| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55014 | φκιάχνω | βλ. φτιάχνω | |
| 55015 | φλαβόνες | φλα-βό-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. φλαβόνη}: ΧΗΜ. άχρωμες κρυσταλλικές τρικυκλικές ενώσεις, που ανήκουν στα φλαβονοειδή. [< αγγλ. flavones] | |
| 55016 | φλαβονοειδή | [φλαβονοειδῆ] φλα-βο-νο-ει-δή ουσ. (ουδ.) & βιοφλαβονοειδή (τα): ΧΗΜ. φαινολικές ενώσεις φυτικής προέλευσης με αντιοξειδωτική δράση που βρίσκονται κυρ. στα φρούτα, στο τσάι, στο κρασί και στο κακάο: φυσικά ~. Διατροφή πλούσια σε ~. Βλ. κατεχίνες. [< αγγλ. flavonoids, 1947, bioflavonoids, 1952, γαλλ. flavonoïdes, 1956] | |
| 55017 | φλαβονοειδής | , ής, ές φλα-βο-νο-ει-δής επίθ.: ΧΗΜ. που αναφέρεται στα φλαβονοειδή: ~είς: ουσίες/φαινόλες. | |
| 55018 | φλαβονόλες | φλα-βο-νό-λες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. φλαβονόλη}: ΧΗΜ. παράγωγα των φλαβονών που περιέχουν υδροξύλιο: Οι ~ προστατεύουν τον οργανισμό από τις τοξικές ουσίες. [< αγγλ. flavonols] | |
| 55019 | φλαμανδικός | , ή, ό φλα-μαν-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Φλάνδρα ή/και τους Φλαμανδούς. ● Ουσ.: Φλαμανδικά (τα) & (επίσ.) Φλαμανδική (η): ποικιλία της ολλανδικής γλώσσας. [< γαλλ. flamand] | |
| 55020 | Φλαμανδός, Φλαμανδή | Φλα-μαν-δός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Φλάνδρα ή κατάγεται από αυτή. | |
| 55021 | φλαμένγκο | φλα-μέν-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φλαμένκο & φλαμέγκο: ΜΟΥΣ. ισπανικό μουσικοχορευτικό είδος που συνδυάζει το τραγούδι, τον χορό, την κιθάρα και τα κρουστά, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην περιοχή της Ανδαλουσίας και αποτελεί μείξη στοιχείων της τοπικής, τσιγγάνικης και αραβικής κουλτούρας· κυρ. ειδικότ. ο συγκεκριμένος χορός με βασικά του χαρακτηριστικά τις κινήσεις των χεριών, το ρυθμικό χτύπημα των τακουνιών, τις καστανιέτες, τα παλαμάκια και τα κουστούμια με φραμπαλάδες και βολάν. [< γαλλ. flamenco, 1927 < ισπ. ~] | |
| 55022 | φλαμίνγκο | φλα-μίν-γκο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φλαμίγκο: ΟΡΝΙΘ. υδρόβιο μεταναστευτικό πτηνό (οικογ. Phoenicopteridae) με κοκκινωπό ή ροζ φτέρωμα, μακριά λεπτά πόδια, μακρύ λαιμό και κυρτό ράμφος: εξωτικά ~. Βλ. ερωδιός, πελαργός. ΣΥΝ. φοινικόπτερο [< αγγλ. flamingo] | |
| 55023 | φλαμούρι | φλα-μού-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. ΒΟΤ. φλαμουριά· συνεκδ. το ξύλο της. 2. αφέψημα από άνθη φλαμουριάς. ΣΥΝ. τίλιο (1) | |
| 55024 | φλαμουριά | φλα-μου-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. υδρόφιλο, ψηλό φυλλοβόλο δέντρο (γένος Tilia), με κίτρινα αρωματικά άνθη και μεγάλα καρδιόσχημα φύλλα: μέλι ~ιάς. Πόρτα από ξύλο ~ιάς. ΣΥΝ. μελιά, τίλια, φιλύρα, φλαμούρι (1) | |
| 55025 | φλαμπέ | φλα-μπέ επίθ. {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. για φαγητό ή γλυκό το οποίο, κατά το τελευταίο στάδιο της παρασκευής του ή πριν από το σερβίρισμά του, περιχύνεται με αλκοολούχο ποτό, συνήθ. δυνατό λικέρ ή μπράντι, και το ανάβουν, με αποτέλεσμα να βγάζει φλόγες: γαρίδες/κοτόπουλο/μπανάνες ~.|| (μτφ.-προφ.) Το αμάξι έγινε ~ (= παρανάλωμα του πυρός). [< γαλλ. flambé] | |
