| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54974 | φινιστρίνι | φι-νι-στρί-νι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φιλιστρίνι: ΝΑΥΤ. καθένα από τα μικρά, συνήθ. στρογγυλά ή οβάλ παράθυρα των πλοίων: καμπίνες με ~ (: εξωτερικές). ΣΥΝ. παραφωτίδα.|| (κατ' επέκτ.) Πίσω ~ (αυτοκινήτου). Τα ~ια του αεροπλάνου. [< ιταλ. πληθ. finestrini] | |
| 54975 | φινλανδικός | , ή, ό φιν-λαν-δι-κός επίθ. & (προφ.) φιλανδικός: που σχετίζεται με τη Φινλανδία ή/και τους Φινλανδούς. | |
| 54976 | φινλανδοποίηση | φιν-λαν-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) φιλανδοποίηση: ΠΟΛΙΤ. διαδικασία κατά την οποία μια χώρα υποχρεώνεται από ισχυρό, συνήθ. γειτονικό κράτος να εξυπηρετεί τα συμφέροντά του, ακολουθώντας συγκεκριμένη οικονομική και εξωτερική πολιτική. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. Finlandization, 1969] | |
| 54977 | Φινλανδός, Φινλανδή | Φιν-λαν-δός επίθ./ουσ. & (προφ.) Φιλανδός, Φιλανδή: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Φινλανδία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη φινλανδική υπηκοότητα. | |
| 54978 | φινόκιο | φι-νό-κι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μεγάλος άσπρος εδώδιμος βολβός (επιστ. ονομασ. Faeniculum dulce), ο οποίος αποτελεί τη ρίζα ποικιλίας μάραθου και έχει άρωμα γλυκάνισου: ριζότο/σαλάτα με ~. [< ιταλ. finocchio] | |
| 54979 | φίνος | , α, ο φί-νος επίθ. 1. (προφ.) εκλεκτός: ~α: γεύση. ~ο: άρωμα/ύφασμα. Σερβίτσιο από ~α πορσελάνη. Πβ. εξαιρετικός. 2. (λαϊκό) που έχει λεπτούς τρόπους, εκλεπτυσμένη συμπεριφορά: Είναι ~ τύπος.|| ~ο: γούστο. Πβ. καλλιεργημένος, ραφινάτος. ● επίρρ.: φίνα (προφ.): Περάσαμε ~ (= εξαιρετικά, περίφημα, υπέροχα). [< μεσν. φίνος, ιταλ. fino] | |
| 54980 | φιντάνι | φι-ντά-νι ουσ. (ουδ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} (μτφ.-προφ.) νέος που κάνει την πρώτη του εμφάνιση σε κάποιον χώρο, κυρ. στον τηλεοπτικό ή καλλιτεχνικό: τα νέα ~ια των δελτίων ειδήσεων. Πβ. πρωτάρης, πρωτόβγαλτος. 2. (λαϊκό) μικρός βλαστός, βλαστάρι· νεαρό φυτό. Πβ. θαλλός. ● Υποκ.: φιντανάκι (το) [< τουρκ. fidan < αρχ. φυτόν] | |
| 54981 | φίντμπακ | φίντ-μπακ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ανατροφοδότηση. | |
| 54982 | φιξ | επίθ. {άκλ.} (προφ.): σταθερός, καθορισμένος, αμετάβλητος: τιμή ~ (= φιξαρισμένη, ΑΝΤ. μεταβαλλόμενη). [< γαλλ. fixe] | |
| 54983 | φιξάρισμα | φι-ξά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φιξαρίσμ-ατος} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φιξάρω: ~ του χτενίσματος. Σπρέι ~ατος.|| ~ σχοινιών σε βράχο. Πβ. στερέωση.|| ~ των τιμών. Πβ. σταθεροποίηση.|| ~ της ημερομηνίας/του ραντεβού. Πβ. οριστικοποίηση. Βλ. -ισμα. | |
