Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5540-5560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4613αντιμεταρρύθμιση[ἀντιμεταρρύθμιση] α-ντι-με-ταρ-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.): αντίδραση, εναντίωση σε προηγούμενη μεταρρύθμιση. [< γαλλ. Contre-Réforme, 1914]
4614αντιμετατίθεταιβλ. αντιμεταθέτω
4615αντίμετρο[ἀντίμετρο] α-ντί-με-τρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έτρου, συνήθ. στον πληθ.}: κάθε κίνηση, ενέργεια ή μέσο για την πρόληψη, αντιμετώπιση ή εξουδετέρωση κάποιου άλλου, συνήθ. απειλής, κινδύνου: αποτελεσματικό ~. Εμπορικά/οικονομικά ~α. ~α ασφαλείας.αντίμετρα (τα) & (σπάν.) αντιμέτρα: ΝΟΜ. μέτρα που λαμβάνει ένα κράτος για την αντιμετώπιση της εις βάρος του παραβίασης του διεθνούς δικαίου από άλλο κράτος. Πβ. αντίποινα. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικά αντίμετρα & αντίμετρα: ΣΤΡΑΤ. απενεργοποίηση της λειτουργίας εχθρικών συστημάτων (κυρ. ραντάρ) με παρεμβολή παρασίτων. Βλ. ηλεκτρονικός πόλεμος. [< αγγλ. electronic countermeasures, 1962] [< γαλλ. contre-mesure]
4616αντιμετωπίζω[ἀντιμετωπίζω] α-ντι-με-τω-πί-ζω ρ. (μτβ.) {αντιμετώπι-σα, αντιμετωπί-σω, -στηκε (σπανιότ.-λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, αντιμετωπίζ-οντας} 1. βρίσκομαι απέναντι σε αρνητική κατάσταση, υφίσταμαι κάτι δυσάρεστο· προσπαθώ να επιλύσω συγκεκριμένο πρόβλημα, αντεπεξέρχομαι: ~ έναν κίνδυνο/ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας. ~ το δίλημμα να ... ή .... ~ει ποινή φυλάκισης. Ο αγροτικός τομέας ~ει οξύτατη κρίση. ~ουν (= βρίσκονται αντιμέτωποι με) το ενδεχόμενο απόλυσης.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Το πρόγραμμα ~σε ένα σφάλμα (βλ. μήνυμα λάθους).|| ~σε (= χειρίστηκε) την κατάσταση αποτελεσματικά/με επιτυχία/ρεαλιστικά. Μαθαίνει να ~ει τις δυσκολίες της ζωής (= τα βγάζει πέρα με ...). Τα κοινωνικά προβλήματα δεν ~ονται (= θεραπεύονται) με τη βία και την αστυνόμευση. 2. κρατώ συγκεκριμένη στάση απέναντι σε κάποιον ή κάτι, συμπεριφέρομαι: Έχει μια ιδιαιτερότητα στον τρόπο με τον οποίο ~ει (= βλέπει, προσεγγίζει) τα πράγματα. Μας ~σαν (= μεταχειρίστηκαν, φέρθηκαν) με δυσπιστία/ψυχρά. Δεν ξέρω πώς να τον ~σω. 3. φέρνω αντίσταση σε αντίπαλο, εχθρό: ~σαν την εισβολή/την επίθεση αποφασιστικά. Πβ. αμύνομαι, αντιμάχομαι.|| Η Εθνική Ομάδα είναι έτοιμη να ~σει την πρωταθλήτρια Ευρώπης. ● ΦΡ.: βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι βλ. πράγμα, χτυπώ/αντιμετωπίζω/καταπολεμώ/πολεμώ το κακό στη ρίζα του βλ. ρίζα [< μεσν. αντιμετωπώ, γαλλ. affronter]
4617αντιμετώπιση[ἀντιμετώπιση] α-ντι-με-τώ-πι-ση ουσ. (θηλ.) 1. προσπάθεια επίλυσης προβλήματος, διευθέτηση δυσάρεστης κατάστασης: άμεση/αποτελεσματική/έγκαιρη/επείγουσα/καθολική/νομοθετική/ολιστική/συνολική/φαρμακευτική ~. Θεραπευτικές ~ίσεις (μιας νόσου). ~ έκτακτης ανάγκης/του οργανωμένου εγκλήματος/της φοροδιαφυγής. Το στρες και η ~ή του. Τρόποι ~ης του θέματος. Λογισμικό ~ης (= εξουδετέρωσης) ιών. Μέτρα για την ~ των κλιματικών αλλαγών/της κρίσης/της λειψυδρίας. Πβ. αποκατάσταση, διόρθωση. 2. στάση, συμπεριφορά απέναντι σε κάποιον ή κάτι: άσχημη/προνομιακή/φιλική ~. Ίση ~ (= μεταχείριση). Πβ. αντίδραση.|| Ιδεαλιστική ~ της ζωής (= θεώρηση, προσέγγιση). [< γαλλ. affrontement]
4618αντιμετωπίσιμος, η, ο [ἀντιμετωπίσιμος] α-ντι-με-τω-πί-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να αντιμετωπιστεί: ~ος: κίνδυνος. ~η: ασθένεια (ΣΥΝ. ιάσιμη, ΑΝΤ. ανίατη). ~ες: δυσκολίες. Δύσκολα/εύκολα ~ αντίπαλος.
