Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55440-55460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54954φιλύραφι-λύ-ρα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΒΟΤ. φλαμουριά. [< αρχ. φιλύρα]
54955φιλώ[φιλῶ] φι-λώ ρ. (μτβ.) {φιλ-άς ..., -ώντας | φίλ-ησα, -ήσει, φιλ-ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & φιλάω: δίνω φιλί ή φιλιά: Με ~ησε στο μάγουλο/στα μαλλιά/στα μάτια/στο μέτωπο/στο στόμα/στα χείλη. Τον ~ησε στα πεταχτά/σταυρωτά/τρυφερά. Της ~ησε το χέρι (βλ. χειροφίλημα).|| (κατ' επέκτ.) ~ησε την εικόνα (= ασπάστηκε). Γονάτισε και ~ησε το χώμα.|| (τυπική έκφραση αποχαιρετισμού) Σε/σας ~ (γλυκά/θερμά/με πολλή αγάπη/πολύ). Να μου τους ~ήσεις όλους. Βλ. γλυκο~, κατα~.|| (μεσοπαθ.) ~ιόντουσαν (= αντάλλασσαν ερωτικά φιλιά). Αγκαλιαστείτε/δώστε τα χέρια και ~ηθείτε.|| (μτφ.-λογοτ.) Το αεράκι ~ούσε απαλά το πρόσωπό της. ● ΦΡ.: φιλώ τα πόδια/τον κώλο κάποιου (μτφ.-προφ.): τον κολακεύω υπερβολικά, του φέρομαι με δουλοπρέπεια: ~ά ~ του αφεντικού., χέρι που δεν μπορείς να το δαγκώσεις, φίλησέ/φίλα το (παροιμ.): όταν ξέρεις ότι δεν μπορείς να επιβληθείς σε κάποιον ή να συγκρουστείς μαζί του, δείξε υπακοή και υποταγή, μην έρχεσαι σε αντιπαράθεση με τον ανώτερό σου., φιλάει κατουρημένες ποδιές βλ. ποδιά, φιλώ σταυρό βλ. σταυρός [< αρχ. φιλῶ ‘αγαπώ, δίνω φιλιά’]
54956φιμέφι-μέ επίθ. {άκλ.}: (για γυαλί ή διαφανές πλαστικό φύλλο) που έχει σκούρα απόχρωση, για να προστατεύει από την ηλιακή ακτινοβολία και να εμποδίζει την ορατότητα από έξω προς τα μέσα: (σε αυτοκίνητο:) ~ μεμβράνες/τζάμια. ~ ζελατίνες (κράνους)/φανάρια. [< γαλλ. fumé]
54957ΦΙΜΠΑβλ. FIBA
54958φίμπεργκλαςφί-μπερ-γκλας ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φάιμπεργκλας: ΤΕΧΝΟΛ. υαλοβάμβακας.
54959φίμπραφί-μπρα ουσ. (θηλ.): ανθεκτικό υλικό που χρησιμοποιείται για τρίψιμο και ξύσιμο επιφανειών ή σκευών: πράσινη ~. ~ες δαπέδου. Σφουγγάρι με ~. Πβ. σύρμα. Βλ. μικροφίμπρες. [< αγγλ. fibre]
54960φίμωμαβλ. φίμωση
54961φιμώνωφι-μώ-νω ρ. (μτβ.) {φίμω-σε, φιμώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, φιμών-οντας} 1. (μτφ.) εμποδίζω την ελευθερία έκφρασης: Προσπαθούν να ~σουν κάθε φωνή διαμαρτυρίας. Πβ. ελέγχω, λογοκρίνω. 2. κλείνω το στόμα κάποιου, ώστε να μην μπορεί να μιλήσει ή να φωνάξει: Βρέθηκε ~μένος με πανί/ταινία. Τον ~σαν (= του έφραξαν το στόμα). 3. βάζω φίμωτρο, συνήθ. σε σκύλο. 4. ΝΑΥΤ. τυλίγω τις άκρες σχοινιού με σπάγγο, για να μην ξεφτίσουν. [< αρχ. φιμῶ]
54962φίμωσηφί-μω-ση ουσ. (θηλ.) 1. & (προφ.) φίμωμα (το): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φιμώνω: (μτφ.) απόπειρα ~ης του Τύπου. Πβ. λογοκρισία. 2. ΙΑΤΡ. στένωμα της ακροποσθίας, που εμποδίζει την αποκάλυψη της βαλάνου: ~ των ενηλίκων (: επίκτητη ~)/νεογνών (: συγγενής ~). Περιτομή λόγω ~ης. [< μτγν. φίμωσις 2: γαλλ.-αγγλ. phimosis]
54963φίμωτροφί-μω-τρο ουσ. (ουδ.) 1. προστατευτικό κάλυμμα που προσαρμόζεται στη μουσούδα συνήθ. σκύλου, για αποφυγή δαγκωμάτων ή λήψης τροφής: λουρί και ~. Βλ. -τρο. 2. (μτφ.) περιορισμός, παρεμπόδιση της ελευθερίας του λόγου: ~ σε εφημερίδες. Πβ. λογοκρισία. [< 1: μτγν. φίμωτρον]
54964φινουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΑΥΤ. μικρό μονοθέσιο ιστιοφόρο με ένα μεγάλο ιστίο στηριγμένο σε περιστρεφόμενο κατάρτι· (ΑΘΛ.) το αντίστοιχο άθλημα ιστιοπλοΐας ή η σχετική ιστιοδρομία (ρεγκάτα): παγκόσμιο πρωτάθλημα ~. [< γαλλ. finn, 1962]
