| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55071 | φλερτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. εκδήλωση ερωτικού ενδιαφέροντος προς άλλο άτομο, με λόγια ή με τη γλώσσα του σώματος: αθώο/διαδικτυακό/διακριτικό/έντονο/επίμονο ~. ~ με τα μάτια. Δεν ενέδωσε/υπέκυψε στο ~ του. Πβ. γκομενιλίκι, ερωτοτροπία, καμάκι, κόλλημα, πίτσι-πίτσι, ψηστήρι. ΣΥΝ. κόρτε, φλερτάρισμα 2. μικρής διάρκειας και συνήθ. επιπόλαιος ερωτικός δεσμός· συνεκδ. το πρόσωπο με το οποίο συνάπτεται: νεανικό ~. Είχε ένα σύντομο ~ μαζί του. Πβ. ειδύλλιο, περιπετειούλα, ρομάντζο.|| Βγήκε με το ~ της (πβ. αίσθημα). 3. (μτφ.) προσπάθεια προσέγγισης ενός προσώπου, συνήθ. για σύναψη συνεργασίας· εκδήλωση ενδιαφέροντος για ενασχόληση με κάτι: πολιτικό ~ μεταξύ των δύο βουλευτών. Πβ. πλησίασμα.|| ~ με την υποκριτική. ● Υποκ.: φλερτάκι (το) [< γαλλ.-αγγλ. flirt] | |
| 55072 | φλερτάρισμα | φλερ-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φλερτάρω. Πβ. ερωτοτροπία, ζαχάρωμα, κόρτε, πέσιμο, πλεύρισμα, σαλιάρισμα. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. φλερτ (1) | |
| 55073 | φλερτάρω | φλερ-τά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φλέρταρ-α κ. φλερτάρ-ισα, -οντας} (προφ.) ΣΥΝ. ερωτοτροπώ 1. εκδηλώνω σε κάποιον το ερωτικό μου ενδιαφέρον: ~ει ανοιχτά/απροκάλυπτα/ασύστολα/έντονα/επίμονα/συνεχώς. Του/της αρέσει να ~ει. Πβ. γαμπρίζω, γκομενίζω, ζαχαρώνω, κάνω τα γλυκά μάτια, πολιορκώ, σιροπιάζω, τσιλιμπουρδίζω, χαριεντίζομαι. ΣΥΝ. κορτάρω 2. (+ με) (μτφ.) δείχνω ενδιαφέρον για κάτι: ~ει με την ιδέα (= ενδιαφέρεται, σκέφτεται) να .../με την πολιτική.|| Ο υδράργυρος ~ει με (= πλησιάζει) τους σαράντα βαθμούς. ● ΦΡ.: φλερτάρει με τον θάνατο/τον κίνδυνο: προβαίνει σε θανατηφόρες ή επικίνδυνες για τον εαυτό του ενέργειες. Πβ. το ζην επικινδύνως. [< γαλλ. flirter] | |
| 55074 | φληναφήματα | φλη-να-φή-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. φληνάφημα} (απαιτ. λεξιλόγ.): εντυπωσιακά και κενά λόγια: ανούσια/ιδεολογικά/προεκλογικά/προπαγανδιστικά/ρητορικά ~. Πβ. αερολογίες, πομφόλυγες, σαπουνόφουσκες, φανφάρες, φλυαρία, φούμαρα. [< αρχ. φληνάφημα ‘ανώφελη φλυαρία, κουταμάρα’] | |
| 55075 | φλησκούνι | βλ. φλισκούνι | |
| 55076 | φλιπάρισμα | φλι-πά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (αργκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φλιπάρω. Βλ. -ισμα. | |
| 55077 | φλιπάρω | φλι-πά-ρω ρ. (αμτβ.) {φλίπαρ-α κ. φλιπάρ-ισα, -ισμένος} (αργκό): χάνω τον έλεγχο του εαυτού μου, τρελαίνομαι: Έχω ~ει μ' αυτά που ακούω. Πβ. κρεπάρω, λαλώ, σαλτάρω. ΣΥΝ. παθαίνω παράκρουση [< αγγλ. flip (out), γαλλ. flipper, 1971] | |
