Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5540-5560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4620αντιμήνσιο[ἀντιμήνσιο] α-ντι-μήν-σι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. καθαγιασμένο τεμάχιο υφάσματος (παλαιότ. και ξύλου) με ποικίλες ιερές παραστάσεις και σύμβολα που απλώνεται στην Αγία Τράπεζα, για να τελεστεί το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ή την αντικαθιστά (σε μη εγκαινιασμένο ναό ή ξωκλήσι). Πβ. ειλητό. [< μεσν. αντιμήνσιον, αντιμίνσιον]
4621αντιμικροβιακός, ή, ό [ἀντιμικροβιακός] α-ντι-μι-κρο-βι-α-κός επίθ.: που εξοντώνει, καταπολεμά τα μικρόβια: ~ή: θεραπεία/προστασία. ~ό: διάλυμα. ~οί: παράγοντες (π.χ. στη συντήρηση τροφίμων). Πβ. αντι-βακτηριακός, -μυκητιασιακός. ● Ουσ.: αντιμικροβιακά (τα) {σπανιότ. στον εν.}: ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. [< αγγλ. antimicrobic, 1910, γαλλ. antimicrobien]
4622αντιμιλάωβλ. αντιμιλώ
4623αντιμιλιταρισμός[ἀντιμιλιταρισμός] α-ντι-μι-λι-τα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): αντίδραση, εναντίωση στον μιλιταρισμό. [< γαλλ. antimilitarisme, 1898]
4624αντιμιλιταριστής[ἀντιμιλιταριστής] α-ντι-μι-λι-τα-ρι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που αντιτίθεται στον μιλιταρισμό. ΑΝΤ. μιλιταριστής, στρατοκράτης [< γαλλ. antimilitariste, περ. 1900, αγγλ. antimilitarist, 1905]
4625αντιμιλιταριστικός, ή, ό [ἀντιμιλιταριστικός] α-ντι-μι-λι-τα-ρι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αντιμιλιταρισμό ή τον αντιμιλιταριστή: ~ές: διαδηλώσεις. ΣΥΝ. αντιστρατιωτικός ΑΝΤ. μιλιταριστικός, στρατοκρατικός [< γαλλ. antimilitariste, περ. 1900, αγγλ. antimilitarist, 1905]
4626αντιμιλώ[ἀντιμιλῶ] α-ντι-μι-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αντιμιλ-άς ... | αντιμίλ-ησα} & αντιμιλάω: φέρνω αντίρρηση σε κάποιον, μιλώ με απρέπεια ή αυθάδεια: ~ησε στο αφεντικό/στον καθηγητή του. Σου απαγορεύω να μου ~άς! Τόλμησες να ~ήσεις; Πβ. αντιλέγω, αυθαδιάζω, βγάζω γλώσσα. [< μεσν. αντιμιλώ]
4627αντιμισθία[ἀντιμισθία] α-ντι-μι-σθί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): αμοιβή, κυρ. χρηματικό ποσό, που καταβάλλεται για συγκεκριμένη εργασία ή υπηρεσία: μηνιαία ~. ~ προέδρου και μελών συμβουλίου. Δικηγόρος με πάγια ~ (= έμμισθος). Βλ. ανταμοιβή, απο-δοχές, -ζημίωση, μισθός. [< μτγν. ἀντιμισθία ‘ανταμοιβή, τιμωρία’]
4628αντιμνημονιακός, ή, ό [ἀντιμνημονιακός] α-ντι-μνη-μο-νι-α-κός επίθ./ουσ.: που αναφέρεται στο Αντιμνημόνιο ή κυρ. αυτός που αντιτίθεται στο Μνημόνιο: ~ός: αγώνας. ~ή: πολιτική/ψήφος. ~ό: μέτωπο.|| (ουσ.) Συγκροτούνται οι ~οί στο κόμμα.
