| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54924 | φιλοτεχνία | φι-λο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ιδιότητα του φιλότεχνου. 2. φιλοτέχνηση. Βλ. -τεχνία. [< αρχ. φιλοτεχνία] | |
| 54925 | φιλότεχνος | , η, ο φι-λό-τε-χνος επίθ.: (για πρόσ.) που διακρίνεται από αγάπη και ενδιαφέρον για τις Καλές Τέχνες: ~ο: κοινό. ~οι: επισκέπτες (μουσείων). (ως ουσ.) Την έκθεση παρακολούθησαν πολλοί ~οι.|| (κατ' επέκτ.) ~α: αισθήματα. Πβ. φιλόμουσος. [< αρχ. φιλότεχνος] | |
| 54926 | φιλοτεχνώ | [φιλοτεχνῶ] φι-λο-τε-χνώ ρ. (μτβ.) {φιλοτεχν-είς ..., -ώντας | φιλοτέχν-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (λόγ.): (για καλλιτέχνη) δημιουργώ, κατασκευάζω έργο τέχνης: Ο πίνακας ~ήθηκε (= ζωγραφίστηκε) από τον ... Γλυπτά ~ημένα με έμπνευση/χαλκό. ΣΥΝ. καλλιτεχνώ. Βλ. χειροτεχνώ.|| (κατ' επέκτ.) Ο σεφ ~εί με φαντασία ιδιαίτερα πιάτα. Το ντοκιμαντέρ ~εί (= σκιαγραφεί) το πορτρέτο ενός σπουδαίου συνθέτη. [< αρχ. φιλοτεχνῶ] | |
| 54927 | φιλοτιμία | φι-λο-τι-μί-α ουσ. (θηλ.): αναπτυγμένο αίσθημα αξιοπρέπειας, τιμής και καθήκοντος που εκδηλώνεται με αντίστοιχη στάση ή συμπεριφορά: εθνική/πολιτική ~. Προσπάθησε να κεντρίσει τη ~ τους (= να τους φιλοτιμήσει). Πέτυχε χάρη στη ~ του. Επαφίεται στη ~ τους. Πβ. εγωισμός, ευαισθησία, ευθιξία.|| (ειδικότ.) Η ~ των εργαζομένων (πβ. ευσυνειδησία, προθυμία). Πβ. φιλότιμο. ● ΦΡ.: κάνω την ανάγκη φιλοτιμία: παρουσιάζω κάτι που υποχρεώθηκα να κάνω, ως οικειοθελή πράξη: Έκανε ~ ~ και παραδέχτηκε το πρόβλημα. [< αρχ. φιλοτιμία ‘φιλοδοξία, ένδειξη τιμής’] | |
| 54928 | φιλότιμο | φι-λό-τι-μο ουσ. (ουδ.): αίσθημα φιλοτιμίας: άνθρωπος με ~ (= φιλότιμος). Δεν έχεις καθόλου ~ (πβ. ευθιξία, μπέσα, τσίπα); Του έθιξε το ~ (πβ. αξιοπρέπεια). Για ένα ~ ζούμε (πβ. τιμή). Έδειξε ~. Έρχεται στο ~ (= φιλοτιμείται). Από τότε που βγήκε η συγγνώμη χάθηκε το ~.|| Εργάζεται με ~ (πβ. ευσυνειδησία, υπευθυνότητα). ● ΦΡ.: φέρνω/ρίχνω κάποιον στο φιλότιμο (προφ.): φιλοτιμώ: Προσπάθησα να τον φέρω ~. Τον έριξε στο ~. [< αρχ. φιλότιμον 'αγάπη για τη δόξα, δοξομανία'] | |
| 54929 | φιλότιμος | , η, ο φι-λό-τι-μος επίθ.: που έχει φιλότιμο, που χαρακτηρίζεται από φιλοτιμία: ~ος: λαός/υπάλληλος. Αν ήταν ~, θα είχε παραιτηθεί (πβ. αξιοπρεπής, εύθικτος). Εργατικός και ~ (= ευσυνείδητος). ΑΝΤ. α~.|| (κατ' επέκτ.) ~η: διάθεση/εργασία/κίνηση. Παρά τις ~ες προσπάθειές της, ... ● επίρρ.: φιλότιμα & (λόγ.) φιλοτίμως [< αρχ. φιλότιμος ‘φιλόδοξος, γενναιόδωρος’] | |
| 54930 | φιλοτιμούμαι | [φιλοτιμοῦμαι] φι-λο-τι-μού-μαι ρ. (αμτβ.) {φιλοτιμ-είται (σπάν.-προφ.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί} 1. ενεργώ με φιλοτιμία: Κανείς δεν ~ήθηκε να τον βοηθήσει. Πολλοί ~ήθηκαν να δώσουν χρήματα. Πβ. προθυμοποιούμαι, προσφέρομαι. 2. (ειρων.) μπαίνω στον κόπο: Μόλις τώρα ~ήθηκε να μου επιστρέψει τα χρήματα που του δάνεισα. ● φιλοτιμώ (μτβ.) {φιλοτίμ-ησα, -ήσει} (προφ.): κεντρίζω τη φιλοτιμία κάποιου: Αν τον ~ήσεις, θα δώσει τον καλύτερό του εαυτό. ΣΥΝ. φέρνω/ρίχνω κάποιον στο φιλότιμο [< μτγν. φιλοτιμοῦμαι < αρχ. ~ 'επιζητώ τις τιμές'] | |