54965φινάλεφι-νά-λε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. το τελευταίο μέρος, η τελική φάση αγώνα, εκδήλωσης ή μουσικού, θεατρικού, κινηματογραφικού έργου: (ΑΘΛ.) εκπληκτικό/εντυπωσιακό/θεαματικό/θριαμβευτικό/ιδανικό/ισόπαλο/μεγαλειώδες ~ (για την ομάδα). Το ~ της αναμέτρησης/του πρωταθλήματος/του πρώτου γύρου/της σεζόν. Γκολ λίγο πριν από το/στο ~ του αγώνα/ημιχρόνου. Πβ. φίνις.|| Παράσταση/ταινία με ανατρεπτικό/απροσδόκητο/γκραν/εκρηκτικό/συναρπαστικό ~. Φαντασμαγορικό το ~ της συναυλίας/του φεστιβάλ. Έργο που καθηλώνει μέχρι το ~. Πβ. κλείσιμο, λήξη. 2. (κατ' επέκτ., προφ.) τέλος, κατάληξη: το άδοξο ~ της καριέρας του. Ιστορία/υπόθεση με δραματικό/τραγικό ~. Γράφτηκε το (οριστικό) ~ της σχέσης τους. Πβ. αποτέλεσμα, έκβαση, επίλογος, τίτλοι τέλους. ● ΦΡ.: στο φινάλε (προφ.) 1. στο τέλος: ~ ~, παραδέχτηκε το λάθος του. 2. στο κάτω κάτω: ~ ~, αφού έχουν άδικο, γιατί παραπονιούνται; [< ιταλ. finale]
54966φιναλίστφι-να-λίστ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. | κ. θηλ. φιναλίστρια}: υποψήφιος που έχει προκριθεί στην τελευταία φάση αναμέτρησης: οι ~ του διαγωνισμού ομορφιάς. Επιλογή (των) ~. Αναδείχθηκαν/ανακοινώθηκαν/βγήκαν οι (δύο) ~ του βραβείου ... Βρίσκεται (ανάμεσα) στους ~.|| (ΑΘΛ.) Οι ~ της διοργάνωσης/του κυπέλλου/του πρωταθλήματος/του φάιναλ-φορ. (ως επίθ.) Η ~τρια ομάδα του τελικού. Βλ. ημι~. [< αγγλ. finalist, γαλλ. finaliste, 1924]
54967φινέτσαφι-νέ-τσα ουσ. (θηλ.): κομψότητα, χάρη, λεπτότητα: απαράμιλλη/γαλλική/ιταλική ~. Αίσθηση ~ας. Έπιπλα με ~ και ποιότητα/στιλ.|| (για πρόσ.) Έχει ~. Πβ. καλαισθησία. [< ιταλ. finezza]
54968φινετσάτος, η, ο [φινετσᾶτος] φι-νε-τσά-τος επίθ. (προφ.): κομψός, καλαίσθητος: ~η: διακόσμηση/εμφάνιση. ~ο: άρωμα(= φίνο)/ξενοδοχείο. ~α: έπιπλα.|| ~η: γυναίκα. Πβ. ντελικάτος, χαριτωμένος. Βλ. -άτος.
54969φινίρισμαφι-νί-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φινιρίσμ-ατος | -ατα}: τελικό στάδιο στην κατασκευή ενός προϊόντος, το οποίο περιλαμβάνει τη βελτίωση και τελειοποίηση της εμφάνισής του και ειδικότ. τη λεπτομερή επεξεργασία των επιφανειών του· συνεκδ. το σχετικό αποτέλεσμα, η λεπτομέρεια της μορφής ή το τελείωμα: ~ επίπλων (βλ. λουστράρισμα, μπιζουτάρισμα, στίλβωση)/υφασμάτων. Μηχανή/τριβείο ~ατος.|| Χειροποίητα ~ατα. (για συσκευή:) Εξαιρετική σχεδίαση και άψογο/ματ/μεταλλικό/προσεγμένο/τέλειο ~. Καρέκλες με ανάγλυφο/γυαλιστερό/κομψό ~.|| Φούστα με δαντελωτό ~. Βλ. άκρο, μπορντούρα, παρυφή, -ισμα.
54970φινιριστήριοφι-νι-ρι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): βιομηχανική μονάδα ή τμήμα εργοστασίου υφαντουργίας, με ειδικά μηχανήματα για φινίρισμα υφασμάτων· συνεκδ. το αντίστοιχο μηχάνημα: βαφείο-~. Βλ. -τήριο.
54971φινιριστικός, ή, ό φι-νι-ρι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το φινίρισμα: ~ά: μηχανήματα (= φινιριστήρια).
54972φινίρωφι-νί-ρω ρ. (μτβ.) {κυρ. στη μτχ. φινιρι-σμένος}: κάνω φινίρισμα: ~σμένη: επιφάνεια. Ρολόγια ~σμένα στο χέρι. Πβ. τελειοποιώ. [< ιταλ. finire]
54973φίνιςφί-νις ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. τερματισμός: Έκανε ένα δυνατό/καλό ~.|| (μτφ.) Κέρδη στο ~ για το ΧΑΑ. Πβ. φινάλε. [< αγγλ. finish]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.