Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [55540-55560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55042φλέβαφλέ-βα ουσ. (θηλ.) {φλεβ-ών} 1. ΑΝΑΤ. αγγείο που μεταφέρει το αίμα από τα τριχοειδή αγγεία στην καρδιά: μασχαλιαία/νεφρική/ομφαλική/πνευμονική/προσωπική/σπερματική (βλ. κιρσοκήλη)/σπληνική/σφαγίτιδα/υποκλείδια ~. Εγκεφαλικές/ηπατικές ~ες. Άνω ή κάτω (κοίλη) ~. Έξω ή έσω (λαγόνια) ~. Επιπολής μηριαία ~. Κεντρική ~ (αμφιβληστροειδούς). Οι βαλβίδες/κλάδοι μιας ~ας. Βλ. αρτηρία.|| (ΙΑΤΡ.) Κιρσώδεις ~ες των κάτω άκρων (= κιρσοί). Απόφραξη/θρόμβωση/στένωση ~ας (βλ. αγγειοπλαστική, ισχαιμία). Αποκάλυψη/παρακέντηση (βλ. φλεβοκέντηση) ~ας. Διαστολή/(συμφορητική) διόγκωση των ~ών.|| (προφ.) Μοβ (βλ. ευρυαγγεία)/πεταχτές ~ες. Ο γιατρός δυσκολεύτηκε να βρει ~ για να του κάνει ένεση.|| (κατ' επέκτ.) Οι ~ες των φύλλων (βλ. νεύρωση).|| (μτφ., για ποταμό:) ~ ζωής. 2. (μτφ.) έφεση, κλίση, ταλέντο: νέοι με καλλιτεχνική ~. Διαθέτει/έχει κωμική/λογοτεχνική/μουσική/ποιητική ~. 3. ΓΕΩΛ. ρωγμή πετρώματος στην οποία έχει γίνει απόθεση μεταλλικών ορυκτών που μεταφέρθηκαν από υδροθερμικά διαλύματα· υπόγειο υδάτινο ρεύμα: Ανακαλύφθηκε ~ μεταλλεύματος/πετρελαίου. Πβ. κοίτασμα.|| ~ νερού. 4. (μτφ.) καταγωγή, προέλευση: (γνήσια) ελληνική ~. ● Υποκ.: φλεβίδιο (το): (ΑΝΑΤ.) ~α και αρτηρίδια.|| (ΓΕΩΛ.) ~α ασβεστίτη., φλεβίτσα (η), φλεβούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πυλαία φλέβα βλ. πυλαίος ● ΦΡ.: κόβω τις φλέβες μου 1. & κόβω φλέβες: (αργκό) μου αρέσει πολύ, τρελαίνομαι: ~ει ~ του για πάρτη της (: είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της).|| Δεν ~ ~ για τα τραγούδια του. 2. & κόβω φλέβες: (μτφ.-αργκό) νιώθω βαρεμάρα ή κατάθλιψη: Ταινία για να ~εις φλέβες! 3. {συνήθ. στο γ' πρόσ. του αορ.} (κυριολ.) επιχειρώ να αυτοκτονήσω ή αυτοκτονώ (με αυτόν τον τρόπο)., χτυπώ φλέβα (μτφ.): βρίσκω το ευαίσθητο σημείο κάποιου, τον συγκινώ: Εδώ/τώρα χτύπησες ~. Πβ. αγγίζω τις ευαίσθητες χορδές (κάποιου)., χτυπώ/βρίσκω φλέβα χρυσού (μτφ.): ανακαλύπτω κάποιον ή κάτι που θα μου εξασφαλίσει κέρδη και επιτυχία: Χτύπησαν ~ ~ με το νέο τους μεταγραφικό απόκτημα., δεν έχει αίμα μέσα/στις φλέβες του/σταγόνα αίμα μέσα του/δεν τρέχει/κυλάει αίμα στις φλέβες του βλ. αίμα, πάγωσε το αίμα (στις φλέβες) μου βλ. αίμα [< μεσν. φλέβα, γαλλ. veine]
55043ΦλεβάρηςΦλε-βά-ρης ουσ. (αρσ.) (προφ.): Φεβρουάριος. Πβ. κουτσοφλέβαρος. Βλ. κλαδευτής. ● ΦΡ.: ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει (παροιμ.): με τον μήνα αυτόν, όσο κρύο κι αν κάνει, τελειώνουν τα κρύα του χειμώνα. [< μεσν. Φλεβάρης]