| 54931 | φιλοτομαρισμός | φι-λο-το-μα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (προφ.): υπέρμετρη, εγωιστική προσκόλληση του ατόμου στα συμφέροντά του. Πβ. ατομικισμός, εγωκεντρισμός, φιλαυτία. | |
| 54932 | φιλοτομαριστής | φι-λο-το-μα-ρι-στής ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που χαρακτηρίζεται από φιλοτομαρισμό, που κοιτάζει μόνο το τομάρι του. Πβ. ατομικιστής, εγωιστής, φίλαυτος. | |
| 54933 | φιλοτουρκικός | , ή, ό φι-λο-τουρ-κι-κός επίθ.: που υποστηρίζει, εκφράζει ή προωθεί τα συμφέροντα, την πολιτική, τις θέσεις της Τουρκίας: ~ή: στάση. | |
| 54934 | φιλότουρκος | , η, ο φι-λό-τουρ-κος επίθ.: τουρκόφιλος. | |
| 54935 | φιλούρες | [φιλοῦρες] φι-λού-ρες ουσ. (θηλ.) & φιλάρες (οι) (νεαν. αργκό): ως οικείος χαιρετισμός, συνήθ. στο τέλος μιας συνομιλίας: ~ (πολλές) σε όλους! ΣΥΝ. φιλιά/φιλάκια | |
| 54936 | φιλοφρόνηση | φι-λο-φρό-νη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κομπλιμέντο: τυπική ~. Ανταπέδωσε/δέχτηκε τη ~. Ευχαριστώ για τη ~. Εκλαμβάνω/παίρνω κάτι ως ~. Κάνω ~ήσεις (= φιλοφρονώ). Αντάλλαξαν ~ήσεις. Τον υποδέχτηκαν με χαμόγελα και ~ήσεις. [< μτγν. φιλοφρόνησις ‘ευγένεια, καλοσύνη’] | |
| 54937 | φιλοφρονητικός | , ή, ό φι-λο-φρο-νη-τι-κός επίθ. (λόγ.): επαινετικός: ~ά: λόγια/σχόλια. Πβ. κολακευτικός, φιλόφρων. || ~ή: επίσκεψη (: κυρ. στην Κύπρο, τυπική).● επίρρ.: φιλοφρονητικά [< μτγν. φιλοφρονητικός 'ευγενικός'] | |
| 54938 | φιλοφρονώ | [φιλοφρονῶ] φι-λο-φρο-νώ ρ. (μτβ.) {φιλοφρον-είς ... | φιλοφρον-ήσει} (λόγ.): κάνω φιλοφρονήσεις: ~εί τους φίλους του. Πβ. κολακεύω. ΣΥΝ. κομπλιμεντάρω [< αρχ. φιλοφρονοῦμαι] | |
| 54939 | φιλοφροσύνη | φι-λο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): φιλικότητα, ευγένεια και εγκαρδιότητα: Τους υποδέχτηκε/χαιρέτησε με ~. Βλ. -οσύνη. [< αρχ. φιλοφροσύνη] | |
| 54940 | φιλόφρων | , ων, ον φι-λό-φρων επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που χαρακτηρίζεται από φιλοφροσύνη: Είναι ~ προς τους συναδέλφους του.|| (κατ' επέκτ.) Αντάλλαξαν ~ονες προσφωνήσεις. Πβ. εγκάρδιος, ευγεν-, φιλοφρονητ-ικός. Βλ. -φρων. ● επίρρ.: φιλόφρονα & φιλοφρόνως [< αρχ. φιλόφρων] | |
| 54941 | φιλοχρηματία | φι-λο-χρη-μα-τί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πάθος για απόκτηση χρημάτων: Η ~ του τον κατέστρεψε. ΣΥΝ. φιλαργυρία, φιλοκέρδεια [< αρχ. φιλοχρηματία] | |
| 54942 | φιλοχρήματος | , η, ο φι-λο-χρή-μα-τος επίθ.: (για πρόσ.) που χαρακτηρίζεται από φιλοχρηματία. Πβ. παραδόπιστος. ΣΥΝ. φιλάργυρος, φιλοκερδής [< αρχ. φιλοχρήματος] | |
| 54943 | φιλόχριστος | , η, ο φι-λό-χρι-στος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. (για πρόσ.) που διακρίνεται για την αγάπη του προς τον Χριστό: ~ος: λαός. ΑΝΤ. αντίχριστος, αντίχριστη (1) [< μτγν. φιλόχριστος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