Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55460-55480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54974φινιστρίνιφι-νι-στρί-νι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φιλιστρίνι: ΝΑΥΤ. καθένα από τα μικρά, συνήθ. στρογγυλά ή οβάλ παράθυρα των πλοίων: καμπίνες με ~ (: εξωτερικές). ΣΥΝ. παραφωτίδα.|| (κατ' επέκτ.) Πίσω ~ (αυτοκινήτου). Τα ~ια του αεροπλάνου. [< ιταλ. πληθ. finestrini]
54975φινλανδικός, ή, ό φιν-λαν-δι-κός επίθ. & (προφ.) φιλανδικός: που σχετίζεται με τη Φινλανδία ή/και τους Φινλανδούς.
54976φινλανδοποίησηφιν-λαν-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) φιλανδοποίηση: ΠΟΛΙΤ. διαδικασία κατά την οποία μια χώρα υποχρεώνεται από ισχυρό, συνήθ. γειτονικό κράτος να εξυπηρετεί τα συμφέροντά του, ακολουθώντας συγκεκριμένη οικονομική και εξωτερική πολιτική. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. Finlandization, 1969]
54977Φινλανδός, ΦινλανδήΦιν-λαν-δός επίθ./ουσ. & (προφ.) Φιλανδός, Φιλανδή: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Φινλανδία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη φινλανδική υπηκοότητα.
54978φινόκιοφι-νό-κι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μεγάλος άσπρος εδώδιμος βολβός (επιστ. ονομασ. Faeniculum dulce), ο οποίος αποτελεί τη ρίζα ποικιλίας μάραθου και έχει άρωμα γλυκάνισου: ριζότο/σαλάτα με ~. [< ιταλ. finocchio]
54979φίνος, α, ο φί-νος επίθ. 1. (προφ.) εκλεκτός: ~α: γεύση. ~ο: άρωμα/ύφασμα. Σερβίτσιο από ~α πορσελάνη. Πβ. εξαιρετικός. 2. (λαϊκό) που έχει λεπτούς τρόπους, εκλεπτυσμένη συμπεριφορά: Είναι ~ τύπος.|| ~ο: γούστο. Πβ. καλλιεργημένος, ραφινάτος. ● επίρρ.: φίνα (προφ.): Περάσαμε ~ (= εξαιρετικά, περίφημα, υπέροχα). [< μεσν. φίνος, ιταλ. fino]
54980φιντάνιφι-ντά-νι ουσ. (ουδ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} (μτφ.-προφ.) νέος που κάνει την πρώτη του εμφάνιση σε κάποιον χώρο, κυρ. στον τηλεοπτικό ή καλλιτεχνικό: τα νέα ~ια των δελτίων ειδήσεων. Πβ. πρωτάρης, πρωτόβγαλτος. 2. (λαϊκό) μικρός βλαστός, βλαστάρι· νεαρό φυτό. Πβ. θαλλός. ● Υποκ.: φιντανάκι (το) [< τουρκ. fidan < αρχ. φυτόν]
54981φίντμπακφίντ-μπακ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ανατροφοδότηση.
54982φιξεπίθ. {άκλ.} (προφ.): σταθερός, καθορισμένος, αμετάβλητος: τιμή ~ (= φιξαρισμένη, ΑΝΤ. μεταβαλλόμενη). [< γαλλ. fixe]
54983φιξάρισμαφι-ξά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φιξαρίσμ-ατος} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φιξάρω: ~ του χτενίσματος. Σπρέι ~ατος.|| ~ σχοινιών σε βράχο. Πβ. στερέωση.|| ~ των τιμών. Πβ. σταθεροποίηση.|| ~ της ημερομηνίας/του ραντεβού. Πβ. οριστικοποίηση. Βλ. -ισμα.
