| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55033 | φλας μπακ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φλασμπάκ: ΚΙΝΗΜ. τεχνική που συνίσταται στην παρεμβολή παλαιότερων γεγονότων ή καταστάσεων στην ομαλή, χρονικά, πορεία των γεγονότων· κατ΄ επέκτ. αναδρομή: αλλεπάλληλα ~. Η πλοκή της ταινίας παρουσιάζεται μέσα από απανωτά/διαρκή ~.|| Φωτογραφικό ~. Σύντομο ~ στο παρελθόν/στα χρόνια του πολέμου. ~ από τις προηγούμενες δεκαετίες. Πβ. ανασκόπηση. [< αγγλ. flashback, 1916, γαλλ. flash-back, 1923] | |
| 55034 | φλασάκι | φλα-σά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. στικ. 2. (υποκ., αργκό) φλας. [< αγγλ. flash] | |
| 52324 | φλασάρισμα | τσί-πω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. υποδόρια εμφύτευση τσιπ. Βλ. ηλεκτρονική ταυτότητα, ιδιωτικότητα. 2. ηλεκτρονική βελτίωση του αυτοκινήτου με την προσθήκη τσιπ για αύξηση της απόδοσής του. Πβ. φλασάρισμα. | |
| 55035 | φλασάρισμα | φλα-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΕΧΝΟΛ. αναβάθμιση προγράμματος ή συσκευής: ~ της ROM. Πβ. τσίπωμα. Βλ. -ισμα. | |
| 55036 | φλασάρω | φλα-σά-ρω ρ. (μτβ.) {φλάσαρ-α κ. φλασάρ-ισα} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΕΧΝΟΛ. αναβαθμίζω πρόγραμμα ή συσκευή: ~ το λογισμικό.|| ~ το κινητό/την κονσόλα (παιχνιδιών). ● φλασάρει (αμτβ.): αναβοσβήνει: Βάση τηλεφώνου που ~ σε εισερχόμενη ή εξερχόμενη κλήση. [< αγγλ. flash] | |
| 55037 | φλασιά | φλα-σιά ουσ. (θηλ.) 1. (αργκό) ξαφνική έμπνευση ή σκέψη: Μου έσκασε/ήρθε (μια) ~. Έφαγα ~ (= φλας). 2. (προφ.) αναβόσβημα, κυρ. λόγω βλάβης: Η οθόνη κάνει ~ιές. 3. (σπάν.-προφ.) το άναμμα του φλας φωτογραφικής μηχανής. [< αγγλ. flash] | |
| 55038 | φλάσκα | φλά-σκα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μεγάλη μελιτζάνα ή πιπεριά με έντονο γυαλιστερό χρώμα. | |
| 55039 | φλασκί | φλα-σκί ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): μικρό δοχείο ή ασκί για νερό ή ποτό, κυρ. κρασί, από ξύλο ή νεροκολοκύθα. Πβ. τσότρα. Βλ. παγούρι. ● Μεγεθ.: φλάσκα (η) [< μεσν. φλασκί(ν)] | |
| 55040 | φλατ | επίθ. {άκλ.} (προφ.): επίπεδος: (για παπούτσια χωρίς τακούνι:) ~ γοβάκια/μπότες/πέδιλα/σανδάλια (βλ. χαμηλοτάκουνος). (ως ουσ.) Φοράει μόνο ~.|| ~ οθόνη (υπολογιστή). Τηλεόραση ~ (= πλάσματος). Βλ. πλακέ.|| (μτφ.) Πρόχειρο σενάριο και ~ ερμηνείες (βλ. ανιαρός, μονότονος). [< αγγλ. flat] | |
| 55041 | φλάτζα | βλ. φλάντζα | |
| 55042 | φλέβα | φλέ-βα ουσ. (θηλ.) {φλεβ-ών} 1. ΑΝΑΤ. αγγείο που μεταφέρει το αίμα από τα τριχοειδή αγγεία στην καρδιά: μασχαλιαία/νεφρική/ομφαλική/πνευμονική/προσωπική/σπερματική (βλ. κιρσοκήλη)/σπληνική/σφαγίτιδα/υποκλείδια ~. Εγκεφαλικές/ηπατικές ~ες. Άνω ή κάτω (κοίλη) ~. Έξω ή έσω (λαγόνια) ~. Επιπολής μηριαία ~. Κεντρική ~ (αμφιβληστροειδούς). Οι βαλβίδες/κλάδοι μιας ~ας. Βλ. αρτηρία.|| (ΙΑΤΡ.) Κιρσώδεις ~ες των κάτω άκρων (= κιρσοί). Απόφραξη/θρόμβωση/στένωση ~ας (βλ. αγγειοπλαστική, ισχαιμία). Αποκάλυψη/παρακέντηση (βλ. φλεβοκέντηση) ~ας. Διαστολή/(συμφορητική) διόγκωση των ~ών.|| (προφ.) Μοβ (βλ. ευρυαγγεία)/πεταχτές ~ες. Ο γιατρός δυσκολεύτηκε να βρει ~ για να του κάνει ένεση.|| (κατ' επέκτ.) Οι ~ες των φύλλων (βλ. νεύρωση).|| (μτφ., για ποταμό:) ~ ζωής. 2. (μτφ.) έφεση, κλίση, ταλέντο: νέοι με καλλιτεχνική ~. Διαθέτει/έχει κωμική/λογοτεχνική/μουσική/ποιητική ~. 3. ΓΕΩΛ. ρωγμή πετρώματος στην οποία έχει γίνει απόθεση μεταλλικών ορυκτών που μεταφέρθηκαν από υδροθερμικά διαλύματα· υπόγειο υδάτινο ρεύμα: Ανακαλύφθηκε ~ μεταλλεύματος/πετρελαίου. Πβ. κοίτασμα.|| ~ νερού. 4. (μτφ.) καταγωγή, προέλευση: (γνήσια) ελληνική ~. ● Υποκ.: φλεβίδιο (το): (ΑΝΑΤ.) ~α και αρτηρίδια.