| 54984 | φιξάρω | φι-ξά-ρω ρ. (μτβ.) {φίξαρ-ε κ. φιξάρ-ισε, -ίστηκε, -ιστεί, -ισμένος} (προφ.) 1. σταθεροποιώ, στερεώνω: Σπρέι που ~ει τα μαλλιά. ~ισμένη: εικόνα (: στην τηλεόραση). 2. καθορίζω από πριν, κανονίζω: Ας ~ουμε το ραντεβού για αύριο. Πβ. οριστικοποιώ. [< γαλλ. fixer] | |
| 54985 | φιόγκος | φιό-γκος ουσ. (αρσ.) 1. διακοσμητικό στοιχείο από κορδέλα, κορδόνι ή ταινία, με δύο θηλιές σε σχήμα πεταλούδας: δώρο σε κουτί με ~ο (βλ. αμπαλάζ). Φόρεμα με ~ο. Τσάντα σε σχήμα ~ου. Λύθηκε ο ~. Δένω/τραβώ τον ~ο. 2. (μτφ.-μειωτ.) τζιτζιφιόγκος. 3. παιχνίδι πόκας. ● Υποκ.: φιογκάκι (το): στη σημ. 1: κοριτσάκι με κοτσιδάκια και ~ια στα μαλλιά.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ια (= φαρφάλες) με κόκκινη σάλτσα. [< ιταλ. fiocco] | |
| 54986 | φιόρδ | φι-όρδ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φιορδ: ΓΕΩΜΟΡΦ. μακρόστενος κόλπος: δαντελωτά ~. Τα σκανδιναβικά ~. [< γαλλ. fjord, fiord < νορβηγικό fjord] | |
| 54987 | φιοριτούρα | φιο-ρι-τού-ρα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} ΣΥΝ. διάνθισμα 1. εξεζητημένο, επιτηδευμένο, περίτεχνο εκφραστικό ή σπανιότ. διακοσμητικό στοιχείο: Μίλα απλά, χωρίς (περιττές/ρητορικές) ~ες. 2. ΜΟΥΣ. ποίκιλμα. [< ιταλ. fioritura] | |
| 54988 | φιόρο | φιό-ρο ουσ. (ουδ.) & φιόρε (διαλεκτ.-λογοτ.): λουλούδι, άνθος. ● ΣΥΜΠΛ.: το φιόρο του λεβάντε βλ. λεβάντε [< ιταλ. fiore] | |
| 54989 | ΦΙΡ | βλ. FIR | |
| 54990 | φιρί φιρί | φι-ρί επίρρ.: στη ● ΦΡ.: φιρί φιρί (το) πάει & (σπάν.) (το) πάει φιρί φιρί (προφ.): πάει γυρεύοντας: ~ ~ (το) πας να μ' εκνευρίσεις. [< τουρκ. ηχομιμητ. λ. fιrιl fιrιl] | |
| 54991 | φιρίκι | φι-ρί-κι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία μήλου, μικρού μεγέθους, κυρ. με πρασινοκίτρινο και λίγο κόκκινο χρώμα: γλυκό (του κουταλιού) ~. ● ΦΡ.: κουκούτσι μυαλό βλ. κουκούτσι [< τουρκ. ferik] | |
| 54992 | φιρικιά | φι-ρι-κιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία μηλιάς (επιστ. ονομασ. Eleagnus angustifolia), καρπός της οποίας είναι το φιρίκι. | |
| 54993 | φίρμα | φίρ-μα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. μάρκα προϊόντος, κυρ. επώνυμου: (ειρων.) Φορά μόνο ~ες. 2. επωνυμία επιχείρησης· συνεκδ. η ίδια η επιχείρηση, εταιρεία: ~ ρούχων. Διαφήμιση γνωστής ~ας. 3. (μτφ., κυρ. για καλλιτέχνη) πολύ γνωστός, με μεγάλες επιτυχίες: Είναι η ~ (= το πρώτο όνομα) του μαγαζιού (: για τραγουδιστή). Το παίζει ~. Έγινε ~ (= διάσημος). Πβ. αστέρας, βεντέτα2, διασημότητα, ντίβα, σταρ. [< ιταλ. firma, γαλλ. firme] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