| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54944 | φίλτατος | , η, ο φίλ-τα-τος επίθ. (λόγ.) {κ. θηλ. (λογιότ.) -άτη}: (κυρ. σε προσφών.) πολύ αγαπητός: ~η: κυρία. Όπως ανέφερε ο ~ συνάδελφος, ... Θα συμφωνήσω με τον ~ο ...|| (ειρων.) Καλώς τον ~ο ... [< αρχ. φίλτατος, υπερθ. του επιθ. φίλος] | |
| 54945 | φίλτρανση | φίλ-τραν-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. φιλτράρισμα του νερού: σύστημα ~ης (ενυδρείου/πισίνας). [< αγγλ.-γαλλ. filtration] | |
| 54946 | φιλτράρισμα | φιλ-τρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φιλτραρίσμ-ατος}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φιλτράρω: (ΤΕΧΝΟΛ.) βιολογικό/μηχανικό/χημικό ~. ~ του αέρα/θορύβου/νερού (= φίλτρανση). Συσκευή/σύστημα ~ατος. Πβ. διαύγαση, διήθηση, διύλιση, λαμπικάρ-, ραφινάρ-ισμα.|| (μτφ.) ~ των ειδήσεων/πληροφοριών.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείων/δεδομένων/ιστοσελίδων/μηνυμάτων. Πβ. έλεγχος, ξεκαθάρισμα. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. filtrage, αγγλ.-γαλλ. filtration, αγγλ. filtering] | |
| 54947 | φιλτράρω | φιλ-τρά-ρω ρ. (μτβ.) {φίλτραρ-ε κ. φιλτράρ-ισε, -ίστηκε, -ιστεί, -ισμένος} 1. ΤΕΧΝΟΛ. καθαρίζω υγρό ή αέριο από ξένες ή/και ανεπιθύμητες ουσίες με τη χρήση φίλτρου: Σύστημα που ~ει τον αέρα/τα καυσαέρια (βλ. εξάτμιση). Συσκευή που ~ει (= διυλίζει) το νερό. ~ισμένος: καφές (ΑΝΤ. αφιλτράριστος). Πβ. διηθώ, λαμπικάρω, ραφινάρω.|| Γυαλί που ~ει την (υπεριώδη) ακτινοβολία.|| (μτφ.) Τα νεφρά ~ουν το αίμα. 2. (μτφ.) περνώ κάτι από προσεκτικό έλεγχο, προκειμένου να το διαχωρίσω από περιττά, ξένα ή επιβλαβή στοιχεία: ~ τα δεδομένα/τις πληροφορίες/την πραγματικότητα. Πβ. επεξεργάζομαι, κοσκινίζω, ξεκαθαρίζω, χτενίζω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ει την πρόσβαση του παιδιού του σε ακατάλληλους δικτυακούς τόπους (: την ελέγχει, περιορίζει μέσω ειδικού λογισμικού). [< ιταλ. filtrare, γαλλ. filtrer, αγγλ. filter] | |
| 54948 | φίλτρο1 | φίλ-τρο ουσ. (ουδ.) 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. (συσκευή ή σύστημα με) πορώδες υλικό, το οποίο χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό ρευστού από ξένα σωματίδια που αιωρούνται σε αυτό ή για τον διαχωρισμό των συστατικών υγρού ή αέριου μείγματος: χάρτινο (κωνικό) ~. (Βιολογικό) ~ νερού. (σε οχήματα:) ~ αέρα (βλ. φιλτρόκουτο, φιλτροχοάνη)/βενζίνης/καμπίνας/λαδιού. ~ ενυδρείου/πετρελαίου. Αλλαγή/τοποθέτηση (του) ~ου. Ανταλλακτικά ~α για ηλεκτρική σκούπα. ~α κλιματιστικού/τσιγάρου. Πβ. ηθμός. Βλ. διήθηση, κόσκινο, σουρωτήρι.|| ~ ενεργού άνθρακα. Βιομηχανικά/εργαστηριακά/ηλεκτροστατικά ~α. Βλ. προ~, σακόφιλτρο.|| (μτφ.) Τα νεφρά ως φυσικό ~ του οργανισμού. || ~α: αντικειμενικότητας/αξιοκρατίας/διαφάνειας/εξωστρέφειας/λογοδοσίας/συλλογικότητας. 