Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55420-55440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54934φιλότουρκος, η, ο φι-λό-τουρ-κος επίθ.: τουρκόφιλος.
54935φιλούρες[φιλοῦρες] φι-λού-ρες ουσ. (θηλ.) & φιλάρες (οι) (νεαν. αργκό): ως οικείος χαιρετισμός, συνήθ. στο τέλος μιας συνομιλίας: ~ (πολλές) σε όλους! ΣΥΝ. φιλιά/φιλάκια
54936φιλοφρόνησηφι-λο-φρό-νη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κομπλιμέντο: τυπική ~. Ανταπέδωσε/δέχτηκε τη ~. Ευχαριστώ για τη ~. Εκλαμβάνω/παίρνω κάτι ως ~. Κάνω ~ήσεις (= φιλοφρονώ). Αντάλλαξαν ~ήσεις. Τον υποδέχτηκαν με χαμόγελα και ~ήσεις. [< μτγν. φιλοφρόνησις ‘ευγένεια, καλοσύνη’]
54937φιλοφρονητικός, ή, ό φι-λο-φρο-νη-τι-κός επίθ. (λόγ.): επαινετικός: ~ά: λόγια/σχόλια. Πβ. κολακευτικός, φιλόφρων. || ~ή: επίσκεψη (: κυρ. στην Κύπρο, τυπική).● επίρρ.: φιλοφρονητικά [< μτγν. φιλοφρονητικός 'ευγενικός']
54938φιλοφρονώ[φιλοφρονῶ] φι-λο-φρο-νώ ρ. (μτβ.) {φιλοφρον-είς ... | φιλοφρον-ήσει} (λόγ.): κάνω φιλοφρονήσεις: ~εί τους φίλους του. Πβ. κολακεύω. ΣΥΝ. κομπλιμεντάρω [< αρχ. φιλοφρονοῦμαι]
54939φιλοφροσύνηφι-λο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): φιλικότητα, ευγένεια και εγκαρδιότητα: Τους υποδέχτηκε/χαιρέτησε με ~. Βλ. -οσύνη. [< αρχ. φιλοφροσύνη]
54940φιλόφρων, ων, ον φι-λό-φρων επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που χαρακτηρίζεται από φιλοφροσύνη: Είναι ~ προς τους συναδέλφους του.|| (κατ' επέκτ.) Αντάλλαξαν ~ονες προσφωνήσεις. Πβ. εγκάρδιος, ευγεν-, φιλοφρονητ-ικός. Βλ. -φρων. ● επίρρ.: φιλόφρονα & φιλοφρόνως [< αρχ. φιλόφρων]
54941φιλοχρηματίαφι-λο-χρη-μα-τί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πάθος για απόκτηση χρημάτων: Η ~ του τον κατέστρεψε. ΣΥΝ. φιλαργυρία, φιλοκέρδεια [< αρχ. φιλοχρηματία]
54942φιλοχρήματος, η, ο φι-λο-χρή-μα-τος επίθ.: (για πρόσ.) που χαρακτηρίζεται από φιλοχρηματία. Πβ. παραδόπιστος. ΣΥΝ. φιλάργυρος, φιλοκερδής [< αρχ. φιλοχρήματος]
54943φιλόχριστος, η, ο φι-λό-χρι-στος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. (για πρόσ.) που διακρίνεται για την αγάπη του προς τον Χριστό: ~ος: λαός. ΑΝΤ. αντίχριστος, αντίχριστη (1) [< μτγν. φιλόχριστος]
54944φίλτατος, η, ο φίλ-τα-τος επίθ. (λόγ.) {κ. θηλ. (λογιότ.) -άτη}: (κυρ. σε προσφών.) πολύ αγαπητός: ~η: κυρία. Όπως ανέφερε ο ~ συνάδελφος, ... Θα συμφωνήσω με τον ~ο ...|| (ειρων.) Καλώς τον ~ο ... [< αρχ. φίλτατος, υπερθ. του επιθ. φίλος]
54945φίλτρανσηφίλ-τραν-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. φιλτράρισμα του νερού: σύστημα ~ης (ενυδρείου/πισίνας). [< αγγλ.-γαλλ. filtration]
54946φιλτράρισμαφιλ-τρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φιλτραρίσμ-ατος}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φιλτράρω: (ΤΕΧΝΟΛ.) βιολογικό/μηχανικό/χημικό ~. ~ του αέρα/θορύβου/νερού (= φίλτρανση). Συσκευή/σύστημα ~ατος. Πβ. διαύγαση, διήθηση, διύλιση, λαμπικάρ-, ραφινάρ-ισμα.|| (μτφ.) ~ των ειδήσεων/πληροφοριών.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/δεδομένων/ιστοσελίδων/μηνυμάτων. Πβ. έλεγχος, ξεκαθάρισμα. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. filtrage, αγγλ.-γαλλ. filtration, αγγλ. filtering]
54947φιλτράρωφιλ-τρά-ρω ρ. (μτβ.) {φίλτραρ-ε κ. φιλτράρ-ισε, -ίστηκε, -ιστεί, -ισμένος} 1. ΤΕΧΝΟΛ. καθαρίζω υγρό ή αέριο από ξένες ή/και ανεπιθύμητες ουσίες με τη χρήση φίλτρου: Σύστημα που ~ει τον αέρα/τα καυσαέρια (βλ. εξάτμιση). Συσκευή που ~ει (= διυλίζει) το νερό. ~ισμένος: καφές (ΑΝΤ. αφιλτράριστος). Πβ. διηθώ, λαμπικάρω, ραφινάρω.|| Γυαλί που ~ει την (υπεριώδη) ακτινοβολία.|| (μτφ.) Τα νεφρά ~ουν το αίμα. 2. (μτφ.) περνώ κάτι από προσεκτικό έλεγχο, προκειμένου να το διαχωρίσω από περιττά, ξένα ή επιβλαβή στοιχεία: ~ τα δεδομένα/τις πληροφορίες/την πραγματικότητα. Πβ. επεξεργάζομαι, κοσκινίζω, ξεκαθαρίζω, χτενίζω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ει την πρόσβαση του παιδιού του σε ακατάλληλους δικτυακούς τόπους (: την ελέγχει, περιορίζει μέσω ειδικού λογισμικού). [< ιταλ. filtrare, γαλλ. filtrer, αγγλ. filter]