| 55078 | φλίπερ | φλί-περ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. είδος ηλεκτρονικού παιχνιδιού. Βλ. μπλιμπλίκια. ● Υποκ.: φλιπεράκι (το): (συνεκδ.-παλαιότ.) Σύχναζε στα ~ια (= ηλεκτρονικά). [< γαλλ. flipper, 1964, αμερικ. ~, 1974] | |
| 55079 | φλις | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μαλακό, χοντρό και πολύ ζεστό ύφασμα από βαμβάκι ή/και συνθετικό υλικό: φόρμα από ~.|| (ως επίθ.) ~ επένδυση/κουβέρτα/φούτερ. [< αγγλ. fleece] | |
| 55080 | φλισκούνι | φλι-σκού-νι ουσ. (ουδ.) & φλησκούνι: ΒΟΤ. πολυετής πόα (επιστ. ονομασ. Mentha pulegium) με ρόδινα ή ιώδη άνθη, γνωστή για τις αρωματικές και φαρμακευτικές της ιδιότητες· συνεκδ. το αφέψημα που παρασκευάζεται από αυτή. Πβ. μέντα. Βλ. αγριοβότανο, -ούνι. [< μεσν. βλησκούνιν < αρχ. βλήχων] | |
| 55081 | φλιτζάνι | φλι-τζά-νι ουσ. (ουδ.) {φλιτζαν-ιού}: μικρή κούπα συνήθ. με λαβή· συνεκδ. το περιεχόμενό της ή η αντίστοιχη ποσότητα: πορσελάνινα ~ια. ~ (του) καφέ/τσαγιού. Το πιατάκι/χείλος του ~ιού.|| Ένα ~ ζεστή σοκολάτα/χαμομήλι.|| (συχνά ως δοσομετρητής:) Προσθέτετε/ρίχνετε ένα ~ γάλα/ζάχαρη/ρύζι/σιμιγδάλι. Βλ. ποτήρι.|| Διαβάζει/λέει το ~. Βλ. καφεμαντεία. ● Υποκ.: φλιτζανάκι (το) ● Μεγεθ.: φλιτζάνα (η) [< τουρκ. filcan, fincan] | |
| 55082 | φλόγα | φλό-γα ουσ. (θηλ.) 1. θερμό φωτεινό αέριο κυματοειδούς μορφής, το οποίο ανυψώνεται από σώμα που καίγεται· (συνεκδ., στον πληθ.) φωτιά: κίτρινη/κόκκινη/μπλε/ρυθμιζόμενη (βλ. φλόγιστρο) ~. Η ~ του καντηλιού/κεριού. Ανιχνευτής/επιβραδυντικά ~ας. Η ~ τρεμοπαίζει. Οι ~ες έσβησαν/ξεπηδούσαν από παντού. Ο κινητήρας έβγαζε ~ες και καπνό.|| Πύρινες ~ες (= γλώσσες). Οι ~ες απείλησαν/έκαψαν το δάσος. Καπνοί και ~ες έζωσαν την περιοχή. Το κτίριο τυλίχθηκε στις ~ες. Το αμάξι παραδόθηκε στις ~ες. Άνθρωποι εγκλωβίστηκαν στις ~ες. Οι πυροσβέστες δίνουν μάχη/πολεμούν με τις ~ες (= την πυρκαγιά). 2. (μτφ.) δύναμη, ένταση, ορμή: η ~ της αγάπης/της νιότης/της πίστης/του πνεύματος/της ψυχής. Η άσβεστη ~ της δημιουργίας. Ας κρατήσουμε ζωντανή/ας μεταλαμπαδεύσουμε τη ~ της ελπίδας. Πβ. έξαψη, πάθος. 3. ΒΟΤ. & (λόγ.) φλοξ: ποώδες καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Phlox drummondii) με άνθη που έχουν έντονο χρώμα. ● Υποκ.: φλογίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αναγωγική φλόγα βλ. αναγωγικός, ολυμπιακή φλόγα βλ. ολυμπιακός ● ΦΡ.: μάτια που βγάζουν/πετούν σπίθες/φλόγες/φωτιές βλ. σπίθα [< 1,2: μεσν. φλόγα < αρχ. φλόξ 3: μτγν. φλόξ, γαλλ.-αγγλ. phlox] | |
| 55083 | φλογάτος | , η, ο [φλογᾶτος] φλο-γά-τος επίθ. (λογοτ.): φλογερός. Βλ. -άτος. | |