55044φλεβικός, ή, ό φλε-βι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τις φλέβες: ~ός: καθετήρας (= φλεβοκαθετήρας). ~ή: αιμορραγία/ανεπάρκεια/θρόμβωση/κυκλοφορία/πίεση/συμφόρηση. ~ό: αίμα/δίκτυο/έλκος/σύστημα. Βλ. αρτηριακός. ΣΥΝ. φλεβώδης (1) 2. ΓΕΩΛ. (για πυριγενές πέτρωμα) που δημιουργείται όταν το μάγμα εισχωρήσει και στερεοποιηθεί μέσα σε μεγάλα ρήγματα ή ανοίγματα του φλοιού. [< αρχ. φλεβικός, γαλλ. veineux]
55045φλεβίτιδαφλε-βί-τι-δα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λαϊκό) φλεβίτης (ο): ΙΑΤΡ. φλεγμονή επιφανειακών φλεβών, συνήθ. στα κάτω άκρα των γυναικών, που δεν συνεπάγεται σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία και οφείλεται κυρ. στην ορθοστασία ή την εγκυμοσύνη: καλσόν/κάλτσες διαβαθμισμένης συμπίεσης για ~. Βλ. ευρυαγγεία, θρομβο~, κιρσός, -ίτιδα. [< γαλλ. phlébite, αγγλ. phlebitis]
55046φλεβογραφίαφλε-βο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινογραφική απεικόνιση φλέβας ή φλεβών, με έγχυση σκιαγραφικής ουσίας: μαγνητική ~. Η ~ έδειξε απόφραξη/στένωση λόγω θρόμβου. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. phlébographie, 1953, αγγλ. phlebography, 1937]
55047φλεβοκαθετήραςφλε-βο-κα-θε-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. καθετήρας που εισάγεται σε φλέβα για χορήγηση ορού ή φαρμακευτικής ουσίας, φλεβικός ή ενδοφλέβιος καθετήρας: περιφερικός ~. ~ες ασφαλείας. Τοποθέτηση ~α (στο χέρι). [< αγγλ. (intra)venous catheter]
55048φλεβοκέντησηφλε-βο-κέ-ντη-ση ουσ. (θηλ.) & φλεβοπαρακέντηση: ΙΑΤΡ. παρακέντηση φλέβας για αιμοληψία ή έγχυση υγρού.
55049φλεβοκομβικός, ή, ό φλε-βο-κομ-βι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον φλεβόκομβο: ~ός: ρυθμός. ~ή: αρρυθμία/βραδυκαρδία/ταχυκαρδία.
55050φλεβόκομβοςφλε-βό-κομ-βος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όμβου}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. μικρή ομάδα κυττάρων στο πίσω τμήμα του δεξιού καρδιακού κόλπου, που ελέγχουν και ρυθμίζουν τη συχνότητα των παλμών της καρδιάς: σύνδρομο νοσούντος ~όμβου. Βλ. βηματοδότης. [< αγγλ. sinoatrial node, 1913]
55051φλεβοπαρακέντησηβλ. φλεβοκέντηση
55052φλεβοτομίαφλε-βο-το-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δημιουργία τομής σε φλέβα. Βλ. αφαίμαξη, -τομή. [< αρχ. φλεβοτομία, γαλλ. phlébotomie, αγγλ. phlebotomy]
55053φλεβοτόμοςφλε-βο-τό-μος ουσ. (θηλ.+ αρσ.): ΖΩΟΛ. σκνίπα (γένος Phlebotomus) που μεταδίδει κυρ. τη λεϊσμάνια. [< πβ. μτγν. φλεβοτόμον (σμιλίον) 'νυστέρι για αφαίμαξη', γαλλ. phlébotome, 20ός αι.]
