| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55052 | φλεβοτομία | φλε-βο-το-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δημιουργία τομής σε φλέβα. Βλ. αφαίμαξη, -τομή. [< αρχ. φλεβοτομία, γαλλ. phlébotomie, αγγλ. phlebotomy] | |
| 55053 | φλεβοτόμος | φλε-βο-τό-μος ουσ. (θηλ.+ αρσ.): ΖΩΟΛ. σκνίπα (γένος Phlebotomus) που μεταδίδει κυρ. τη λεϊσμάνια. [< πβ. μτγν. φλεβοτόμον (σμιλίον) 'νυστέρι για αφαίμαξη', γαλλ. phlébotome, 20ός αι.] | |
| 55054 | φλεβώδης | , ης, ες φλε-βώ-δης επίθ. {φλεβώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} 1. ΑΝΑΤ. φλεβικός: (στο έμβρυο:) ~ης: πόρος (: αγγείο που συνδέει την ομφαλική με την κάτω κοίλη φλέβα). ~εις: κόλποι (της σκληρής μήνιγγας). 2. (επιστ.) που έχει ραβδώσεις οι οποίες μοιάζουν με φλέβες: ~εις: πέτρες. ~η: φύλλα (φυτού). Βλ. -ώδης. [< αρχ. φλεβώδης] | |
| 55055 | φλέγμα | φλέγ-μα ουσ. (ουδ.) {φλέγμ-ατα} 1. ΙΑΤΡ. & (προφ.) φλέμα: βλεννώδης ουσία που εκκρίνεται από το αναπνευστικό σύστημα σε ποσότητα μεγαλύτερη από τη φυσιολογική: βήχας με ~ατα. Φτύνω ~ατα. Πβ. απόχρεμψη, ροχάλα, πτύελο. Βλ. βλέννα. 2. (μτφ.) απάθεια, αδιαφορία ή ψυχραιμία απέναντι σε δύσκολες καταστάσεις: Απάντησε στις κατηγορίες με αγγλικό/βρετανικό ~. Πβ. φλεγματικότητα. Βλ. ψυχρότητα. [< 2: αρχ. φλέγμα ‘φλόγα, φλεγμονή, βλέννα’, μεσν. φλέμα, αγγλ. phlegm, γαλλ. flegme] | |
| 55056 | φλεγμαίνει | φλεγ-μαί-νει ρ. (αμτβ.) {φλεγμαίν-ουν, μτχ. -ων, -ουσα, -ον}: ΙΑΤΡ. (για όργανο ή σημείο του σώματος) υποφέρει από ερεθισμό ή φλεγμονή: Ο τένοντας ~ από υπερχρήση. ~ουσα: κύστη/περιοχή. [< αρχ. φλεγμαίνω] | |
| 55057 | φλεγματικός | , ή, ό φλεγ-μα-τι-κός επίθ.: ατάραχος, ψύχραιμος, απαθής: ~ός: τύπος. ~οί: Βρετανοί. (ως ουσ., ΨΥΧΟΛ.) Οι ~οί (ενν. χαρακτήρες).|| (κατ' επέκτ.) ~ή: ιδιοσυγκρασία. ~ό: ύφος/χιούμορ. ● επίρρ.: φλεγματικά [< αρχ. φλεγματικός, γαλλ. flegmatique, αγγλ. phlegmatic] | |
| 55058 | φλεγματικότητα | φλεγ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φλεγματικού: βρετανική ~. Πβ. απάθεια, φλέγμα, ψυχραιμία. | |
| 55059 | φλεγματώδης | , ης, ες φλεγ-μα-τώ-δης επίθ. {φλεγματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που χαρακτηρίζεται από την παρουσία φλέγματος: ~ης: νόσος. Βλ. -ώδης. [< αρχ. φλεγματώδης] | |
| 55060 | φλεγμονή | φλεγ-μο-νή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αντίδραση των αγγειακών και συνδετικών στοιχείων ενός ιστού σε βλαπτικό παράγοντα, µε σχηµατισµό εξιδρώµατος πλούσιου σε πρωτεΐνες και κύτταρα και με κυριότερα συμπτώματα την ερυθρότητα, το οίδημα, τον πόνο, τον πυρετό και την απώλεια της λειτουργικότητας: μετεγχειρητική/μικροβιακή/οξεία/πυελική/πυώδης/χρόνια ~. ~ των αρθρώσεων (= αρθρίτιδα)/του δέρματος (= δερματίτιδα)/των ούλων (= ουλίτιδα)/του προστάτη (= προστατίτιδα). Δείκτες ~ής (βλ. ταχύτητα καθίζησης ερυθρών αιμοσφαιρίων). Λοιμώξεις και ~ές. Πβ. ερεθισμός, φλόγωση. Βλ. ερύθημα, -ίτιδα. [< αρχ. φλεγμονή, γαλλ. inflammation, γαλλ.-αγγλ. phlegmon] | |
