| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54994 | φιρμάνι | φιρ-μά-νι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φερμάνι: σουλτανικό διάταγμα· κατ' επέκτ. διαταγή, εντολή, απόφαση. Πβ. μπεράτι. Βλ. μπουγιουρντί.|| (προφ.-ειρων.) Κυβερνητικό ~. ~ από τον πρόεδρο. Έβγαλε ~ να .../ότι ... [< τουρκ. ferman] | |
| 54995 | φιρμάτος | , η, ο [φιρμᾶτος] φιρ-μά-τος επίθ. (νεαν. αργκό): (για προϊόν) που είναι επώνυμο, φέρει φίρμα: ~η: τσάντα. ~α: ρούχα. Πβ. σινιέ. || που συμπεριφέρεται όπως οι διασημότητες. Βλ. -άτος. | |
| 54996 | φις | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡ. πλαστικό εξάρτημα προσαρμοσμένο στο ελεύθερο άκρο καλωδίου συσκευής, το οποίο διαθέτει μεταλλικά ελάσματα (ακροδέκτες) που εισάγονται στην πρίζα, για να γίνει λήψη ηλεκτρικού ρεύματος: αρσενικό/θηλυκό ~. ~ τηλεφώνου/φορτιστή. ~ σούκο. Βγάζω/τραβώ το ~ από την πρίζα. Βλ. βύσμα, μπανάνα. ΣΥΝ. ρευματολήπτης ● Υποκ.: φισάκι (το) [< γαλλ. fiche] | |
| 54997 | φισέκι | φι-σέ-κι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φουσέκι (λαϊκό) 1. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι κινείται πολύ γρήγορα: Ο νέος παίκτης είναι ~.|| (ως επίρρ.) Μόλις έμαθε τα νέα, έφυγε ~ (= αστραπιαία). Πβ. αστραπή, βολίδα, πύραυλος, σφαίρα). 2. φυσίγγιο. [< τουρκ. fişek] | |
| 54998 | φισεκλίκι | φι-σε-κλί-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (παλαιότ.-λαϊκό): φυσιγγιοθήκη: Οι αντάρτες πήραν τα όπλα και τα ~ια τους. [< τουρκ. fişeklik] | |
| 54999 | φίσκα | φί-σκα επίρρ. {άκλ.} (προφ.): ασφυκτικά, υπερβολικά γεμάτος: βαλίτσες ~ από/με ρούχα. (ως επίθ.) Το θέατρο ήταν ~ (ενν. από κόσμο· πβ. πλήρης, υπερπλήρης). Πβ. κάργα, πήχτρα, τίγκα, φουλ. [< αρχ. φύσκα, φύσκη '(παραγεμισμένο) στομάχι ή έντερο ως έδεσμα'] | |
| 55000 | φισκάρω | φι-σκά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φίσκαρ-α, -ισμένος} (προφ.): γεμίζω ασφυκτικά: Έχει ~ει το ντουλάπι με/στα τρόφιμα.|| Η αίθουσα ~ε από κόσμο. Πβ. καργ-, τιγκ-, φουλ-, φρακ-άρω. | |
| 55001 | φιστικέλαιο | φι-στι-κέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μαγειρικό λάδι από φιστίκια διαδεδομένο κυρ. στη νοτιοανατολική Ασία. Βλ. -έλαιο. | |
| 55002 | φιστικής | , -ιά, -ί φι-στι-κής επίθ. & φιστικί {άκλ.} (προφ.): ανοιχτός πράσινος, όπως το φιστίκι: ~ιά/~ί: μπλούζα. ~ί: πουκάμισο. ● Ουσ.: φιστικί (το): το αντίστοιχο χρώμα. Πβ. βεραμάν, τσαγαλί. [< τουρκ. fιstιkî] | |
