| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55062 | φλεγμονώδης | , ης, ες φλεγ-μο-νώ-δης επίθ. {φλεγμονώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που συνοδεύεται από φλεγμονή ή έχει τα χαρακτηριστικά της: ~ης: διήθηση/νόσος (της πυέλου). ~εις: αρθροπάθειες/ασθένειες.|| ~εις: αλλοιώσεις. Βλ. αντι~, -ώδης. [< μτγν. φλεγμονώδης, γαλλ. phlegmoneux, αγγλ. phlegmonous] | |
| 55063 | φλέγομαι | φλέ-γο-μαι ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., φλεγ-όμενος | σπάν. στην ενεργ. φωνή φλέγει, (λόγ.) μτχ. φλέγ-ων, -ουσα, -ον} (μτφ.-εμφατ.) ΣΥΝ. καίγομαι 1. κυριεύομαι από έντονο συναίσθημα ή μεγάλη επιθυμία: ~όμενος από αγάπη/έρωτα/πάθος/πόθο. Πβ. (δια)κατέχομαι, φλογίζεται.|| ~ να μάθω τι συνέβη. 2. έχω υψηλή θερμοκρασία, ψήνομαι: ~ απ' τον/στον πυρετό. Η πόλη ~εται (βλ. καύσωνας). ● φλέγεται: καίγεται: Το κτίριο άρχισε να ~ (= έπιασε/πήρε φωτιά). ● ΣΥΜΠΛ.: φλεγόμενη/καιόμενη βάτος βλ. βάτος [< αρχ. φλέγομαι, φλέγω] | |
| 55064 | φλέγων | , ουσα, ον φλέ-γων επίθ. {φλέγ-οντος | σπάν. -οντες (ουδ. -οντα), -όντων} (λόγ.): που είναι κρίσιμος, πολύ σημαντικός και απαιτεί άμεση αντιμετώπιση: ~ον: ερώτημα. ~οντα: προβλήματα (= ζέοντα). Το ~ον ζήτημα/θέμα της ανεργίας. Πβ. επείγων, καυτός, οξύς. [< μτχ. εν. του ρ. φλέγω] | |
| 55065 | φλέιμ | φλέ-ιμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (αργκό): ΔΙΑΔΙΚΤ. προσβλητικό μήνυμα· κατ' επέκτ. ανταλλαγή ανάλογων μηνυμάτων: Στέλνει συνέχεια ~.|| Μπαίνει στο τσατ και κάνει ~. [< αμερικ. flame (mail), 1992] | |
| 55066 | φλέμα | βλ. φλέγμα | |
| 45160 | Φλεξαρω | σα-χλα-μά-ρας ουσ. (αρσ.) & σαχλαμαράκιας (προφ.): άνθρωπος που λέει ή κάνει σαχλαμάρες: Πάψε, ρε ~α! ΣΥΝ. σαχλαμπούχλας, σάχλας, τρίχας | |
| 55067 | φλεξογραφία | φλε-ξο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. μέθοδος ανάγλυφης εκτύπωσης πάνω σε εύκαμπτα υλικά, με τη χρήση λεπτόρρευστων μελανιών που στεγνώνουν πολύ γρήγορα: ~ σε πλαστικές σακούλες. Βλ. -γραφία. [< αγγλ. flexography, 1954, γαλλ. flexographie, περ. 1950] | |
| 55068 | φλεξογραφικός | , ή, ό φλε-ξο-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη φλεξογραφία: ~ή: εκτύπωση. [< αγγλ. flexographic, 1954] | |
| 55069 | φλερέ | φλε-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ένα από τα τρία είδη ξίφους της ξιφασκίας· συνεκδ. το αντίστοιχο αγώνισμα. || ~ ανδρών/γυναικών. Βλ. σπάθη. [< γαλλ. fleuret] | |
| 55070 | φλερόβιο | φλε-ρό-βι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Fl, Ζ 114). Βλ. λιβερμόριο. [< διεθν. flerovium, 2012 < ρωσ. ανθρ. G. N. Flërov] | |
| 55071 | φλερτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. εκδήλωση ερωτικού ενδιαφέροντος προς άλλο άτομο, με λόγια ή με τη γλώσσα του σώματος: αθώο/διαδικτυακό/διακριτικό/έντονο/επίμονο ~. ~ με τα μάτια. Δεν ενέδωσε/υπέκυψε στο ~ του. Πβ. γκομενιλίκι, ερωτοτροπία, καμάκι, κόλλημα, πίτσι-πίτσι, ψηστήρι. ΣΥΝ. κόρτε, φλερτάρισμα 2. μικρής διάρκειας και συνήθ. επιπόλαιος ερωτικός δεσμός· συνεκδ. το πρόσωπο με το οποίο συνάπτεται: νεανικό ~. Είχε ένα σύντομο ~ μαζί του. Πβ. ειδύλλιο, περιπετειούλα, ρομάντζο.|| Βγήκε με το ~ της (πβ. αίσθημα). 3. (μτφ.) προσπάθεια προσέγγισης ενός προσώπου, συνήθ. για σύναψη συνεργασίας· εκδήλωση ενδιαφέροντος για ενασχόληση με κάτι: πολιτικό ~ μεταξύ των δύο βουλευτών. Πβ. πλησίασμα.|| ~ με την υποκριτική. ● Υποκ.: φλερτάκι (το) [< γαλλ.-αγγλ. flirt] | |