2. ΟΠΤ. υλικό που απορροφά επιλεκτικά συγκεκριμένα μήκη κύματος ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας: ηλιακό ~. Γυαλιά με ~ προστασίας. ~ κατά της υπεριώδους ακτινοβολίας.|| ~ οθόνης (υπολογιστή).|| (ΦΩΤΟΓΡ., διαφανής πλάκα ή μεμβράνη:) Πολωτικό ~. Χρωματικά ~α. ~α ουδέτερης πυκνότητας. 3. ΠΛΗΡΟΦ. ειδικό λογισμικό ή σύνολο ρυθμίσεων που επιτρέπει την εμφάνιση, επεξεργασία ή εκτύπωση συγκεκριμένων μόνο δεδομένων, απομονώνοντας όλα τα υπόλοιπα: αυτόματο/προαιρετικό ~. ~ ανεπιθύμητης αλληλογραφίας (βλ. αντισπάμ). Ενεργοποίηση ~ου. 4. ΧΗΜ. (στην κοσμετολογία) ουσία που απορροφά ή αντανακλά την υπεριώδη ακτινοβολία: φυσικά/χημικά ~α. Κρέμα με αντηλιακό ~. 5. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. κύκλωμα που μεταδίδει σήματα συγκεκριμένης περιοχής συχνοτήτων, εξασθενώντας όλες τις υπόλοιπες: αναλογικά/(μη) γραμμικά/ηλεκτρονικά/παθητικά/ψηφιακά ~α. ● ΣΥΜΠΛ.: ακουστικά φίλτρα: ειδικές ωτοασπίδες που απομονώνουν εντελώς ή εξασθενούν δυνατούς ήχους ή θορύβους: ~ ~ για μουσικούς. Βλ. ηχοπροστασία., ζωνοπερατό φίλτρο βλ. ζωνοπερατός, καφές φίλτρου/γαλλικός καφές βλ. καφές [< 1: ιταλ. filtro < γαλλ. filtre 2,5: γαλλ. ~ 3,4: αγγλ. filter] | |
| 54949 | φίλτρο2 | φίλ-τρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): υγρό παρασκεύασμα με υποτιθέμενες μαγικές ιδιότητες: ~ της αγάπης/του έρωτα. ~α και βότανα. Πβ. ελιξίριο. Βλ. χάπι. ● ΣΥΜΠΛ.: μητρικό/πατρικό φίλτρο: ενστικτώδης αγάπη της μητέρας ή του πατέρα για τα παιδιά τους· το μητρικό ή πατρικό ένστικτο. [< αρχ. φίλτρον ‘μαγεία ή γητειά σχετική με τον έρωτα, αγάπη’] | |
| 54950 | φιλτρόκουτο | φιλ-τρό-κου-το ουσ. (ουδ.) & φιλτροκούτι: ΜΗΧΑΝΟΛ. εξάρτημα αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας, από το οποίο περνά και φιλτράρεται ο αέρας που καταλήγει στον κινητήρα: εργοστασιακό ~. Βλ. -κουτο. | |
| 54951 | φιλτροχοάνη | φιλ-τρο-χο-ά-νη ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. φίλτρο αέρα που τοποθετείται στον κινητήρα αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας για αύξηση της απόδοσής του: ~ διπλής ροής. Κιτ ~ης. | |
| 54952 | φιλύποπτος | , η, ο φι-λύ-πο-πτος επίθ. (λόγ.): καχύποπτος. ● επίρρ.: φιλύποπτα [< 6ος μ.Χ. αι.] | |
| 54953 | φιλυποψία | φι-λυ-πο-ψί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καχυποψία. | |
| 54954 | φιλύρα | φι-λύ-ρα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΒΟΤ. φλαμουριά. [< αρχ. φιλύρα] | |
