| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 54984 | φιξάρω | φι-ξά-ρω ρ. (μτβ.) {φίξαρ-ε κ. φιξάρ-ισε, -ίστηκε, -ιστεί, -ισμένος} (προφ.) 1. σταθεροποιώ, στερεώνω: Σπρέι που ~ει τα μαλλιά. ~ισμένη: εικόνα (: στην τηλεόραση). 2. καθορίζω από πριν, κανονίζω: Ας ~ουμε το ραντεβού για αύριο. Πβ. οριστικοποιώ. [< γαλλ. fixer] | |
| 54985 | φιόγκος | φιό-γκος ουσ. (αρσ.) 1. διακοσμητικό στοιχείο από κορδέλα, κορδόνι ή ταινία, με δύο θηλιές σε σχήμα πεταλούδας: δώρο σε κουτί με ~ο (βλ. αμπαλάζ). Φόρεμα με ~ο. Τσάντα σε σχήμα ~ου. Λύθηκε ο ~. Δένω/τραβώ τον ~ο. 2. (μτφ.-μειωτ.) τζιτζιφιόγκος. 3. παιχνίδι πόκας. ● Υποκ.: φιογκάκι (το): στη σημ. 1: κοριτσάκι με κοτσιδάκια και ~ια στα μαλλιά.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ια (= φαρφάλες) με κόκκινη σάλτσα. [< ιταλ. fiocco] | |
| 54986 | φιόρδ | φι-όρδ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φιορδ: ΓΕΩΜΟΡΦ. μακρόστενος κόλπος: δαντελωτά ~. Τα σκανδιναβικά ~. [< γαλλ. fjord, fiord < νορβηγικό fjord] | |
| 54987 | φιοριτούρα | φιο-ρι-τού-ρα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} ΣΥΝ. διάνθισμα 1. εξεζητημένο, επιτηδευμένο, περίτεχνο εκφραστικό ή σπανιότ. διακοσμητικό στοιχείο: Μίλα απλά, χωρίς (περιττές/ρητορικές) ~ες. 2. ΜΟΥΣ. ποίκιλμα. [< ιταλ. fioritura] | |
| 54988 | φιόρο | φιό-ρο ουσ. (ουδ.) & φιόρε (διαλεκτ.-λογοτ.): λουλούδι, άνθος. ● ΣΥΜΠΛ.: το φιόρο του λεβάντε βλ. λεβάντε [< ιταλ. fiore] | |
| 54989 | ΦΙΡ | βλ. FIR | |
| 54990 | φιρί φιρί | φι-ρί επίρρ.: στη ● ΦΡ.: φιρί φιρί (το) πάει & (σπάν.) (το) πάει φιρί φιρί (προφ.): πάει γυρεύοντας: ~ ~ (το) πας να μ' εκνευρίσεις. [< τουρκ. ηχομιμητ. λ. fιrιl fιrιl] | |
| 54991 | φιρίκι | φι-ρί-κι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία μήλου, μικρού μεγέθους, κυρ. με πρασινοκίτρινο και λίγο κόκκινο χρώμα: γλυκό (του κουταλιού) ~. ● ΦΡ.: κουκούτσι μυαλό βλ. κουκούτσι [< τουρκ. ferik] | |
| 54992 | φιρικιά | φι-ρι-κιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία μηλιάς (επιστ. ονομασ. Eleagnus angustifolia), καρπός της οποίας είναι το φιρίκι. | |
| 54993 | φίρμα | φίρ-μα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. μάρκα προϊόντος, κυρ. επώνυμου: (ειρων.) Φορά μόνο ~ες. 2. επωνυμία επιχείρησης· συνεκδ. η ίδια η επιχείρηση, εταιρεία: ~ ρούχων. Διαφήμιση γνωστής ~ας. 3. (μτφ., κυρ. για καλλιτέχνη) πολύ γνωστός, με μεγάλες επιτυχίες: Είναι η ~ (= το πρώτο όνομα) του μαγαζιού (: για τραγουδιστή). Το παίζει ~. Έγινε ~ (= διάσημος). Πβ. αστέρας, βεντέτα2, διασημότητα, ντίβα, σταρ. [< ιταλ. firma, γαλλ. firme] | |
| 54994 | φιρμάνι | φιρ-μά-νι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φερμάνι: σουλτανικό διάταγμα· κατ' επέκτ. διαταγή, εντολή, απόφαση. Πβ. μπεράτι. Βλ. μπουγιουρντί.|| (προφ.-ειρων.) Κυβερνητικό ~. ~ από τον πρόεδρο. Έβγαλε ~ να .../ότι ... [< τουρκ. ferman] | |