4619αντιμέτωπος, η, ο [ἀντιμέτωπος] α-ντι-μέ-τω-πος επίθ. 1. (+ με) που καλείται να αντιμετωπίσει κάτι συνήθ. αρνητικό ή κάποιον με τον οποίο είναι σε ρήξη: Βρέθηκε/είναι/ήρθε/στέκεται/τέθηκε ~ με τη δικαιοσύνη/δυσκολίες/τον εαυτό του/τη σκληρή πραγματικότητα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} αντίπαλος, αντιτιθέμενος: ~ες: στρατιωτικές δυνάμεις (ΑΝΤ. συμμαχικές). Θα βρεθούν ~οι στο δικαστήριο/πρωτάθλημα. 3. (σπάν. κυριολ. για πρόσ.) που βρίσκεται, έχει θέση απέναντι από κάποιον άλλο: Κάθισαν/στάθηκαν ~οι. Πβ. πρόσωπο με πρόσωπο. ● επίρρ.: αντιμέτωπα [< αρχ. ἀντιμέτωπος]
4620αντιμήνσιο[ἀντιμήνσιο] α-ντι-μήν-σι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. καθαγιασμένο τεμάχιο υφάσματος (παλαιότ. και ξύλου) με ποικίλες ιερές παραστάσεις και σύμβολα που απλώνεται στην Αγία Τράπεζα, για να τελεστεί το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ή την αντικαθιστά (σε μη εγκαινιασμένο ναό ή ξωκλήσι). Πβ. ειλητό. [< μεσν. αντιμήνσιον, αντιμίνσιον]
4621αντιμικροβιακός, ή, ό [ἀντιμικροβιακός] α-ντι-μι-κρο-βι-α-κός επίθ.: που εξοντώνει, καταπολεμά τα μικρόβια: ~ή: θεραπεία/προστασία. ~ό: διάλυμα. ~οί: παράγοντες (π.χ. στη συντήρηση τροφίμων). Πβ. αντι-βακτηριακός, -μυκητιασιακός. ● Ουσ.: αντιμικροβιακά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. [< αγγλ. antimicrobic, 1910, γαλλ. antimicrobien]
4622αντιμιλάωβλ. αντιμιλώ
4623αντιμιλιταρισμός[ἀντιμιλιταρισμός] α-ντι-μι-λι-τα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): αντίδραση, εναντίωση στον μιλιταρισμό. [< γαλλ. antimilitarisme, 1898]
4624αντιμιλιταριστής[ἀντιμιλιταριστής] α-ντι-μι-λι-τα-ρι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που αντιτίθεται στον μιλιταρισμό. ΑΝΤ. μιλιταριστής, στρατοκράτης [< γαλλ. antimilitariste, περ. 1900, αγγλ. antimilitarist, 1905]
4625αντιμιλιταριστικός, ή, ό [ἀντιμιλιταριστικός] α-ντι-μι-λι-τα-ρι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αντιμιλιταρισμό ή τον αντιμιλιταριστή: ~ές: διαδηλώσεις. ΣΥΝ. αντιστρατιωτικός ΑΝΤ. μιλιταριστικός, στρατοκρατικός [< γαλλ. antimilitariste, περ. 1900, αγγλ. antimilitarist, 1905]
4626αντιμιλώ[ἀντιμιλῶ] α-ντι-μι-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αντιμιλ-άς ... | αντιμίλ-ησα} & αντιμιλάω: φέρνω αντίρρηση σε κάποιον, μιλώ με απρέπεια ή αυθάδεια: ~ησε στο αφεντικό/στον καθηγητή του. Σου απαγορεύω να μου ~άς! Τόλμησες να ~ήσεις; Πβ. αντιλέγω, αυθαδιάζω, βγάζω γλώσσα. [< μεσν. αντιμιλώ]
4627αντιμισθία[ἀντιμισθία] α-ντι-μι-σθί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αμοιβή, κυρ. χρηματικό ποσό, που καταβάλλεται για συγκεκριμένη εργασία ή υπηρεσία: μηνιαία ~. ~ προέδρου και μελών συμβουλίου. Δικηγόρος με πάγια ~ (= έμμισθος). Βλ. ανταμοιβή, απο-δοχές, -ζημίωση, μισθός. [< μτγν. ἀντιμισθία ‘ανταμοιβή, τιμωρία’]
4628αντιμνημονιακός, ή, ό [ἀντιμνημονιακός] α-ντι-μνη-μο-νι-α-κός επίθ./ουσ.: που αναφέρεται στο Αντιμνημόνιο ή κυρ. αυτός που αντιτίθεται στο Μνημόνιο: ~ός: αγώνας. ~ή: πολιτική/ψήφος. ~ό: μέτωπο.|| (ουσ.) Συγκροτούνται οι ~οί στο κόμμα.
4629αντιμνημόνιο[ἀντιμνημόνιο] α-ντι-μνη-μό-νι-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Α): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. κριτική στάση απέναντι στους όρους ή και άρνηση της εφαρμογής του Μνημονίου.
4630αντιμοναρχικός, ή, ό [ἀντιμοναρχικός] α-ντι-μο-ναρ-χι-κός επίθ.: που στρέφεται εναντίον του θεσμού της μοναρχίας και του μονάρχη. Πβ. αντιβασιλικός. ΑΝΤ. φιλο-βασιλικός, -μοναρχικός. [< γαλλ. antimonarchique]
4631αντιμονή[ἀντιμονή] α-ντι-μο-νή ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. τραβέρσο.
4632αντιμόνιο[ἀντιμόνιο] α-ντι-μό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. εύθραυστο, μεταλλοειδές χημικό στοιχείο (σύμβ. Sb), που εμφανίζεται με πολλές αλλοτροπικές μορφές. Βλ. αρσενικό, βισμούθιο. [< ιταλ. antimonio, γερμ. Antimon˙ πβ. μεσν. αντιμόνιον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.