Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [55480-55500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
54984φιξάρωφι-ξά-ρω ρ. (μτβ.) {φίξαρ-ε κ. φιξάρ-ισε, -ίστηκε, -ιστεί, -ισμένος} (προφ.) 1. σταθεροποιώ, στερεώνω: Σπρέι που ~ει τα μαλλιά. ~ισμένη: εικόνα (: στην τηλεόραση). 2. καθορίζω από πριν, κανονίζω: Ας ~ουμε το ραντεβού για αύριο. Πβ. οριστικοποιώ. [< γαλλ. fixer]
54985φιόγκοςφιό-γκος ουσ. (αρσ.) 1. διακοσμητικό στοιχείο από κορδέλα, κορδόνι ή ταινία, με δύο θηλιές σε σχήμα πεταλούδας: δώρο σε κουτί με ~ο (βλ. αμπαλάζ). Φόρεμα με ~ο. Τσάντα σε σχήμα ~ου. Λύθηκε ο ~. Δένω/τραβώ τον ~ο. 2. (μτφ.-μειωτ.) τζιτζιφιόγκος. 3. παιχνίδι πόκας. ● Υποκ.: φιογκάκι (το): στη σημ. 1: κοριτσάκι με κοτσιδάκια και ~ια στα μαλλιά.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ια (= φαρφάλες) με κόκκινη σάλτσα. [< ιταλ. fiocco]
54986φιόρδφι-όρδ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φιορδ: ΓΕΩΜΟΡΦ. μακρόστενος κόλπος: δαντελωτά ~. Τα σκανδιναβικά ~. [< γαλλ. fjord, fiord < νορβηγικό fjord]
54987φιοριτούραφιο-ρι-τού-ρα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} ΣΥΝ. διάνθισμα 1. εξεζητημένο, επιτηδευμένο, περίτεχνο εκφραστικό ή σπανιότ. διακοσμητικό στοιχείο: Μίλα απλά, χωρίς (περιττές/ρητορικές) ~ες. 2. ΜΟΥΣ. ποίκιλμα. [< ιταλ. fioritura]
54988φιόροφιό-ρο ουσ. (ουδ.) & φιόρε (διαλεκτ.-λογοτ.): λουλούδι, άνθος. ● ΣΥΜΠΛ.: το φιόρο του λεβάντε βλ. λεβάντε [< ιταλ. fiore]
54989ΦΙΡβλ. FIR
54990φιρί φιρίφι-ρί επίρρ.: στη ● ΦΡ.: φιρί φιρί (το) πάει & (σπάν.) (το) πάει φιρί φιρί (προφ.): πάει γυρεύοντας: ~ ~ (το) πας να μ' εκνευρίσεις. [< τουρκ. ηχομιμητ. λ. fιrιl fιrιl]
54991φιρίκιφι-ρί-κι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία μήλου, μικρού μεγέθους, κυρ. με πρασινοκίτρινο και λίγο κόκκινο χρώμα: γλυκό (του κουταλιού) ~. ● ΦΡ.: κουκούτσι μυαλό βλ. κουκούτσι [< τουρκ. ferik]
54992φιρικιάφι-ρι-κιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία μηλιάς (επιστ. ονομασ. Eleagnus angustifolia), καρπός της οποίας είναι το φιρίκι.
54993φίρμαφίρ-μα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. μάρκα προϊόντος, κυρ. επώνυμου: (ειρων.) Φορά μόνο ~ες. 2. επωνυμία επιχείρησης· συνεκδ. η ίδια η επιχείρηση, εταιρεία: ~ ρούχων. Διαφήμιση γνωστής ~ας. 3. (μτφ., κυρ. για καλλιτέχνη) πολύ γνωστός, με μεγάλες επιτυχίες: Είναι η ~ (= το πρώτο όνομα) του μαγαζιού (: για τραγουδιστή). Το παίζει ~. Έγινε ~ (= διάσημος). Πβ. αστέρας, βεντέτα2, διασημότητα, ντίβα, σταρ. [< ιταλ. firma, γαλλ. firme]
54994φιρμάνιφιρ-μά-νι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φερμάνι: σουλτανικό διάταγμα· κατ' επέκτ. διαταγή, εντολή, απόφαση. Πβ. μπεράτι. Βλ. μπουγιουρντί.|| (προφ.-ειρων.) Κυβερνητικό ~. ~ από τον πρόεδρο. Έβγαλε ~ να .../ότι ... [< τουρκ. ferman]
54995φιρμάτος, η, ο [φιρμᾶτος] φιρ-μά-τος επίθ. (νεαν. αργκό): (για προϊόν) που είναι επώνυμο, φέρει φίρμα: ~η: τσάντα. ~α: ρούχα. Πβ. σινιέ. || που συμπεριφέρεται όπως οι διασημότητες. Βλ. -άτος.