| 55003 | φιστίκι | φι-στί-κι ουσ. (ουδ.): ο καρπός της φιστικιάς, με πράσινο δερματώδες περικάρπιο, ξυλώδες ενδοκάρπιο και πράσινη ψίχα με ρόδινο περισπέρμιο· ειδικότ. ο σπόρος (ψίχα) που χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική και τη μαγειρική και τρώγεται και ως ξηρός καρπός: αλατισμένα/αλεσμένα/καβουρδισμένα/κελυφωτά/τραγανά ~ια. Παγωτό ~. Παστέλι με ~. ~ια Αιγίνης (= αιγινήτικα ~ια)/κάσιους. Γαρνίρουμε/πασπαλίζουμε το γλυκό με ψιλοκομμένα ~ια. ● ΣΥΜΠΛ.: αράπικα φιστίκια & φιστίκια αράπικα: οι καρποί της αραχίδας. ● ΦΡ.: θα σου ξηγηθώ αλμυρό/αράπικο φιστίκι! (αργκό): ως απειλή: Άμα τον πετύχω, θα του ~ ~ (= θα του δείξω)! [< τουρκ. fιstιk] | |
| 55004 | φιστικιά | φι-στι-κιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Pistacia vera) που καλλιεργείται ευρύτατα για τον εδώδιμο καρπό του, το φιστίκι. | |
| 55005 | φιστικοβούτυρο | φι-στι-κο-βού-τυ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρεμώδης πολτός (πάστα) από καβουρδισμένα και αλεσμένα φιστίκια: σάντουιτς με ~. [< αγγλ. peanut butter, 1903] | |
| 55006 | φίστουλα | φί-στου-λα ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. (κυρ. στην αιμοκάθαρση) τεχνική σύνδεσης αρτηρίας με φλέβα, ώστε να επιτυγχάνεται μεγάλη ροή αίματος στη φλέβα και ευκολότερη εισαγωγή των βελονών σε αυτή· σπανιότ. ο ειδικός καθετήρας που τοποθετείται στο σημείο σύνδεσης. Βλ. αναστόμωση. 2. μη φυσιολογική επικοινωνία ανάμεσα σε δύο εσωτερικά όργανα ή μεταξύ εσωτερικού οργάνου και επιφάνειας του σώματος. ΣΥΝ. συρίγγιο [< γαλλ. fistule· πβ. μτγν. (κασσία) φίστουλα ‘δέντρο με σωληνοειδή καρπό’ < λατ. fistula ‘σωλήνας’] | |
| 55007 | φιτίλι | φι-τί-λι ουσ. (ουδ.) {φιτιλιού}: βαμβακερό νήμα που χρησιμοποιείται σε κεριά για την παραγωγή φωτός ή σε εκρηκτικά, εμποτισμένο με εύφλεκτη ουσία, για την πυροδότησή τους: το ~ της λαμπάδας. Καίει το ~. (παλαιότ.) Το ~ της λάμπας πετρελαίου. Βλ. παραφίνη.|| Βραδύκαυστο ~. Το ~ της βόμβας.|| (μτφ.) Άναψε το ~ της οργής. ΣΥΝ. θρυαλλίδα. ● Υποκ.: φιτιλάκι (το) ● ΦΡ.: στο πιτς-φιτίλι βλ. πιτς-φιτίλι [< μεσν. φιτίλιν < τουρκ. fitil] | |
| 55008 | φιτιλιά | φι-τι-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σχόλιο που γίνεται η αφορμή για την πρόκληση καβγά, σύγκρουσης ή αποσκοπεί σε αυτή: Άναψε/έβαλε ~ιές (στο ζευγάρι) με τα λόγια του. | |
| 55009 | φίτνες | φίτ-νες ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: καλή φυσική κατάσταση, φόρμα, συνήθ. ως αποτέλεσμα φυσικής άσκησης και διατροφής: αθλητισμός, ~ και υγεία. Βλ. γυμναστήριο. [< αγγλ. fitness, γαλλ. ~, 1985] | |
| 55010 | ΦΙΦΑ | βλ. FIFA | |
| 55011 | φίφτι φίφτι | φί-φτι επίρρ. (προφ.): πενήντα πενήντα: Οι πιθανότητες είναι ~ ~ (= μισές μισές). [< αγγλ. fifty-fifty, 1913] | |
| 55012 | ΦΚΑ | : (οι) Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης. | |
| 55013 | φκιασίδι | βλ. φτιασίδι |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