| 55026 | φλάμπουρο | φλά-μπου-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. πολεμική σημαία: το ~ της Επανάστασης του '21. Πβ. λάβαρο, μπαϊράκι, παντιέρα.|| (μτφ.) Σήκωσε/ύψωσε το ~ του αγώνα. 2. ΛΑΟΓΡ. (κυρ. σε βλάχικους γάμους) σημαία με κοντάρι από ξύλο συνήθ. κρανιάς, πανί με το σχήμα του σταυρού και καρπούς οπωροφόρων δέντρων (συνήθ. ρόδια) καρφωμένους στο μυτερό άκρο της. [< μεσν. φλάμπουρον] | |
| 55027 | φλαν | ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. κρέμα για τάρτες· συνεκδ. η αντίστοιχη γλυκιά ή αλμυρή τάρτα: ~ με φράουλες.|| ~ με τυρί. [< αγγλ.-γαλλ. flan] | |
| 55028 | φλάντζα | φλά-ντζα ουσ. (θηλ.) & φλάτζα (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. υλικό που τοποθετείται στο σημείο επαφής δύο μεταλλικών επιφανειών, για να τις συνδέσει ή να διατηρήσει τη στεγανότητά τους: χαλύβδινες ~ες. Λαστιχένια ~ βάζου. (Τυφλή) ~ τόρνου. (Καμένη) ~ κεφαλής (: σε αυτοκίνητο). ~ες για σωλήνες. ΣΥΝ. παρέμβυσμα ● ΦΡ.: καίω φλάντζα (αργκό): χαλώ ή εξαντλούμαι: Το μόντεμ έκαψε ~.|| Έκαψα ~ απ' το διάβασμα. ΣΥΝ. τα παίζω (3) [< ιταλ. flangia, 1905] | |
| 58711 | φλαούνα | φλα-ού-να ουσ. (θηλ.): πασχαλινό κυπριακό έδεσμα το οποίο φτιάχνεται με προζύμι, περιέχει τυρί, γάλα, αβγά, σταφίδες και διάφορα μυρωδικά και ψήνεται στο φούρνο. [< μεσν. γαλλ. flaon, γαλλ.-αγγλ. flan < flado ‘επίπεδο κέικ’] | |
| 55029 | φλαουτίστας | φλα-ου-τί-στας ουσ. (αρσ.) , φλαουτίστα & φλαουτίστρια (η): μουσικός που παίζει φλάουτο. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. flautista] | |
| 55030 | φλάουτο | φλά-ου-το ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. πνευστό όργανο που αποτελείται από έναν μακρόστενο σωλήνα, στα πλάγια του οποίου υπάρχει ένα επιστόμιο στη μία άκρη και έμβολα στην άλλη: άλτο/μπαρόκ/μπάσο/πλάγιο/σόλο ~. ~ σοπράνο. ~ με ράμφος (: με σωλήνα κωνικού σχήματος). Σολίστ ~ου. Κοντσέρτο/ρεσιτάλ/σονάτα για ~. Πβ. πίκολο, πλαγίαυλος. Βλ. κλαρινέτο, ξύλινα, σουραύλι, φαγκότο, φλογέρα. [< ιταλ. flauto] | |
| 55031 | φλάρος | φλά-ρος ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο! (προφ.): ως κατάρα ή αποδοκιμασία για τα λόγια ή τις πράξεις κάποιου. ΣΥΝ. την κακή (και την ψυχρή) σου μέρα! [< μεσν. φράρος < βεν. frar ‘καλόγερος’] | |
| 55032 | φλας | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΦΩΤΟΓΡ. στιγμιαίο έντονο λευκό φως που παράγεται τεχνητά και χρησιμεύει για τη λήψη φωτογραφιών σε περιπτώσεις χαμηλού ή ανύπαρκτου φωτισμού και κυρ. συνεκδ. η αντίστοιχη συσκευή που μπορεί να είναι ενσωματωμένη ή πρόσθετη σε φωτογραφική μηχανή: Έβαλε ~, γιατί είχε σκοτάδι.|| Έχει ~ στο κινητό. 2. φωτεινό πορτοκαλί σήμα οχήματος που αναβοσβήνει επαναλαμβανόμενα και προειδοποιεί για άμεση αλλαγή πορείας και συνεκδ. το αντίστοιχο όργανο: Άναψε το ~ για να στρίψει. Βλ. αλάρμ.|| Αριστερό/δεξί/σπασμένο ~. 3. (αργκό) ξαφνική έμπνευση ή ιδέα: Εκεί που καθόμουν, μου ήρθε ~. Έφαγα ένα ~ (= φλασιά) και βρήκα τη λύση. Πβ. φλασάκι. ● ΦΡ.: οι προβολείς/τα φώτα/τα φλας της δημοσιότητας βλ. δημοσιότητα [< αγγλ. flash] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