54996φιςουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡ. πλαστικό εξάρτημα προσαρμοσμένο στο ελεύθερο άκρο καλωδίου συσκευής, το οποίο διαθέτει μεταλλικά ελάσματα (ακροδέκτες) που εισάγονται στην πρίζα, για να γίνει λήψη ηλεκτρικού ρεύματος: αρσενικό/θηλυκό ~. ~ τηλεφώνου/φορτιστή. ~ σούκο. Βγάζω/τραβώ το ~ από την πρίζα. Βλ. βύσμα, μπανάνα. ΣΥΝ. ρευματολήπτης ● Υποκ.: φισάκι (το) [< γαλλ. fiche]
54997φισέκιφι-σέ-κι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φουσέκι (λαϊκό) 1. (μτφ.) για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι κινείται πολύ γρήγορα: Ο νέος παίκτης είναι ~.|| (ως επίρρ.) Μόλις έμαθε τα νέα, έφυγε ~ (= αστραπιαία). Πβ. αστραπή, βολίδα, πύραυλος, σφαίρα). 2. φυσίγγιο. [< τουρκ. fişek]
54998φισεκλίκιφι-σε-κλί-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (παλαιότ.-λαϊκό): φυσιγγιοθήκη: Οι αντάρτες πήραν τα όπλα και τα ~ια τους. [< τουρκ. fişeklik]
54999φίσκαφί-σκα επίρρ. {άκλ.} (προφ.): ασφυκτικά, υπερβολικά γεμάτος: βαλίτσες ~ από/με ρούχα. (ως επίθ.) Το θέατρο ήταν ~ (ενν. από κόσμο· πβ. πλήρης, υπερπλήρης). Πβ. κάργα, πήχτρα, τίγκα, φουλ. [< αρχ. φύσκα, φύσκη '(παραγεμισμένο) στομάχι ή έντερο ως έδεσμα']
55000φισκάρωφι-σκά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φίσκαρ-α, -ισμένος} (προφ.): γεμίζω ασφυκτικά: Έχει ~ει το ντουλάπι με/στα τρόφιμα.|| Η αίθουσα ~ε από κόσμο. Πβ. καργ-, τιγκ-, φουλ-, φρακ-άρω.
55001φιστικέλαιοφι-στι-κέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μαγειρικό λάδι από φιστίκια διαδεδομένο κυρ. στη νοτιοανατολική Ασία. Βλ. -έλαιο.
55002φιστικής, -ιά, -ί φι-στι-κής επίθ. & φιστικί {άκλ.} (προφ.): ανοιχτός πράσινος, όπως το φιστίκι: ~ιά/~ί: μπλούζα. ~ί: πουκάμισο. ● Ουσ.: φιστικί (το): το αντίστοιχο χρώμα. Πβ. βεραμάν, τσαγαλί. [< τουρκ. fιstιkî]
55003φιστίκιφι-στί-κι ουσ. (ουδ.): ο καρπός της φιστικιάς, με πράσινο δερματώδες περικάρπιο, ξυλώδες ενδοκάρπιο και πράσινη ψίχα με ρόδινο περισπέρμιο· ειδικότ. ο σπόρος (ψίχα) που χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική και τη μαγειρική και τρώγεται και ως ξηρός καρπός: αλατισμένα/αλεσμένα/καβουρδισμένα/κελυφωτά/τραγανά ~ια. Παγωτό ~. Παστέλι με ~. ~ια Αιγίνης (= αιγινήτικα ~ια)/κάσιους. Γαρνίρουμε/πασπαλίζουμε το γλυκό με ψιλοκομμένα ~ια. ● ΣΥΜΠΛ.: αράπικα φιστίκια & φιστίκια αράπικα: οι καρποί της αραχίδας. ● ΦΡ.: θα σου ξηγηθώ αλμυρό/αράπικο φιστίκι! (αργκό): ως απειλή: Άμα τον πετύχω, θα του ~ ~ (= θα του δείξω)! [< τουρκ. fιstιk]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.