιρείας/του καταστήματος. Στόχοι και ~ του προγράμματος (μεταπτυχιακών σπουδών). Η ~ μας παραμένει η υψηλή ποιότητα των υπηρεσιών. Αλλαγή ~ας στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Οι δύο ομάδες ακολουθούν διαφορετικές ~ες (= συστήματα) στο παιχνίδι τους. Πβ. αντίληψη, ιδεολογία, κοσμοθεωρία, οπτική. 3. (μτφ.-προφ.) προσωπική θεώρηση της ζωής: Η ~ μου είναι να ... Έχουν αντίθετες ~ες. Πβ. βιοθεωρία. 4. {συνήθ. στον πληθ.} (αρνητ. συνυποδ.) πολύπλοκη σκέψη ή σύνθετος, αόριστος, φλύαρος λόγος: Η λύση του προβλήματος δεν χρειάζεται/δεν θέλει και πολλή/μεγάλη ~ (: για κάτι αυτονόητο, εύκολο).|| Άσε τις ~ες και μίλα πιο καθαρά. Δεν είναι ώρα για ~ες. Πβ. αμπελο~, θεωρητικολογία, φιλολογία, ψευτο~. ● ΣΥΜΠΛ.: αναλυτική φιλοσοφία/φιλοσοφία της γλώσσας βλ. αναλυτικός, θετική φιλοσοφία βλ. θετικός, πολιτική φιλοσοφία βλ. πολιτικός, πρακτική φιλοσοφία βλ. πρακτικός [< αρχ. φιλοσοφία, γαλλ. philosophie, γερμ. Philosophie, αγγλ. philosophy]
54911φιλοσοφικός, ή, ό φι-λο-σο-φι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη φιλοσοφία ή τον φιλόσοφο: ~ός: βίος/διάλογος/κλάδος/λόγος/όρος/στοχασμός. ~ή: αναζήτηση/αντίληψη/γνώση/διάθεση/έρευνα/ερμηνεία/θεώρηση/θεωρία/μέθοδος/μελέτη/παιδεία/προσέγγιση/σκέψη. ~ό: ερώτημα/ζήτημα/κίνημα/πνεύμα/ρεύμα/σχόλιο/υπόβαθρο. ~οί: προβληματισμοί. ~ές: έννοιες/θέσεις/συζητήσεις. ~ά: αποφθέγματα/διδάγματα/συστήματα. Ταινία με έντονα ~ά μηνύματα. Βλ. μετα~. ● επίρρ.: φιλοσοφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Φιλοσοφική (Σχολή): πανεπιστημιακή σχολή που περιλαμβάνει τμήματα όπου διδάσκονται οι ανθρωπιστικές επιστήμες (φιλολογία, ιστορία, αρχαιολογία, φιλοσοφία, παιδαγωγική, ψυχολογία, ξένες γλώσσες και φιλολογίες, θεατρικές και μουσικές σπουδές)., φιλοσοφική λίθος βλ. λίθος [< μτγν. φιλοσοφικός, γαλλ. philosophique, αγγλ. philosophic(al)]
54912φιλοσοφικότηταφι-λο-σο-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διάθεση για φιλοσοφική θεώρηση των πραγμάτων: βαθιά ~. Πβ. στοχαστικότητα. Βλ. -ότητα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.