Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55400-55420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54913φιλόσοφοςφι-λό-σο-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -όφου} 1. ΦΙΛΟΣ. πρόσωπο που ασχολείται συστηματικά με τη φιλοσοφία και διατυπώνει ή υποστηρίζει μια θεωρία: διαλεκτικός/επικούρειος/(νεο)πλατωνικός/στωικός/σχολαστικός/(προ)σωκρατικός ~. Κυνικοί/σκεπτικοί ~οι. Τα κείμενα των ~όφων της αρχαιότητας. Πβ. σοφός.|| Ιδεαλιστής/μαρξιστής/μοντέρνος/υλιστής ~. Οι ~οι του Διαφωτισμού. Σύγχρονοι ~οι. Πβ. διανοητής, στοχαστής. Βλ. μετα~. 2. (μτφ.) αυτός που χαρακτηρίζεται από φιλοσοφική διάθεση: ~ της ζωής. Βλ. αμπελο~, ιατρο~, ψευτο~. ● ΣΥΜΠΛ.: Ζητητικοί (φιλόσοφοι) βλ. ζητητικός, θετικός φιλόσοφος βλ. θετικός [< αρχ. φιλόσοφος, γαλλ. philosophe, γερμ. Philosoph, αγγλ. philosopher]
54915φιλοστοργίαφι-λο-στορ-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): στοργή: μητρική ~. ΑΝΤ. αστοργία [< αρχ. φιλοστοργία]
54916φιλόστοργος, η, ο φι-λό-στορ-γος επίθ. (λόγ.): στοργικός. ΑΝΤ. άστοργος [< αρχ. φιλόστοργος]
54917φιλοτεκνίαφι-λο-τε-κνί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ., κυρ. σε εκκλησ. κείμενα): η ιδιότητα του φιλότεκνου. [< μτγν. φιλοτεκνία]
54918φιλότεκνος, η, ο φι-λό-τε-κνος επίθ. (σπάν.-λόγ., κυρ. σε εκκλησ. κείμενα): που αγαπά τα παιδιά του: ~ος: Πατέρας (: ο Θεός). [< αρχ. φιλότεκνος]
54919φιλοτελικός, ή, ό φι-λο-τε-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φιλοτελισμό ή τον φιλοτελιστή: ~ός: όμιλος. ~ή: εταιρεία/συλλογή. ~ό: γραφείο. Ταχυδρομικό και ~ό Μουσείο. [< γαλλ. philatélique, αγγλ. philatelic(al)]
54920φιλοτελισμόςφι-λο-τε-λι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) φιλοτέλεια (η): συστηματική ενασχόληση με τη συλλογή, μελέτη, ταξινόμηση, παρουσίαση ή/και εμπορία γραμματοσήμων και άλλων στοιχείων της ταχυδρομικής ιστορίας: θεματικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. philatélie, αγγλ. philately, philatelism]
54921φιλοτελιστήςφι-λο-τε-λι-στής ουσ. (αρσ.): αυτός που ασχολείται με τον φιλοτελισμό. Βλ. συλλέκτης. [< γαλλ. philatéliste, αγγλ. philatelist]
54922φιλοτέχνημαφι-λο-τέ-χνη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): έργο (τέχνης), καλλιτέχνημα: ~ σπουδαίου γλύπτη. Πβ. κομψοτέχνημα. Βλ. -τέχνημα. [< μτγν. φιλοτέχνημα]
54923φιλοτέχνησηφι-λο-τέ-χνη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φιλοτεχνώ: ~ αγάλματος/μνημείου/προτομής. ΣΥΝ. φιλοτεχνία (2) [< μτγν. φιλοτέχνησις]
54924φιλοτεχνίαφι-λο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ιδιότητα του φιλότεχνου. 2. φιλοτέχνηση. Βλ. -τεχνία. [< αρχ. φιλοτεχνία]
54925φιλότεχνος, η, ο φι-λό-τε-χνος επίθ.: (για πρόσ.) που διακρίνεται από αγάπη και ενδιαφέρον για τις Καλές Τέχνες: ~ο: κοινό. ~οι: επισκέπτες (μουσείων). (ως ουσ.) Την έκθεση παρακολούθησαν πολλοί ~οι.|| (κατ' επέκτ.) ~α: αισθήματα. Πβ. φιλόμουσος. [< αρχ. φιλότεχνος]
