| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55024 | φλαμουριά | φλα-μου-ριά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. υδρόφιλο, ψηλό φυλλοβόλο δέντρο (γένος Tilia), με κίτρινα αρωματικά άνθη και μεγάλα καρδιόσχημα φύλλα: μέλι ~ιάς. Πόρτα από ξύλο ~ιάς. ΣΥΝ. μελιά, τίλια, φιλύρα, φλαμούρι (1) | |
| 55025 | φλαμπέ | φλα-μπέ επίθ. {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. για φαγητό ή γλυκό το οποίο, κατά το τελευταίο στάδιο της παρασκευής του ή πριν από το σερβίρισμά του, περιχύνεται με αλκοολούχο ποτό, συνήθ. δυνατό λικέρ ή μπράντι, και το ανάβουν, με αποτέλεσμα να βγάζει φλόγες: γαρίδες/κοτόπουλο/μπανάνες ~.|| (μτφ.-προφ.) Το αμάξι έγινε ~ (= παρανάλωμα του πυρός). [< γαλλ. flambé] | |
| 55026 | φλάμπουρο | φλά-μπου-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. πολεμική σημαία: το ~ της Επανάστασης του '21. Πβ. λάβαρο, μπαϊράκι, παντιέρα.|| (μτφ.) Σήκωσε/ύψωσε το ~ του αγώνα. 2. ΛΑΟΓΡ. (κυρ. σε βλάχικους γάμους) σημαία με κοντάρι από ξύλο συνήθ. κρανιάς, πανί με το σχήμα του σταυρού και καρπούς οπωροφόρων δέντρων (συνήθ. ρόδια) καρφωμένους στο μυτερό άκρο της. [< μεσν. φλάμπουρον] | |
| 55027 | φλαν | ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. κρέμα για τάρτες· συνεκδ. η αντίστοιχη γλυκιά ή αλμυρή τάρτα: ~ με φράουλες.|| ~ με τυρί. [< αγγλ.-γαλλ. flan] | |
| 55028 | φλάντζα | φλά-ντζα ουσ. (θηλ.) & φλάτζα (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. υλικό που τοποθετείται στο σημείο επαφής δύο μεταλλικών επιφανειών, για να τις συνδέσει ή να διατηρήσει τη στεγανότητά τους: χαλύβδινες ~ες. Λαστιχένια ~ βάζου. (Τυφλή) ~ τόρνου. (Καμένη) ~ κεφαλής (: σε αυτοκίνητο). ~ες για σωλήνες. ΣΥΝ. παρέμβυσμα ● ΦΡ.: καίω φλάντζα (αργκό): χαλώ ή εξαντλούμαι: Το μόντεμ έκαψε ~.|| Έκαψα ~ απ' το διάβασμα. ΣΥΝ. τα παίζω (3) [< ιταλ. flangia, 1905] | |
| 58711 | φλαούνα | φλα-ού-να ουσ. (θηλ.): πασχαλινό κυπριακό έδεσμα το οποίο φτιάχνεται με προζύμι, περιέχει τυρί, γάλα, αβγά, σταφίδες και διάφορα μυρωδικά και ψήνεται στο φούρνο. [< μεσν. γαλλ. flaon, γαλλ.-αγγλ. flan < flado ‘επίπεδο κέικ’] | |
| 55029 | φλαουτίστας | φλα-ου-τί-στας ουσ. (αρσ.) , φλαουτίστα & φλαουτίστρια (η): μουσικός που παίζει φλάουτο. Βλ. -ίστας. [< ιταλ. flautista] | |
| 55030 | φλάουτο | φλά-ου-το ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. πνευστό όργανο που αποτελείται από έναν μακρόστενο σωλήνα, στα πλάγια του οποίου υπάρχει ένα επιστόμιο στη μία άκρη και έμβολα στην άλλη: άλτο/μπαρόκ/μπάσο/πλάγιο/σόλο ~. ~ σοπράνο. ~ με ράμφος (: με σωλήνα κωνικού σχήματος). Σολίστ ~ου. Κοντσέρτο/ρεσιτάλ/σονάτα για ~. Πβ. πίκολο, πλαγίαυλος. Βλ. κλαρινέτο, ξύλινα, σουραύλι, φαγκότο, φλογέρα. [< ιταλ. flauto] | |
| 55031 | φλάρος | φλά-ρος ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο! (προφ.): ως κατάρα ή αποδοκιμασία για τα λόγια ή τις πράξεις κάποιου. ΣΥΝ. την κακή (και την ψυχρή) σου μέρα! [< μεσν. φράρος < βεν. frar ‘καλόγερος’] | |