| 55084 | φλογέρα | φλο-γέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. παραδοσιακό πνευστό όργανο που αποτελείται από μακρόστενο ξύλινο ή καλαμένιο κύλινδρο με επιστόμιο και έχει έξι τρύπες στην μπροστινή πλευρά και μία τρύπα στην πίσω πλευρά: ποιμενική ~. Κοντές/μακριές ~ες. ~ σοπράνο. Βλ. αυλός, κλαρινέτο, σουραύλι, φλάουτο. ● φλογέρες (οι): ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. μακρόστενα αλμυρά ή γλυκά μπουρεκάκια από φύλλο κρούστας, με γέμιση από διάφορα υλικά: ~ με ζαμπόν/κιμά/τυρί.|| ~ με αμύγδαλα/λουκούμι. ● Υποκ.: φλογερίτσα (η) [< αλβ. flojerë] | |
| 55085 | φλογερός | , ή, ό φλο-γε-ρός επίθ. 1. (μτφ.) παθιασμένος, παράφορος: ~ός: έρωτας/πόθος (= διακαής, διάπυρος). ~ή: αγάπη (= φλογάτη)/ιδιοσυγκρασία/ομιλία/πίστη/σχέση. ~ό: ταμπεραμέντο. ~ές: ματιές. ~ά: λόγια. Ζουν ένα ~ό ειδύλλιο. Πβ. πύρινος.|| ~ός: επαναστάτης/εραστής/μαχητής/πατριώτης/υποστηρικτής (= ένθερμος, διαπρύσιος). Πβ. θερμός. 2. φλόγινος: ~ός: ήλιος (= φλογάτος). ~ό: καμίνι. Πβ. καυτός, πυρακτωμένος. 3. που έχει το χρώμα της φλόγας: ~ό: κόκκινο (= έντονο, πολύ ζωηρό, πύρινο). Βλ. -ερός. ● επίρρ.: φλογερά [< αρχ. φλογερός] | |
| 55086 | φλογίζει | φλο-γί-ζει ρ. (μτβ.) {φλόγι-σε, φλογί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος} (κυρ. λογοτ.): προκαλεί έντονα συναισθήματα: ~ τις καρδιές/τα πνεύματα/τις ψυχές με τα λόγια του. Πβ. εξάπτω. ● Παθ.: φλογίζεται 1. (μτφ.) διεγείρεται, φλέγεται: ~σμένος από έρωτα. 2. (για το δέρμα) κοκκινίζει, ερεθίζεται: ~σμένα: μάγουλα (= αναψοκοκκινισμένα)/χείλη. [< αρχ. φλογίζω] | |
| 55087 | φλόγινος | , η, ο φλό-γι-νος επίθ. (λογοτ.): που διαθέτει χαρακτηριστικά φλόγας, που βγάζει φλόγες: ~η: λάμψη (= φλογάτη). ~ο: χρώμα. ΣΥΝ. φλογερός, φλογώδης.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~η: ρομφαία (αρχαγγέλου). ΣΥΝ. πύρινος. [< μτγν. φλόγινος] | |
| 55088 | φλόγιστρο | φλό-γι-στρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό εργαλείο που παράγει ρυθμιζόμενη φλόγα: ~ βουτανίου/προπανίου/(υγρ)αερίου. ~ ζαχαροπλαστικής (: για κρεμ μπρουλέ). Απολύμανση/κάψιμο/συγκόλληση (επιφανειών) με ~. Βλ. -τρο. | |
| 55089 | φλογοβόλος | , ος/α, ο φλο-γο-βό-λος επίθ.: που εκτοξεύει φλόγες: ~ο: άρμα (μάχης). Βλ. -βόλος. ● Ουσ.: φλογοβόλο (το): ενν. όπλο ή μηχάνημα. [< γερμ. Flammenwerfer, αγγλ. flamethrower, 1917] | |
| 55090 | φλογώδης | , ης, ες φλο-γώ-δης επίθ. {φλογώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): φλόγινος. Βλ. -ώδης. [< αρχ. φλογώδης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