| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54964 | φιν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΑΥΤ. μικρό μονοθέσιο ιστιοφόρο με ένα μεγάλο ιστίο στηριγμένο σε περιστρεφόμενο κατάρτι· (ΑΘΛ.) το αντίστοιχο άθλημα ιστιοπλοΐας ή η σχετική ιστιοδρομία (ρεγκάτα): παγκόσμιο πρωτάθλημα ~. [< γαλλ. finn, 1962] | |
| 54965 | φινάλε | φι-νά-λε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. το τελευταίο μέρος, η τελική φάση αγώνα, εκδήλωσης ή μουσικού, θεατρικού, κινηματογραφικού έργου: (ΑΘΛ.) εκπληκτικό/εντυπωσιακό/θεαματικό/θριαμβευτικό/ιδανικό/ισόπαλο/μεγαλειώδες ~ (για την ομάδα). Το ~ της αναμέτρησης/του πρωταθλήματος/του πρώτου γύρου/της σεζόν. Γκολ λίγο πριν από το/στο ~ του αγώνα/ημιχρόνου. Πβ. φίνις.|| Παράσταση/ταινία με ανατρεπτικό/απροσδόκητο/γκραν/εκρηκτικό/συναρπαστικό ~. Φαντασμαγορικό το ~ της συναυλίας/του φεστιβάλ. Έργο που καθηλώνει μέχρι το ~. Πβ. κλείσιμο, λήξη. 2. (κατ' επέκτ., προφ.) τέλος, κατάληξη: το άδοξο ~ της καριέρας του. Ιστορία/υπόθεση με δραματικό/τραγικό ~. Γράφτηκε το (οριστικό) ~ της σχέσης τους. Πβ. αποτέλεσμα, έκβαση, επίλογος, τίτλοι τέλους. ● ΦΡ.: στο φινάλε (προφ.) 1. στο τέλος: ~ ~, παραδέχτηκε το λάθος του. 2. στο κάτω κάτω: ~ ~, αφού έχουν άδικο, γιατί παραπονιούνται; [< ιταλ. finale] | |
| 54966 | φιναλίστ | φι-να-λίστ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. | κ. θηλ. φιναλίστρια}: υποψήφιος που έχει προκριθεί στην τελευταία φάση αναμέτρησης: οι ~ του διαγωνισμού ομορφιάς. Επιλογή (των) ~. Αναδείχθηκαν/ανακοινώθηκαν/βγήκαν οι (δύο) ~ του βραβείου ... Βρίσκεται (ανάμεσα) στους ~.|| (ΑΘΛ.) Οι ~ της διοργάνωσης/του κυπέλλου/του πρωταθλήματος/του φάιναλ-φορ. (ως επίθ.) Η ~τρια ομάδα του τελικού. Βλ. ημι~. [< αγγλ. finalist, γαλλ. finaliste, 1924] | |
| 54967 | φινέτσα | φι-νέ-τσα ουσ. (θηλ.): κομψότητα, χάρη, λεπτότητα: απαράμιλλη/γαλλική/ιταλική ~. Αίσθηση ~ας. Έπιπλα με ~ και ποιότητα/στιλ.|| (για πρόσ.) Έχει ~. Πβ. καλαισθησία. [< ιταλ. finezza] | |
| 54968 | φινετσάτος | , η, ο [φινετσᾶτος] φι-νε-τσά-τος επίθ. (προφ.): κομψός, καλαίσθητος: ~η: διακόσμηση/εμφάνιση. ~ο: άρωμα(= φίνο)/ξενοδοχείο. ~α: έπιπλα.|| ~η: γυναίκα. Πβ. ντελικάτος, χαριτωμένος. Βλ. -άτος. | |
| 54969 | φινίρισμα | φι-νί-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φινιρίσμ-ατος | -ατα}: τελικό στάδιο στην κατασκευή ενός προϊόντος, το οποίο περιλαμβάνει τη βελτίωση και τελειοποίηση της εμφάνισής του και ειδικότ. τη λεπτομερή επεξεργασία των επιφανειών του· συνεκδ. το σχετικό αποτέλεσμα, η λεπτομέρεια της μορφής ή το τελείωμα: ~ επίπλων (βλ. λουστράρισμα, μπιζουτάρισμα, στίλβωση)/υφασμάτων. Μηχανή/τριβείο ~ατος.|| Χειροποίητα ~ατα. (για συσκευή:) Εξαιρετική σχεδίαση και άψογο/ματ/μεταλλικό/προσεγμένο/τέλειο ~. Καρέκλες με ανάγλυφο/γυαλιστερό/κομψό ~.|| Φούστα με δαντελωτό ~. Βλ. άκρο, μπορντούρα, παρυφή, -ισμα. | |
| 54970 | φινιριστήριο | φι-νι-ρι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): βιομηχανική μονάδα ή τμήμα εργοστασίου υφαντουργίας, με ειδικά μηχανήματα για φινίρισμα υφασμάτων· συνεκδ. το αντίστοιχο μηχάνημα: βαφείο-~. Βλ. -τήριο. | |