| 55072 | φλερτάρισμα | φλερ-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φλερτάρω. Πβ. ερωτοτροπία, ζαχάρωμα, κόρτε, πέσιμο, πλεύρισμα, σαλιάρισμα. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. φλερτ (1) | |
| 55073 | φλερτάρω | φλερ-τά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φλέρταρ-α κ. φλερτάρ-ισα, -οντας} (προφ.) ΣΥΝ. ερωτοτροπώ 1. εκδηλώνω σε κάποιον το ερωτικό μου ενδιαφέρον: ~ει ανοιχτά/απροκάλυπτα/ασύστολα/έντονα/επίμονα/συνεχώς. Του/της αρέσει να ~ει. Πβ. γαμπρίζω, γκομενίζω, ζαχαρώνω, κάνω τα γλυκά μάτια, πολιορκώ, σιροπιάζω, τσιλιμπουρδίζω, χαριεντίζομαι. ΣΥΝ. κορτάρω 2. (+ με) (μτφ.) δείχνω ενδιαφέρον για κάτι: ~ει με την ιδέα (= ενδιαφέρεται, σκέφτεται) να .../με την πολιτική.|| Ο υδράργυρος ~ει με (= πλησιάζει) τους σαράντα βαθμούς. ● ΦΡ.: φλερτάρει με τον θάνατο/τον κίνδυνο: προβαίνει σε θανατηφόρες ή επικίνδυνες για τον εαυτό του ενέργειες. Πβ. το ζην επικινδύνως. [< γαλλ. flirter] | |
| 55074 | φληναφήματα | φλη-να-φή-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. φληνάφημα} (απαιτ. λεξιλόγ.): εντυπωσιακά και κενά λόγια: ανούσια/ιδεολογικά/προεκλογικά/προπαγανδιστικά/ρητορικά ~. Πβ. αερολογίες, πομφόλυγες, σαπουνόφουσκες, φανφάρες, φλυαρία, φούμαρα. [< αρχ. φληνάφημα ‘ανώφελη φλυαρία, κουταμάρα’] | |
| 55075 | φλησκούνι | βλ. φλισκούνι | |
| 55076 | φλιπάρισμα | φλι-πά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (αργκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φλιπάρω. Βλ. -ισμα. | |
| 55077 | φλιπάρω | φλι-πά-ρω ρ. (αμτβ.) {φλίπαρ-α κ. φλιπάρ-ισα, -ισμένος} (αργκό): χάνω τον έλεγχο του εαυτού μου, τρελαίνομαι: Έχω ~ει μ' αυτά που ακούω. Πβ. κρεπάρω, λαλώ, σαλτάρω. ΣΥΝ. παθαίνω παράκρουση [< αγγλ. flip (out), γαλλ. flipper, 1971] | |
| 55078 | φλίπερ | φλί-περ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. είδος ηλεκτρονικού παιχνιδιού. Βλ. μπλιμπλίκια. ● Υποκ.: φλιπεράκι (το): (συνεκδ.-παλαιότ.) Σύχναζε στα ~ια (= ηλεκτρονικά). [< γαλλ. flipper, 1964, αμερικ. ~, 1974] | |
| 55079 | φλις | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μαλακό, χοντρό και πολύ ζεστό ύφασμα από βαμβάκι ή/και συνθετικό υλικό: φόρμα από ~.|| (ως επίθ.) ~ επένδυση/κουβέρτα/φούτερ. [< αγγλ. fleece] | |
| 55080 | φλισκούνι | φλι-σκού-νι ουσ. (ουδ.) & φλησκούνι: ΒΟΤ. πολυετής πόα (επιστ. ονομασ. Mentha pulegium) με ρόδινα ή ιώδη άνθη, γνωστή για τις αρωματικές και φαρμακευτικές της ιδιότητες· συνεκδ. το αφέψημα που παρασκευάζεται από αυτή. Πβ. μέντα. Βλ. αγριοβότανο, -ούνι. [< μεσν. βλησκούνιν < αρχ. βλήχων] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