Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55480-55500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54994φιρμάνιφιρ-μά-νι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φερμάνι: σουλτανικό διάταγμα· κατ' επέκτ. διαταγή, εντολή, απόφαση. Πβ. μπεράτι. Βλ. μπουγιουρντί.|| (προφ.-ειρων.) Κυβερνητικό ~. ~ από τον πρόεδρο. Έβγαλε ~ να .../ότι ... [< τουρκ. ferman]
54995φιρμάτος, η, ο [φιρμᾶτος] φιρ-μά-τος επίθ. (νεαν. αργκό): (για προϊόν) που είναι επώνυμο, φέρει φίρμα: ~η: τσάντα. ~α: ρούχα. Πβ. σινιέ. || που συμπεριφέρεται όπως οι διασημότητες. Βλ. -άτος.
54996φιςουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡ. πλαστικό εξάρτημα προσαρμοσμένο στο ελεύθερο άκρο καλωδίου συσκευής, το οποίο διαθέτει μεταλλικά ελάσματα (ακροδέκτες) που εισάγονται στην πρίζα, για να γίνει λήψη ηλεκτρικού ρεύματος: αρσενικό/θηλυκό ~. ~ τηλεφώνου/φορτιστή. ~ σούκο. Βγάζω/τραβώ το ~ από την πρίζα. Βλ. βύσμα, μπανάνα. ΣΥΝ. ρευματολήπτης ● Υποκ.: φισάκι (το) [< γαλλ. fiche]
54997φισέκιφι-σέ-κι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φουσέκι (λαϊκό) 1. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι κινείται πολύ γρήγορα: Ο νέος παίκτης είναι ~.|| (ως επίρρ.) Μόλις έμαθε τα νέα, έφυγε ~ (= αστραπιαία). Πβ. αστραπή, βολίδα, πύραυλος, σφαίρα). 2. φυσίγγιο. [< τουρκ. fişek]
54998φισεκλίκιφι-σε-κλί-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (παλαιότ.-λαϊκό): φυσιγγιοθήκη: Οι αντάρτες πήραν τα όπλα και τα ~ια τους. [< τουρκ. fişeklik]
54999φίσκαφί-σκα επίρρ. {άκλ.} (προφ.): ασφυκτικά, υπερβολικά γεμάτος: βαλίτσες ~ από/με ρούχα. (ως επίθ.) Το θέατρο ήταν ~ (ενν. από κόσμο· πβ. πλήρης, υπερπλήρης). Πβ. κάργα, πήχτρα, τίγκα, φουλ. [< αρχ. φύσκα, φύσκη '(παραγεμισμένο) στομάχι ή έντερο ως έδεσμα']
55000φισκάρωφι-σκά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φίσκαρ-α, -ισμένος} (προφ.): γεμίζω ασφυκτικά: Έχει ~ει το ντουλάπι με/στα τρόφιμα.|| Η αίθουσα ~ε από κόσμο. Πβ. καργ-, τιγκ-, φουλ-, φρακ-άρω.
55001φιστικέλαιοφι-στι-κέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μαγειρικό λάδι από φιστίκια διαδεδομένο κυρ. στη νοτιοανατολική Ασία. Βλ. -έλαιο.