55054φλεβώδης, ης, ες φλε-βώ-δης επίθ. {φλεβώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} 1. ΑΝΑΤ. φλεβικός: (στο έμβρυο:) ~ης: πόρος (: αγγείο που συνδέει την ομφαλική με την κάτω κοίλη φλέβα). ~εις: κόλποι (της σκληρής μήνιγγας). 2. (επιστ.) που έχει ραβδώσεις οι οποίες μοιάζουν με φλέβες: ~εις: πέτρες. ~η: φύλλα (φυτού). Βλ. -ώδης. [< αρχ. φλεβώδης]
55055φλέγμαφλέγ-μα ουσ. (ουδ.) {φλέγμ-ατα} 1. ΙΑΤΡ. & (προφ.) φλέμα: βλεννώδης ουσία που εκκρίνεται από το αναπνευστικό σύστημα σε ποσότητα μεγαλύτερη από τη φυσιολογική: βήχας με ~ατα. Φτύνω ~ατα. Πβ. απόχρεμψη, ροχάλα, πτύελο. Βλ. βλέννα. 2. (μτφ.) απάθεια, αδιαφορία ή ψυχραιμία απέναντι σε δύσκολες καταστάσεις: Απάντησε στις κατηγορίες με αγγλικό/βρετανικό ~. Πβ. φλεγματικότητα. Βλ. ψυχρότητα. [< 2: αρχ. φλέγμα ‘φλόγα, φλεγμονή, βλέννα’, μεσν. φλέμα, αγγλ. phlegm, γαλλ. flegme]
55056φλεγμαίνειφλεγ-μαί-νει ρ. (αμτβ.) {φλεγμαίν-ουν, μτχ. -ων, -ουσα, -ον}: ΙΑΤΡ. (για όργανο ή σημείο του σώματος) υποφέρει από ερεθισμό ή φλεγμονή: Ο τένοντας ~ από υπερχρήση. ~ουσα: κύστη/περιοχή. [< αρχ. φλεγμαίνω]
55057φλεγματικός, ή, ό φλεγ-μα-τι-κός επίθ.: ατάραχος, ψύχραιμος, απαθής: ~ός: τύπος. ~οί: Βρετανοί. (ως ουσ., ΨΥΧΟΛ.) Οι ~οί (ενν. χαρακτήρες).|| (κατ' επέκτ.) ~ή: ιδιοσυγκρασία. ~ό: ύφος/χιούμορ. ● επίρρ.: φλεγματικά [< αρχ. φλεγματικός, γαλλ. flegmatique, αγγλ. phlegmatic]
55058φλεγματικότηταφλεγ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φλεγματικού: βρετανική ~. Πβ. απάθεια, φλέγμα, ψυχραιμία.
55059φλεγματώδης, ης, ες φλεγ-μα-τώ-δης επίθ. {φλεγματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που χαρακτηρίζεται από την παρουσία φλέγματος: ~ης: νόσος. Βλ. -ώδης. [< αρχ. φλεγματώδης]
55060φλεγμονήφλεγ-μο-νή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αντίδραση των αγγειακών και συνδετικών στοιχείων ενός ιστού σε βλαπτικό παράγοντα, µε σχηµατισµό εξιδρώµατος πλούσιου σε πρωτεΐνες και κύτταρα και με κυριότερα συμπτώματα την ερυθρότητα, το οίδημα, τον πόνο, τον πυρετό και την απώλεια της λειτουργικότητας: μετεγχειρητική/μικροβιακή/οξεία/πυελική/πυώδης/χρόνια ~. ~ των αρθρώσεων (= αρθρίτιδα)/του δέρματος (= δερματίτιδα)/των ούλων (= ουλίτιδα)/του προστάτη (= προστατίτιδα). Δείκτες ~ής (βλ. ταχύτητα καθίζησης ερυθρών αιμοσφαιρίων). Λοιμώξεις και ~ές. Πβ. ερεθισμός, φλόγωση. Βλ. ερύθημα, -ίτιδα. [< αρχ. φλεγμονή, γαλλ. inflammation, γαλλ.-αγγλ. phlegmon]
55061φλεγμονικός, ή, ό φλεγ-μο-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη φλεγμονή: ~ή: αντίδραση. [< μτγν. φλεγμονικός, γαλλ. inflammatoire, αγγλ. phlegmonic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.