4629αντιμνημόνιο[ἀντιμνημόνιο] α-ντι-μνη-μό-νι-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Α): ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. κριτική στάση απέναντι στους όρους ή και άρνηση της εφαρμογής του Μνημονίου.
4630αντιμοναρχικός, ή, ό [ἀντιμοναρχικός] α-ντι-μο-ναρ-χι-κός επίθ.: που στρέφεται εναντίον του θεσμού της μοναρχίας και του μονάρχη. Πβ. αντιβασιλικός. ΑΝΤ. φιλο-βασιλικός, -μοναρχικός. [< γαλλ. antimonarchique]
4631αντιμονή[ἀντιμονή] α-ντι-μο-νή ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. τραβέρσο.
4632αντιμόνιο[ἀντιμόνιο] α-ντι-μό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. εύθραυστο, μεταλλοειδές χημικό στοιχείο (σύμβ. Sb), που εμφανίζεται με πολλές αλλοτροπικές μορφές. Βλ. αρσενικό, βισμούθιο. [< ιταλ. antimonio, γερμ. Antimon˙ πβ. μεσν. αντιμόνιον]
4633αντιμονοπωλιακός, ή, ό [ἀντιμονοπωλιακός] α-ντι-μο-νο-πω-λι-α-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αντιτίθεται στη δημιουργία και τη διεύρυνση των μονοπωλίων: ~ή: νομοθεσία. Αντιιμπεριαλιστικές-~ές δυνάμεις. Πβ. αντιτράστ. [< αγγλ. antitrust, γαλλ. ~, περ. 1950]
4634αντιμυθιστόρημα[ἀντιμυθιστόρημα] α-ντι-μυ-θι-στό-ρη-μα ουσ. (ουδ.): ΛΟΓΟΤ. μυθιστόρημα που ακυρώνει τα βασικά χαρακτηριστικά του παραδοσιακού. Πβ. νέο μυθιστόρημα. [< γαλλ. antiroman]
4635αντιμυκητιασικός, ή, ό [ἀντιμυκητιασικός] α-ντι-μυ-κη-τι-α-σι-κός επίθ. & αντιμυκητικός: ΙΑΤΡ. που καταστέλλει τη μυκητίαση ή και την αναπαραγωγή μυκήτων: ~ή: αγωγή/δράση.|| (ως ουσ.) Τοπικό ~ό (ενν. φάρμακο). Πβ. αντι-βακτηριακός, -μικροβιακός. [< αγγλ. antifungal, antimycotic, γαλλ. antifongique, antimycosique, περ. 1950]
4636αντιμωλία[ἀντιμωλία] α-ντι-μω-λί-α ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: κατ' αντιμωλία(ν): ΝΟΜ. με την παρουσία των διαδίκων: Το δικαστήριο δίκασε την αγωγή ~ ~. Βλ. ερημοδικία, κατ' αντιπαράσταση. [< αρχ. ἀντιμωλία]
4637αντιναζιστικός, ή, ό [ἀντιναζιστικός] α-ντι-να-ζι-στι-κός επίθ. & (προφ.) αντιναζί: που αντιτίθεται στους ναζί ή και τον ναζισμό. ΑΝΤ. ναζιστικός (1) [< γαλλ. antinazi, 1936, αγγλ. ~, 1933]
4638αντιναρκωτικός, ή, ό [ἀντιναρκωτικός] α-ντι-ναρ-κω-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στο εμπόριο και τη χρήση ναρκωτικών: ~ή: εκστρατεία. [< γαλλ. antidrogue, περ. 1960, αγγλ. antidrug, 1970]
4639αντιναύαρχος[ἀντιναύαρχος] α-ντι-ναύ-αρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον υποναύαρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον αντιστράτηγο του Στρατού Ξηράς, της Ελληνικής Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής και τον αντιπτέραρχο της Πολεμικής Αεροπορίας. [< γαλλ. vice-amiral]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.