55002φιστικής, -ιά, -ί φι-στι-κής επίθ. & φιστικί {άκλ.} (προφ.): ανοιχτός πράσινος, όπως το φιστίκι: ~ιά/~ί: μπλούζα. ~ί: πουκάμισο. ● Ουσ.: φιστικί (το): το αντίστοιχο χρώμα. Πβ. βεραμάν, τσαγαλί. [< τουρκ. fιstιkî]
55003φιστίκιφι-στί-κι ουσ. (ουδ.): ο καρπός της φιστικιάς, με πράσινο δερματώδες περικάρπιο, ξυλώδες ενδοκάρπιο και πράσινη ψίχα με ρόδινο περισπέρμιο· ειδικότ. ο σπόρος (ψίχα) που χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική και τη μαγειρική και τρώγεται και ως ξηρός καρπός: αλατισμένα/αλεσμένα/καβουρδισμένα/κελυφωτά/τραγανά ~ια. Παγωτό ~. Παστέλι με ~. ~ια Αιγίνης (= αιγινήτικα ~ια)/κάσιους. Γαρνίρουμε/πασπαλίζουμε το γλυκό με ψιλοκομμένα ~ια. ● ΣΥΜΠΛ.: αράπικα φιστίκια & φιστίκια αράπικα: οι καρποί της αραχίδας. ● ΦΡ.: θα σου ξηγηθώ αλμυρό/αράπικο φιστίκι! (αργκό): ως απειλή: Άμα τον πετύχω, θα του ~ ~ (= θα του δείξω)! [< τουρκ. fιstιk]
55004φιστικιάφι-στι-κιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Pistacia vera) που καλλιεργείται ευρύτατα για τον εδώδιμο καρπό του, το φιστίκι.
55005φιστικοβούτυροφι-στι-κο-βού-τυ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρεμώδης πολτός (πάστα) από καβουρδισμένα και αλεσμένα φιστίκια: σάντουιτς με ~. [< αγγλ. peanut butter, 1903]
55006φίστουλαφί-στου-λα ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. (κυρ. στην αιμοκάθαρση) τεχνική σύνδεσης αρτηρίας με φλέβα, ώστε να επιτυγχάνεται μεγάλη ροή αίματος στη φλέβα και ευκολότερη εισαγωγή των βελονών σε αυτή· σπανιότ. ο ειδικός καθετήρας που τοποθετείται στο σημείο σύνδεσης. Βλ. αναστόμωση. 2. μη φυσιολογική επικοινωνία ανάμεσα σε δύο εσωτερικά όργανα ή μεταξύ εσωτερικού οργάνου και επιφάνειας του σώματος. ΣΥΝ. συρίγγιο [< γαλλ. fistule· πβ. μτγν. (κασσία) φίστουλα ‘δέντρο με σωληνοειδή καρπό’ < λατ. fistula ‘σωλήνας’]
55007φιτίλιφι-τί-λι ουσ. (ουδ.) {φιτιλιού}: βαμβακερό νήμα που χρησιμοποιείται σε κεριά για την παραγωγή φωτός ή σε εκρηκτικά, εμποτισμένο με εύφλεκτη ουσία, για την πυροδότησή τους: το ~ της λαμπάδας. Καίει το ~. (παλαιότ.) Το ~ της λάμπας πετρελαίου. Βλ. παραφίνη.|| Βραδύκαυστο ~. Το ~ της βόμβας.|| (μτφ.) Άναψε το ~ της οργής. ΣΥΝ. θρυαλλίδα. ● Υποκ.: φιτιλάκι (το) ● ΦΡ.: στο πιτς-φιτίλι βλ. πιτς-φιτίλι [< μεσν. φιτίλιν < τουρκ. fitil]
55008φιτιλιάφι-τι-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σχόλιο που γίνεται η αφορμή για την πρόκληση καβγά, σύγκρουσης ή αποσκοπεί σε αυτή: Άναψε/έβαλε ~ιές (στο ζευγάρι) με τα λόγια του.
55009φίτνεςφίτ-νες ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: καλή φυσική κατάσταση, φόρμα, συνήθ. ως αποτέλεσμα φυσικής άσκησης και διατροφής: αθλητισμός, ~ και υγεία. Βλ. γυμναστήριο. [< αγγλ. fitness, γαλλ. ~, 1985]
55010ΦΙΦΑβλ. FIFA
55011φίφτι φίφτιφί-φτι επίρρ. (προφ.): πενήντα πενήντα: Οι πιθανότητες είναι ~ ~ (= μισές μισές). [< αγγλ. fifty-fifty, 1913]
55012ΦΚΑ: (οι) Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης.
55013φκιασίδιβλ. φτιασίδι

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.