| 54955 | φιλώ | [φιλῶ] φι-λώ ρ. (μτβ.) {φιλ-άς ..., -ώντας | φίλ-ησα, -ήσει, φιλ-ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & φιλάω: δίνω φιλί ή φιλιά: Με ~ησε στο μάγουλο/στα μαλλιά/στα μάτια/στο μέτωπο/στο στόμα/στα χείλη. Τον ~ησε στα πεταχτά/σταυρωτά/τρυφερά. Της ~ησε το χέρι (βλ. χειροφίλημα).|| (κατ' επέκτ.) ~ησε την εικόνα (= ασπάστηκε). Γονάτισε και ~ησε το χώμα.|| (τυπική έκφραση αποχαιρετισμού) Σε/σας ~ (γλυκά/θερμά/με πολλή αγάπη/πολύ). Να μου τους ~ήσεις όλους. Βλ. γλυκο~, κατα~.|| (μεσοπαθ.) ~ιόντουσαν (= αντάλλασσαν ερωτικά φιλιά). Αγκαλιαστείτε/δώστε τα χέρια και ~ηθείτε.|| (μτφ.-λογοτ.) Το αεράκι ~ούσε απαλά το πρόσωπό της. ● ΦΡ.: φιλώ τα πόδια/τον κώλο κάποιου (μτφ.-προφ.): τον κολακεύω υπερβολικά, του φέρομαι με δουλοπρέπεια: ~ά ~ του αφεντικού., χέρι που δεν μπορείς να το δαγκώσεις, φίλησέ/φίλα το (παροιμ.): όταν ξέρεις ότι δεν μπορείς να επιβληθείς σε κάποιον ή να συγκρουστείς μαζί του, δείξε υπακοή και υποταγή, μην έρχεσαι σε αντιπαράθεση με τον ανώτερό σου., φιλάει κατουρημένες ποδιές βλ. ποδιά, φιλώ σταυρό βλ. σταυρός [< αρχ. φιλῶ ‘αγαπώ, δίνω φιλιά’] | |
| 54956 | φιμέ | φι-μέ επίθ. {άκλ.}: (για γυαλί ή διαφανές πλαστικό φύλλο) που έχει σκούρα απόχρωση, για να προστατεύει από την ηλιακή ακτινοβολία και να εμποδίζει την ορατότητα από έξω προς τα μέσα: (σε αυτοκίνητο:) ~ μεμβράνες/τζάμια. ~ ζελατίνες (κράνους)/φανάρια. [< γαλλ. fumé] | |
| 54957 | ΦΙΜΠΑ | βλ. FIBA | |
| 54958 | φίμπεργκλας | φί-μπερ-γκλας ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φάιμπεργκλας: ΤΕΧΝΟΛ. υαλοβάμβακας. | |
| 54959 | φίμπρα | φί-μπρα ουσ. (θηλ.): ανθεκτικό υλικό που χρησιμοποιείται για τρίψιμο και ξύσιμο επιφανειών ή σκευών: πράσινη ~. ~ες δαπέδου. Σφουγγάρι με ~. Πβ. σύρμα. Βλ. μικροφίμπρες. [< αγγλ. fibre] | |
| 54960 | φίμωμα | βλ. φίμωση | |
| 54961 | φιμώνω | φι-μώ-νω ρ. (μτβ.) {φίμω-σε, φιμώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, φιμών-οντας} 1. (μτφ.) εμποδίζω την ελευθερία έκφρασης: Προσπαθούν να ~σουν κάθε φωνή διαμαρτυρίας. Πβ. ελέγχω, λογοκρίνω. 2. κλείνω το στόμα κάποιου, ώστε να μην μπορεί να μιλήσει ή να φωνάξει: Βρέθηκε ~μένος με πανί/ταινία. Τον ~σαν (= του έφραξαν το στόμα). 3. βάζω φίμωτρο, συνήθ. σε σκύλο. 4. ΝΑΥΤ. τυλίγω τις άκρες σχοινιού με σπάγγο, για να μην ξεφτίσουν. [< αρχ. φιμῶ] | |
| 54962 | φίμωση | φί-μω-ση ουσ. (θηλ.) 1. & (προφ.) φίμωμα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φιμώνω: (μτφ.) απόπειρα ~ης του Τύπου. Πβ. λογοκρισία. 2. ΙΑΤΡ. στένωμα της ακροποσθίας, που εμποδίζει την αποκάλυψη της βαλάνου: ~ των ενηλίκων (: επίκτητη ~)/νεογνών (: συγγενής ~). Περιτομή λόγω ~ης. [< μτγν. φίμωσις 2: γαλλ.-αγγλ. phimosis] | |
| 54963 | φίμωτρο | φί-μω-τρο ουσ. (ουδ.) 1. προστατευτικό κάλυμμα που προσαρμόζεται στη μουσούδα συνήθ. σκύλου, για αποφυγή δαγκωμάτων ή λήψης τροφής: λουρί και ~. Βλ. -τρο. 2. (μτφ.) περιορισμός, παρεμπόδιση της ελευθερίας του λόγου: ~ σε εφημερίδες. Πβ. λογοκρισία. [< 1: μτγν. φίμωτρον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