|| (ΓΕΩΛ.) ~α ασβεστίτη., φλεβίτσα (η), φλεβούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πυλαία φλέβα βλ. πυλαίος ● ΦΡ.: κόβω τις φλέβες μου 1. & κόβω φλέβες: (αργκό) μου αρέσει πολύ, τρελαίνομαι: ~ει ~ του για πάρτη της (: είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της).|| Δεν ~ ~ για τα τραγούδια του. 2. & κόβω φλέβες: (μτφ.-αργκό) νιώθω βαρεμάρα ή κατάθλιψη: Ταινία για να ~εις φλέβες! 3. {συνήθ. στο γ' πρόσ. του αορ.} (κυριολ.) επιχειρώ να αυτοκτονήσω ή αυτοκτονώ (με αυτόν τον τρόπο)., χτυπώ φλέβα (μτφ.): βρίσκω το ευαίσθητο σημείο κάποιου, τον συγκινώ: Εδώ/τώρα χτύπησες ~. Πβ. αγγίζω τις ευαίσθητες χορδές (κάποιου)., χτυπώ/βρίσκω φλέβα χρυσού (μτφ.): ανακαλύπτω κάποιον ή κάτι που θα μου εξασφαλίσει κέρδη και επιτυχία: Χτύπησαν ~ ~ με το νέο τους μεταγραφικό απόκτημα., δεν έχει αίμα μέσα/στις φλέβες του/σταγόνα αίμα μέσα του/δεν τρέχει/κυλάει αίμα στις φλέβες του βλ. αίμα, πάγωσε το αίμα (στις φλέβες) μου βλ. αίμα [< μεσν. φλέβα, γαλλ. veine] | |
| 55043 | Φλεβάρης | Φλε-βά-ρης ουσ. (αρσ.) (προφ.): Φεβρουάριος. Πβ. κουτσοφλέβαρος. Βλ. κλαδευτής. ● ΦΡ.: ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει (παροιμ.): με τον μήνα αυτόν, όσο κρύο κι αν κάνει, τελειώνουν τα κρύα του χειμώνα. [< μεσν. Φλεβάρης] | |
| 55044 | φλεβικός | , ή, ό φλε-βι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τις φλέβες: ~ός: καθετήρας (= φλεβοκαθετήρας). ~ή: αιμορραγία/ανεπάρκεια/θρόμβωση/κυκλοφορία/πίεση/συμφόρηση. ~ό: αίμα/δίκτυο/έλκος/σύστημα. Βλ. αρτηριακός. ΣΥΝ. φλεβώδης (1) 2. ΓΕΩΛ. (για πυριγενές πέτρωμα) που δημιουργείται όταν το μάγμα εισχωρήσει και στερεοποιηθεί μέσα σε μεγάλα ρήγματα ή ανοίγματα του φλοιού. [< αρχ. φλεβικός, γαλλ. veineux] | |
| 55045 | φλεβίτιδα | φλε-βί-τι-δα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λαϊκό) φλεβίτης (ο): ΙΑΤΡ. φλεγμονή επιφανειακών φλεβών, συνήθ. στα κάτω άκρα των γυναικών, που δεν συνεπάγεται σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία και οφείλεται κυρ. στην ορθοστασία ή την εγκυμοσύνη: καλσόν/κάλτσες διαβαθμισμένης συμπίεσης για ~. Βλ. ευρυαγγεία, θρομβο~, κιρσός, -ίτιδα. [< γαλλ. phlébite, αγγλ. phlebitis] | |
| 55046 | φλεβογραφία | φλε-βο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινογραφική απεικόνιση φλέβας ή φλεβών, με έγχυση σκιαγραφικής ουσίας: μαγνητική ~. Η ~ έδειξε απόφραξη/στένωση λόγω θρόμβου. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. phlébographie, 1953, αγγλ. phlebography, 1937] | |
| 55047 | φλεβοκαθετήρας | φλε-βο-κα-θε-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. καθετήρας που εισάγεται σε φλέβα για χορήγηση ορού ή φαρμακευτικής ουσίας, φλεβικός ή ενδοφλέβιος καθετήρας: περιφερικός ~. ~ες ασφαλείας. Τοποθέτηση ~α (στο χέρι). [< αγγλ. (intra)venous catheter] | |
| 55048 | φλεβοκέντηση | φλε-βο-κέ-ντη-ση ουσ. (θηλ.) & φλεβοπαρακέντηση: ΙΑΤΡ. παρακέντηση φλέβας για αιμοληψία ή έγχυση υγρού. | |
| 55049 | φλεβοκομβικός | , ή, ό φλε-βο-κομ-βι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον φλεβόκομβο: ~ός: ρυθμός. ~ή: αρρυθμία/βραδυκαρδία/ταχυκαρδία. | |
| 55050 | φλεβόκομβος | φλε-βό-κομ-βος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όμβου}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. μικρή ομάδα κυττάρων στο πίσω τμήμα του δεξιού καρδιακού κόλπου, που ελέγχουν και ρυθμίζουν τη συχνότητα των παλμών της καρδιάς: σύνδρομο νοσούντος ~όμβου. Βλ. βηματοδότης. [< αγγλ. sinoatrial node, 1913] | |
| 55051 | φλεβοπαρακέντηση | βλ. φλεβοκέντηση |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