54984φιξάρωφι-ξά-ρω ρ. (μτβ.) {φίξαρ-ε κ. φιξάρ-ισε, -ίστηκε, -ιστεί, -ισμένος} (προφ.) 1. σταθεροποιώ, στερεώνω: Σπρέι που ~ει τα μαλλιά. ~ισμένη: εικόνα (: στην τηλεόραση). 2. καθορίζω από πριν, κανονίζω: Ας ~ουμε το ραντεβού για αύριο. Πβ. οριστικοποιώ. [< γαλλ. fixer]
54985φιόγκοςφιό-γκος ουσ. (αρσ.) 1. διακοσμητικό στοιχείο από κορδέλα, κορδόνι ή ταινία, με δύο θηλιές σε σχήμα πεταλούδας: δώρο σε κουτί με ~ο (βλ. αμπαλάζ). Φόρεμα με ~ο. Τσάντα σε σχήμα ~ου. Λύθηκε ο ~. Δένω/τραβώ τον ~ο. 2. (μτφ.-μειωτ.) τζιτζιφιόγκος. 3. παιχνίδι πόκας. ● Υποκ.: φιογκάκι (το): στη σημ. 1: κοριτσάκι με κοτσιδάκια και ~ια στα μαλλιά.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ια (= φαρφάλες) με κόκκινη σάλτσα. [< ιταλ. fiocco]
54986φιόρδφι-όρδ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φιορδ: ΓΕΩΜΟΡΦ. μακρόστενος κόλπος: δαντελωτά ~. Τα σκανδιναβικά ~. [< γαλλ. fjord, fiord < νορβηγικό fjord]
54987φιοριτούραφιο-ρι-τού-ρα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} ΣΥΝ. διάνθισμα 1. εξεζητημένο, επιτηδευμένο, περίτεχνο εκφραστικό ή σπανιότ. διακοσμητικό στοιχείο: Μίλα απλά, χωρίς (περιττές/ρητορικές) ~ες. 2. ΜΟΥΣ. ποίκιλμα. [< ιταλ. fioritura]
54988φιόροφιό-ρο ουσ. (ουδ.) & φιόρε (διαλεκτ.-λογοτ.): λουλούδι, άνθος. ● ΣΥΜΠΛ.: το φιόρο του λεβάντε βλ. λεβάντε [< ιταλ. fiore]
54989ΦΙΡβλ. FIR
54990φιρί φιρίφι-ρί επίρρ.: στη ● ΦΡ.: φιρί φιρί (το) πάει & (σπάν.) (το) πάει φιρί φιρί (προφ.): πάει γυρεύοντας: ~ ~ (το) πας να μ' εκνευρίσεις. [< τουρκ. ηχομιμητ. λ. fιrιl fιrιl]
54991φιρίκιφι-ρί-κι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία μήλου, μικρού μεγέθους, κυρ. με πρασινοκίτρινο και λίγο κόκκινο χρώμα: γλυκό (του κουταλιού) ~. ● ΦΡ.: κουκούτσι μυαλό βλ. κουκούτσι [< τουρκ. ferik]
54992φιρικιάφι-ρι-κιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία μηλιάς (επιστ. ονομασ. Eleagnus angustifolia), καρπός της οποίας είναι το φιρίκι.
54993φίρμαφίρ-μα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. μάρκα προϊόντος, κυρ. επώνυμου: (ειρων.) Φορά μόνο ~ες. 2. επωνυμία επιχείρησης· συνεκδ. η ίδια η επιχείρηση, εταιρεία: ~ ρούχων. Διαφήμιση γνωστής ~ας. 3. (μτφ., κυρ. για καλλιτέχνη) πολύ γνωστός, με μεγάλες επιτυχίες: Είναι η ~ (= το πρώτο όνομα) του μαγαζιού (: για τραγουδιστή). Το παίζει ~. Έγινε ~ (= διάσημος). Πβ. αστέρας, βεντέτα2, διασημότητα, ντίβα, σταρ. [< ιταλ. firma, γαλλ. firme]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.