| 54971 | φινιριστικός | , ή, ό φι-νι-ρι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το φινίρισμα: ~ά: μηχανήματα (= φινιριστήρια). | |
| 54972 | φινίρω | φι-νί-ρω ρ. (μτβ.) {κυρ. στη μτχ. φινιρι-σμένος}: κάνω φινίρισμα: ~σμένη: επιφάνεια. Ρολόγια ~σμένα στο χέρι. Πβ. τελειοποιώ. [< ιταλ. finire] | |
| 54973 | φίνις | φί-νις ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. τερματισμός: Έκανε ένα δυνατό/καλό ~.|| (μτφ.) Κέρδη στο ~ για το ΧΑΑ. Πβ. φινάλε. [< αγγλ. finish] | |
| 54974 | φινιστρίνι | φι-νι-στρί-νι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φιλιστρίνι: ΝΑΥΤ. καθένα από τα μικρά, συνήθ. στρογγυλά ή οβάλ παράθυρα των πλοίων: καμπίνες με ~ (: εξωτερικές). ΣΥΝ. παραφωτίδα.|| (κατ' επέκτ.) Πίσω ~ (αυτοκινήτου). Τα ~ια του αεροπλάνου. [< ιταλ. πληθ. finestrini] | |
| 54975 | φινλανδικός | , ή, ό φιν-λαν-δι-κός επίθ. & (προφ.) φιλανδικός: που σχετίζεται με τη Φινλανδία ή/και τους Φινλανδούς. | |
| 54976 | φινλανδοποίηση | φιν-λαν-δο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & (προφ.) φιλανδοποίηση: ΠΟΛΙΤ. διαδικασία κατά την οποία μια χώρα υποχρεώνεται από ισχυρό, συνήθ. γειτονικό κράτος να εξυπηρετεί τα συμφέροντά του, ακολουθώντας συγκεκριμένη οικονομική και εξωτερική πολιτική. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. Finlandization, 1969] | |
| 54977 | Φινλανδός, Φινλανδή | Φιν-λαν-δός επίθ./ουσ. & (προφ.) Φιλανδός, Φιλανδή: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Φινλανδία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη φινλανδική υπηκοότητα. | |
| 54978 | φινόκιο | φι-νό-κι-ο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μεγάλος άσπρος εδώδιμος βολβός (επιστ. ονομασ. Faeniculum dulce), ο οποίος αποτελεί τη ρίζα ποικιλίας μάραθου και έχει άρωμα γλυκάνισου: ριζότο/σαλάτα με ~. [< ιταλ. finocchio] | |
| 54979 | φίνος | , α, ο φί-νος επίθ. 1. (προφ.) εκλεκτός: ~α: γεύση. ~ο: άρωμα/ύφασμα. Σερβίτσιο από ~α πορσελάνη. Πβ. εξαιρετικός. 2. (λαϊκό) που έχει λεπτούς τρόπους, εκλεπτυσμένη συμπεριφορά: Είναι ~ τύπος.|| ~ο: γούστο. Πβ. καλλιεργημένος, ραφινάτος. ● επίρρ.: φίνα (προφ.): Περάσαμε ~ (= εξαιρετικά, περίφημα, υπέροχα). [< μεσν. φίνος, ιταλ. fino] | |
| 54980 | φιντάνι | φι-ντά-νι ουσ. (ουδ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} (μτφ.-προφ.) νέος που κάνει την πρώτη του εμφάνιση σε κάποιον χώρο, κυρ. στον τηλεοπτικό ή καλλιτεχνικό: τα νέα ~ια των δελτίων ειδήσεων. Πβ. πρωτάρης, πρωτόβγαλτος. 2. (λαϊκό) μικρός βλαστός, βλαστάρι· νεαρό φυτό. Πβ. θαλλός. ● Υποκ.: φιντανάκι (το) [< τουρκ. fidan < αρχ. φυτόν] | |
| 54981 | φίντμπακ | φίντ-μπακ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ανατροφοδότηση. | |
| 54982 | φιξ | επίθ. {άκλ.} (προφ.): σταθερός, καθορισμένος, αμετάβλητος: τιμή ~ (= φιξαρισμένη, ΑΝΤ. μεταβαλλόμενη). [< γαλλ. fixe] | |
| 54983 | φιξάρισμα | φι-ξά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φιξαρίσμ-ατος} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φιξάρω: ~ του χτενίσματος. Σπρέι ~ατος.|| ~ σχοινιών σε βράχο. Πβ. στερέωση.|| ~ των τιμών. Πβ. σταθεροποίηση.|| ~ της ημερομηνίας/του ραντεβού. Πβ. οριστικοποίηση. Βλ. -ισμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