54926φιλοτεχνώ[φιλοτεχνῶ] φι-λο-τε-χνώ ρ. (μτβ.) {φιλοτεχν-είς ..., -ώντας | φιλοτέχν-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (λόγ.): (για καλλιτέχνη) δημιουργώ, κατασκευάζω έργο τέχνης: Ο πίνακας ~ήθηκε (= ζωγραφίστηκε) από τον ... Γλυπτά ~ημένα με έμπνευση/χαλκό. ΣΥΝ. καλλιτεχνώ. Βλ. χειροτεχνώ.|| (κατ' επέκτ.) Ο σεφ ~εί με φαντασία ιδιαίτερα πιάτα. Το ντοκιμαντέρ ~εί (= σκιαγραφεί) το πορτρέτο ενός σπουδαίου συνθέτη. [< αρχ. φιλοτεχνῶ]
54927φιλοτιμίαφι-λο-τι-μί-α ουσ. (θηλ.): αναπτυγμένο αίσθημα αξιοπρέπειας, τιμής και καθήκοντος που εκδηλώνεται με αντίστοιχη στάση ή συμπεριφορά: εθνική/πολιτική ~. Προσπάθησε να κεντρίσει τη ~ τους (= να τους φιλοτιμήσει). Πέτυχε χάρη στη ~ του. Επαφίεται στη ~ τους. Πβ. εγωισμός, ευαισθησία, ευθιξία.|| (ειδικότ.) Η ~ των εργαζομένων (πβ. ευσυνειδησία, προθυμία). Πβ. φιλότιμο. ● ΦΡ.: κάνω την ανάγκη φιλοτιμία: παρουσιάζω κάτι που υποχρεώθηκα να κάνω, ως οικειοθελή πράξη: Έκανε ~ ~ και παραδέχτηκε το πρόβλημα. [< αρχ. φιλοτιμία ‘φιλοδοξία, ένδειξη τιμής’]
54928φιλότιμοφι-λό-τι-μο ουσ. (ουδ.): αίσθημα φιλοτιμίας: άνθρωπος με ~ (= φιλότιμος). Δεν έχεις καθόλου ~ (πβ. ευθιξία, μπέσα, τσίπα); Του έθιξε το ~ (πβ. αξιοπρέπεια). Για ένα ~ ζούμε (πβ. τιμή). Έδειξε ~. Έρχεται στο ~ (= φιλοτιμείται). Από τότε που βγήκε η συγγνώμη χάθηκε το ~.|| Εργάζεται με ~ (πβ. ευσυνειδησία, υπευθυνότητα). ● ΦΡ.: φέρνω/ρίχνω κάποιον στο φιλότιμο (προφ.): φιλοτιμώ: Προσπάθησα να τον φέρω ~. Τον έριξε στο ~. [< αρχ. φιλότιμον 'αγάπη για τη δόξα, δοξομανία']
54929φιλότιμος, η, ο φι-λό-τι-μος επίθ.: που έχει φιλότιμο, που χαρακτηρίζεται από φιλοτιμία: ~ος: λαός/υπάλληλος. Αν ήταν ~, θα είχε παραιτηθεί (πβ. αξιοπρεπής, εύθικτος). Εργατικός και ~ (= ευσυνείδητος). ΑΝΤ. α~.|| (κατ' επέκτ.) ~η: διάθεση/εργασία/κίνηση. Παρά τις ~ες προσπάθειές της, ... ● επίρρ.: φιλότιμα & (λόγ.) φιλοτίμως [< αρχ. φιλότιμος ‘φιλόδοξος, γενναιόδωρος’]
54930φιλοτιμούμαι[φιλοτιμοῦμαι] φι-λο-τι-μού-μαι ρ. (αμτβ.) {φιλοτιμ-είται (σπάν.-προφ.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί} 1. ενεργώ με φιλοτιμία: Κανείς δεν ~ήθηκε να τον βοηθήσει. Πολλοί ~ήθηκαν να δώσουν χρήματα. Πβ. προθυμοποιούμαι, προσφέρομαι. 2. (ειρων.) μπαίνω στον κόπο: Μόλις τώρα ~ήθηκε να μου επιστρέψει τα χρήματα που του δάνεισα.φιλοτιμώ (μτβ.) {φιλοτίμ-ησα, -ήσει} (προφ.): κεντρίζω τη φιλοτιμία κάποιου: Αν τον ~ήσεις, θα δώσει τον καλύτερό του εαυτό. ΣΥΝ. φέρνω/ρίχνω κάποιον στο φιλότιμο [< μτγν. φιλοτιμοῦμαι < αρχ. ~ 'επιζητώ τις τιμές']
54931φιλοτομαρισμόςφι-λο-το-μα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (προφ.): υπέρμετρη, εγωιστική προσκόλληση του ατόμου στα συμφέροντά του. Πβ. ατομικισμός, εγωκεντρισμός, φιλαυτία.
54932φιλοτομαριστήςφι-λο-το-μα-ρι-στής ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που χαρακτηρίζεται από φιλοτομαρισμό, που κοιτάζει μόνο το τομάρι του. Πβ. ατομικιστής, εγωιστής, φίλαυτος.
54933φιλοτουρκικός, ή, ό φι-λο-τουρ-κι-κός επίθ.: που υποστηρίζει, εκφράζει ή προωθεί τα συμφέροντα, την πολιτική, τις θέσεις της Τουρκίας: ~ή: στάση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.