| 55061 | φλεγμονικός | , ή, ό φλεγ-μο-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη φλεγμονή: ~ή: αντίδραση. [< μτγν. φλεγμονικός, γαλλ. inflammatoire, αγγλ. phlegmonic] | |
| 55062 | φλεγμονώδης | , ης, ες φλεγ-μο-νώ-δης επίθ. {φλεγμονώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που συνοδεύεται από φλεγμονή ή έχει τα χαρακτηριστικά της: ~ης: διήθηση/νόσος (της πυέλου). ~εις: αρθροπάθειες/ασθένειες.|| ~εις: αλλοιώσεις. Βλ. αντι~, -ώδης. [< μτγν. φλεγμονώδης, γαλλ. phlegmoneux, αγγλ. phlegmonous] | |
| 55063 | φλέγομαι | φλέ-γο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., φλεγ-όμενος | σπάν. στην ενεργ. φωνή φλέγει, (λόγ.) μτχ. φλέγ-ων, -ουσα, -ον} (μτφ.-εμφατ.) ΣΥΝ. καίγομαι 1. κυριεύομαι από έντονο συναίσθημα ή μεγάλη επιθυμία: ~όμενος από αγάπη/έρωτα/πάθος/πόθο. Πβ. (δια)κατέχομαι, φλογίζεται.|| ~ να μάθω τι συνέβη. 2. έχω υψηλή θερμοκρασία, ψήνομαι: ~ απ' τον/στον πυρετό. Η πόλη ~εται (βλ. καύσωνας). ● φλέγεται: καίγεται: Το κτίριο άρχισε να ~ (= έπιασε/πήρε φωτιά). ● ΣΥΜΠΛ.: φλεγόμενη/καιόμενη βάτος βλ. βάτος [< αρχ. φλέγομαι, φλέγω] | |
| 55064 | φλέγων | , ουσα, ον φλέ-γων επίθ. {φλέγ-οντος | σπάν. -οντες (ουδ. -οντα), -όντων} (λόγ.): που είναι κρίσιμος, πολύ σημαντικός και απαιτεί άμεση αντιμετώπιση: ~ον: ερώτημα. ~οντα: προβλήματα (= ζέοντα). Το ~ον ζήτημα/θέμα της ανεργίας. Πβ. επείγων, καυτός, οξύς. [< μτχ. εν. του ρ. φλέγω] | |
| 55065 | φλέιμ | φλέ-ιμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (αργκό): ΔΙΑΔΙΚΤ. προσβλητικό μήνυμα· κατ' επέκτ. ανταλλαγή ανάλογων μηνυμάτων: Στέλνει συνέχεια ~.|| Μπαίνει στο τσατ και κάνει ~. [< αμερικ. flame (mail), 1992] | |
| 55066 | φλέμα | βλ. φλέγμα | |
| 45160 | Φλεξαρω | σα-χλα-μά-ρας ουσ. (αρσ.) & σαχλαμαράκιας (προφ.): άνθρωπος που λέει ή κάνει σαχλαμάρες: Πάψε, ρε ~α! ΣΥΝ. σαχλαμπούχλας, σάχλας, τρίχας | |
| 55067 | φλεξογραφία | φλε-ξο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. μέθοδος ανάγλυφης εκτύπωσης πάνω σε εύκαμπτα υλικά, με τη χρήση λεπτόρρευστων μελανιών που στεγνώνουν πολύ γρήγορα: ~ σε πλαστικές σακούλες. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. flexography, 1954, γαλλ. flexographie, περ. 1950] | |
| 55068 | φλεξογραφικός | , ή, ό φλε-ξο-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη φλεξογραφία: ~ή: εκτύπωση. [< αγγλ. flexographic, 1954] | |
| 55069 | φλερέ | φλε-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ένα από τα τρία είδη ξίφους της ξιφασκίας· συνεκδ. το αντίστοιχο αγώνισμα. || ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. σπάθη. [< γαλλ. fleuret] | |
| 55070 | φλερόβιο | φλε-ρό-βι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Fl, Ζ 114). Βλ. λιβερμόριο. [< διεθν. flerovium, 2012 < ρωσ. ανθρ. G. N. Flërov] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