54948φίλτρο1φίλ-τρο ουσ. (ουδ.) 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. (συσκευή ή σύστημα με) πορώδες υλικό, το οποίο χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό ρευστού από ξένα σωματίδια που αιωρούνται σε αυτό ή για τον διαχωρισμό των συστατικών υγρού ή αέριου μείγματος: χάρτινο (κωνικό) ~. (Βιολογικό) ~ νερού. (σε οχήματα:) ~ αέρα (βλ. φιλτρόκουτο, φιλτροχοάνη)/βενζίνης/καμπίνας/λαδιού. ~ ενυδρείου/πετρελαίου. Αλλαγή/τοποθέτηση (του) ~ου. Ανταλλακτικά ~α για ηλεκτρική σκούπα. ~α κλιματιστικού/τσιγάρου. Πβ. ηθμός. Βλ. διήθηση, κόσκινο, σουρωτήρι.|| ~ ενεργού άνθρακα. Βιομηχανικά/εργαστηριακά/ηλεκτροστατικά ~α. Βλ. προ~, σακόφιλτρο.|| (μτφ.) Τα νεφρά ως φυσικό ~ του οργανισμού. || ~α: αντικειμενικότητας/αξιοκρατίας/διαφάνειας/εξωστρέφειας/λογοδοσίας/συλλογικότητας. 2. ΟΠΤ. υλικό που απορροφά επιλεκτικά συγκεκριμένα μήκη κύματος ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας: ηλιακό ~. Γυαλιά με ~ προστασίας. ~ κατά της υπεριώδους ακτινοβολίας.|| ~ οθόνης (υπολογιστή).|| (ΦΩΤΟΓΡ., διαφανής πλάκα ή μεμβράνη:) Πολωτικό ~. Χρωματικά ~α. ~α ουδέτερης πυκνότητας. 3. ΠΛΗΡΟΦ. ειδικό λογισμικό ή σύνολο ρυθμίσεων που επιτρέπει την εμφάνιση, επεξεργασία ή εκτύπωση συγκεκριμένων μόνο δεδομένων, απομονώνοντας όλα τα υπόλοιπα: αυτόματο/προαιρετικό ~. ~ ανεπιθύμητης αλληλογραφίας (βλ. αντισπάμ). Ενεργοποίηση ~ου. 4. ΧΗΜ. (στην κοσμετολογία) ουσία που απορροφά ή αντανακλά την υπεριώδη ακτινοβολία: φυσικά/χημικά ~α. Κρέμα με αντηλιακό ~. 5. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. κύκλωμα που μεταδίδει σήματα συγκεκριμένης περιοχής συχνοτήτων, εξασθενώντας όλες τις υπόλοιπες: αναλογικά/(μη) γραμμικά/ηλεκτρονικά/παθητικά/ψηφιακά ~α. ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστικά φίλτρα: ειδικές ωτοασπίδες που απομονώνουν εντελώς ή εξασθενούν δυνατούς ήχους ή θορύβους: ~ ~ για μουσικούς. Βλ. ηχοπροστασία., ζωνοπερατό φίλτρο βλ. ζωνοπερατός, καφές φίλτρου/γαλλικός καφές βλ. καφές [< 1: ιταλ. filtro < γαλλ. filtre 2,5: γαλλ. ~ 3,4: αγγλ. filter]
54949φίλτρο2φίλ-τρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): υγρό παρασκεύασμα με υποτιθέμενες μαγικές ιδιότητες: ~ της αγάπης/του έρωτα. ~α και βότανα. Πβ. ελιξίριο. Βλ. χάπι. ● ΣΥΜΠΛ.: μητρικό/πατρικό φίλτρο: ενστικτώδης αγάπη της μητέρας ή του πατέρα για τα παιδιά τους· το μητρικό ή πατρικό ένστικτο. [< αρχ. φίλτρον ‘μαγεία ή γητειά σχετική με τον έρωτα, αγάπη’]
54950φιλτρόκουτοφιλ-τρό-κου-το ουσ. (ουδ.) & φιλτροκούτι: ΜΗΧΑΝΟΛ. εξάρτημα αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας, από το οποίο περνά και φιλτράρεται ο αέρας που καταλήγει στον κινητήρα: εργοστασιακό ~. Βλ. -κουτο.
54951φιλτροχοάνηφιλ-τρο-χο-ά-νη ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. φίλτρο αέρα που τοποθετείται στον κινητήρα αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας για αύξηση της απόδοσής του: ~ διπλής ροής. Κιτ ~ης.
54952φιλύποπτος, η, ο φι-λύ-πο-πτος επίθ. (λόγ.): καχύποπτος. ● επίρρ.: φιλύποπτα [< 6ος μ.Χ. αι.]
54953φιλυποψίαφι-λυ-πο-ψί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καχυποψία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.