| 55032 | φλας | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΦΩΤΟΓΡ. στιγμιαίο έντονο λευκό φως που παράγεται τεχνητά και χρησιμεύει για τη λήψη φωτογραφιών σε περιπτώσεις χαμηλού ή ανύπαρκτου φωτισμού και κυρ. συνεκδ. η αντίστοιχη συσκευή που μπορεί να είναι ενσωματωμένη ή πρόσθετη σε φωτογραφική μηχανή: Έβαλε ~, γιατί είχε σκοτάδι.|| Έχει ~ στο κινητό. 2. φωτεινό πορτοκαλί σήμα οχήματος που αναβοσβήνει επαναλαμβανόμενα και προειδοποιεί για άμεση αλλαγή πορείας και συνεκδ. το αντίστοιχο όργανο: Άναψε το ~ για να στρίψει. Βλ. αλάρμ.|| Αριστερό/δεξί/σπασμένο ~. 3. (αργκό) ξαφνική έμπνευση ή ιδέα: Εκεί που καθόμουν, μου ήρθε ~. Έφαγα ένα ~ (= φλασιά) και βρήκα τη λύση. Πβ. φλασάκι. ● ΦΡ.: οι προβολείς/τα φώτα/τα φλας της δημοσιότητας βλ. δημοσιότητα [< αγγλ. flash] | |
| 55033 | φλας μπακ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φλασμπάκ: ΚΙΝΗΜ. τεχνική που συνίσταται στην παρεμβολή παλαιότερων γεγονότων ή καταστάσεων στην ομαλή, χρονικά, πορεία των γεγονότων· κατ΄ επέκτ. αναδρομή: αλλεπάλληλα ~. Η πλοκή της ταινίας παρουσιάζεται μέσα από απανωτά/διαρκή ~.|| Φωτογραφικό ~. Σύντομο ~ στο παρελθόν/στα χρόνια του πολέμου. ~ από τις προηγούμενες δεκαετίες. Πβ. ανασκόπηση. [< αγγλ. flashback, 1916, γαλλ. flash-back, 1923] | |
| 55034 | φλασάκι | φλα-σά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. στικ. 2. (υποκ., αργκό) φλας. [< αγγλ. flash] | |
| 52324 | φλασάρισμα | τσί-πω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. υποδόρια εμφύτευση τσιπ. Βλ. ηλεκτρονική ταυτότητα, ιδιωτικότητα. 2. ηλεκτρονική βελτίωση του αυτοκινήτου με την προσθήκη τσιπ για αύξηση της απόδοσής του. Πβ. φλασάρισμα. | |
| 55035 | φλασάρισμα | φλα-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΕΧΝΟΛ. αναβάθμιση προγράμματος ή συσκευής: ~ της ROM. Πβ. τσίπωμα. Βλ. -ισμα. | |
| 55036 | φλασάρω | φλα-σά-ρω ρ. (μτβ.) {φλάσαρ-α κ. φλασάρ-ισα} (προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΕΧΝΟΛ. αναβαθμίζω πρόγραμμα ή συσκευή: ~ το λογισμικό.|| ~ το κινητό/την κονσόλα (παιχνιδιών). ● φλασάρει (αμτβ.): αναβοσβήνει: Βάση τηλεφώνου που ~ σε εισερχόμενη ή εξερχόμενη κλήση. [< αγγλ. flash] | |
| 55037 | φλασιά | φλα-σιά ουσ. (θηλ.) 1. (αργκό) ξαφνική έμπνευση ή σκέψη: Μου έσκασε/ήρθε (μια) ~. Έφαγα ~ (= φλας). 2. (προφ.) αναβόσβημα, κυρ. λόγω βλάβης: Η οθόνη κάνει ~ιές. 3. (σπάν.-προφ.) το άναμμα του φλας φωτογραφικής μηχανής. [< αγγλ. flash] | |
| 55038 | φλάσκα | φλά-σκα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μεγάλη μελιτζάνα ή πιπεριά με έντονο γυαλιστερό χρώμα. | |
| 55039 | φλασκί | φλα-σκί ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): μικρό δοχείο ή ασκί για νερό ή ποτό, κυρ. κρασί, από ξύλο ή νεροκολοκύθα. Πβ. τσότρα. Βλ. παγούρι. ● Μεγεθ.: φλάσκα (η) [< μεσν. φλασκί(ν)] | |
| 55040 | φλατ | επίθ. {άκλ.} (προφ.): επίπεδος: (για παπούτσια χωρίς τακούνι:) ~ γοβάκια/μπότες/πέδιλα/σανδάλια (βλ. χαμηλοτάκουνος). (ως ουσ.) Φοράει μόνο ~.|| ~ οθόνη (υπολογιστή). Τηλεόραση ~ (= πλάσματος). Βλ. πλακέ.|| (μτφ.) Πρόχειρο σενάριο και ~ ερμηνείες (βλ. ανιαρός, μονότονος). [< αγγλ. flat] | |
| 55041 | φλάτζα | βλ. φλάντζα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