| 54995 | φιρμάτος | , η, ο [φιρμᾶτος] φιρ-μά-τος επίθ. (νεαν. αργκό): (για προϊόν) που είναι επώνυμο, φέρει φίρμα: ~η: τσάντα. ~α: ρούχα. Πβ. σινιέ. || που συμπεριφέρεται όπως οι διασημότητες. Βλ. -άτος. | |
| 54996 | φις | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡ. πλαστικό εξάρτημα προσαρμοσμένο στο ελεύθερο άκρο καλωδίου συσκευής, το οποίο διαθέτει μεταλλικά ελάσματα (ακροδέκτες) που εισάγονται στην πρίζα, για να γίνει λήψη ηλεκτρικού ρεύματος: αρσενικό/θηλυκό ~. ~ τηλεφώνου/φορτιστή. ~ σούκο. Βγάζω/τραβώ το ~ από την πρίζα. Βλ. βύσμα, μπανάνα. ΣΥΝ. ρευματολήπτης ● Υποκ.: φισάκι (το) [< γαλλ. fiche] | |
| 54997 | φισέκι | φι-σέ-κι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φουσέκι (λαϊκό) 1. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι κινείται πολύ γρήγορα: Ο νέος παίκτης είναι ~.|| (ως επίρρ.) Μόλις έμαθε τα νέα, έφυγε ~ (= αστραπιαία). Πβ. αστραπή, βολίδα, πύραυλος, σφαίρα). 2. φυσίγγιο. [< τουρκ. fişek] | |
| 54998 | φισεκλίκι | φι-σε-κλί-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (παλαιότ.-λαϊκό): φυσιγγιοθήκη: Οι αντάρτες πήραν τα όπλα και τα ~ια τους. [< τουρκ. fişeklik] | |
| 54999 | φίσκα | φί-σκα επίρρ. {άκλ.} (προφ.): ασφυκτικά, υπερβολικά γεμάτος: βαλίτσες ~ από/με ρούχα. (ως επίθ.) Το θέατρο ήταν ~ (ενν. από κόσμο· πβ. πλήρης, υπερπλήρης). Πβ. κάργα, πήχτρα, τίγκα, φουλ. [< αρχ. φύσκα, φύσκη '(παραγεμισμένο) στομάχι ή έντερο ως έδεσμα'] | |
| 55000 | φισκάρω | φι-σκά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φίσκαρ-α, -ισμένος} (προφ.): γεμίζω ασφυκτικά: Έχει ~ει το ντουλάπι με/στα τρόφιμα.|| Η αίθουσα ~ε από κόσμο. Πβ. καργ-, τιγκ-, φουλ-, φρακ-άρω. | |
| 55001 | φιστικέλαιο | φι-στι-κέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μαγειρικό λάδι από φιστίκια διαδεδομένο κυρ. στη νοτιοανατολική Ασία. Βλ. -έλαιο. | |
| 55002 | φιστικής | , -ιά, -ί φι-στι-κής επίθ. & φιστικί {άκλ.} (προφ.): ανοιχτός πράσινος, όπως το φιστίκι: ~ιά/~ί: μπλούζα. ~ί: πουκάμισο. ● Ουσ.: φιστικί (το): το αντίστοιχο χρώμα. Πβ. βεραμάν, τσαγαλί. [< τουρκ. fιstιkî] | |
| 55003 | φιστίκι | φι-στί-κι ουσ. (ουδ.): ο καρπός της φιστικιάς, με πράσινο δερματώδες περικάρπιο, ξυλώδες ενδοκάρπιο και πράσινη ψίχα με ρόδινο περισπέρμιο· ειδικότ. ο σπόρος (ψίχα) που χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική και τη μαγειρική και τρώγεται και ως ξηρός καρπός: αλατισμένα/αλεσμένα/καβουρδισμένα/κελυφωτά/τραγανά ~ια. Παγωτό ~. Παστέλι με ~. ~ια Αιγίνης (= αιγινήτικα ~ια)/κάσιους. Γαρνίρουμε/πασπαλίζουμε το γλυκό με ψιλοκομμένα ~ια. ● ΣΥΜΠΛ.: αράπικα φιστίκια & φιστίκια αράπικα: οι καρποί της αραχίδας. ● ΦΡ.: θα σου ξηγηθώ αλμυρό/αράπικο φιστίκι! (αργκό): ως απειλή: Άμα τον πετύχω, θα του ~ ~ (= θα του δείξω)! [< τουρκ. fιstιk] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