Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [55580-55600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55081φλιτζάνιφλι-τζά-νι ουσ. (ουδ.) {φλιτζαν-ιού}: μικρή κούπα συνήθ. με λαβή· συνεκδ. το περιεχόμενό της ή η αντίστοιχη ποσότητα: πορσελάνινα ~ια. ~ (του) καφέ/τσαγιού. Το πιατάκι/χείλος του ~ιού.|| Ένα ~ ζεστή σοκολάτα/χαμομήλι.|| (συχνά ως δοσομετρητής:) Προσθέτετε/ρίχνετε ένα ~ γάλα/ζάχαρη/ρύζι/σιμιγδάλι. Βλ. ποτήρι.|| Διαβάζει/λέει το ~. Βλ. καφεμαντεία. ● Υποκ.: φλιτζανάκι (το) ● Μεγεθ.: φλιτζάνα (η) [< τουρκ. filcan, fincan]
55082φλόγαφλό-γα ουσ. (θηλ.) 1. θερμό φωτεινό αέριο κυματοειδούς μορφής, το οποίο ανυψώνεται από σώμα που καίγεται· (συνεκδ., στον πληθ.) φωτιά: κίτρινη/κόκκινη/μπλε/ρυθμιζόμενη (βλ. φλόγιστρο) ~. Η ~ του καντηλιού/κεριού. Ανιχνευτής/επιβραδυντικά ~ας. Η ~ τρεμοπαίζει. Οι ~ες έσβησαν/ξεπηδούσαν από παντού. Ο κινητήρας έβγαζε ~ες και καπνό.|| Πύρινες ~ες (= γλώσσες). Οι ~ες απείλησαν/έκαψαν το δάσος. Καπνοί και ~ες έζωσαν την περιοχή. Το κτίριο τυλίχθηκε στις ~ες. Το αμάξι παραδόθηκε στις ~ες. Άνθρωποι εγκλωβίστηκαν στις ~ες. Οι πυροσβέστες δίνουν μάχη/πολεμούν με τις ~ες (= την πυρκαγιά). 2. (μτφ.) δύναμη, ένταση, ορμή: η ~ της αγάπης/της νιότης/της πίστης/του πνεύματος/της ψυχής. Η άσβεστη ~ της δημιουργίας. Ας κρατήσουμε ζωντανή/ας μεταλαμπαδεύσουμε τη ~ της ελπίδας. Πβ. έξαψη, πάθος. 3. ΒΟΤ. & (λόγ.) φλοξ: ποώδες καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Phlox drummondii) με άνθη που έχουν έντονο χρώμα. ● Υποκ.: φλογίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αναγωγική φλόγα βλ. αναγωγικός, ολυμπιακή φλόγα βλ. ολυμπιακός ● ΦΡ.: μάτια που βγάζουν/πετούν σπίθες/φλόγες/φωτιές βλ. σπίθα [< 1,2: μεσν. φλόγα < αρχ. φλόξ 3: μτγν. φλόξ, γαλλ.-αγγλ. phlox]
55083φλογάτος, η, ο [φλογᾶτος] φλο-γά-τος επίθ. (λογοτ.): φλογερός. Βλ. -άτος.
55084φλογέραφλο-γέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. παραδοσιακό πνευστό όργανο που αποτελείται από μακρόστενο ξύλινο ή καλαμένιο κύλινδρο με επιστόμιο και έχει έξι τρύπες στην μπροστινή πλευρά και μία τρύπα στην πίσω πλευρά: ποιμενική ~. Κοντές/μακριές ~ες. ~ σοπράνο. Βλ. αυλός, κλαρινέτο, σουραύλι, φλάουτο.φλογέρες (οι): ΜΑΓΕΙΡ. -ΖΑΧΑΡ. μακρόστενα αλμυρά ή γλυκά μπουρεκάκια από φύλλο κρούστας, με γέμιση από διάφορα υλικά: ~ με ζαμπόν/κιμά/τυρί.|| ~ με αμύγδαλα/λουκούμι. ● Υποκ.: φλογερίτσα (η) [< αλβ. flojerë]
55085φλογερός, ή, ό φλο-γε-ρός επίθ. 1. (μτφ.) παθιασμένος, παράφορος: ~ός: έρωτας/πόθος (= διακαής, διάπυρος). ~ή: αγάπη (= φλογάτη)/ιδιοσυγκρασία/ομιλία/πίστη/σχέση. ~ό: ταμπεραμέντο. ~ές: ματιές. ~ά: λόγια. Ζουν ένα ~ό ειδύλλιο. Πβ. πύρινος.|| ~ός: επαναστάτης/εραστής/μαχητής/πατριώτης/υποστηρικτής (= ένθερμος, διαπρύσιος). Πβ. θερμός. 2. φλόγινος: ~ός: ήλιος (= φλογάτος). ~ό: καμίνι. Πβ. καυτός, πυρακτωμένος. 3. που έχει το χρώμα της φλόγας: ~ό: κόκκινο (= έντονο, πολύ ζωηρό, πύρινο). Βλ. -ερός. ● επίρρ.: φλογερά [< αρχ. φλογερός]
55086φλογίζειφλο-γί-ζει ρ. (μτβ.) {φλόγι-σε, φλογί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος} (κυρ. λογοτ.): προκαλεί έντονα συναισθήματα: ~ τις καρδιές/τα πνεύματα/τις ψυχές με τα λόγια του. Πβ. εξάπτω. ● Παθ.: φλογίζεται 1. (μτφ.) διεγείρεται, φλέγεται: ~σμένος από έρωτα. 2. (για το δέρμα) κοκκινίζει, ερεθίζεται: ~σμένα: μάγουλα (= αναψοκοκκινισμένα)/χείλη. [< αρχ. φλογίζω]
55087φλόγινος, η, ο φλό-γι-νος επίθ. (λογοτ.): που διαθέτει χαρακτηριστικά φλόγας, που βγάζει φλόγες: ~η: λάμψη (= φλογάτη). ~ο: χρώμα. ΣΥΝ. φλογερός, φλογώδης.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~η: ρομφαία (αρχαγγέλου). ΣΥΝ. πύρινος. [< μτγν. φλόγινος]
55088φλόγιστροφλό-γι-στρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό εργαλείο που παράγει ρυθμιζόμενη φλόγα: ~ βουτανίου/προπανίου/(υγρ)αερίου. ~ ζαχαροπλαστικής (: για κρεμ μπρουλέ). Απολύμανση/κάψιμο/συγκόλληση (επιφανειών) με ~. Βλ. -τρο.
55089φλογοβόλος, ος/α, ο φλο-γο-βό-λος επίθ.: που εκτοξεύει φλόγες: ~ο: άρμα (μάχης). Βλ. -βόλος. ● Ουσ.: φλογοβόλο (το): ενν. όπλο ή μηχάνημα. [< γερμ. Flammenwerfer, αγγλ. flamethrower, 1917]
55090φλογώδης, ης, ες φλο-γώ-δης επίθ. {φλογώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): φλόγινος. Βλ. -ώδης. [< αρχ. φλογώδης]
55091φλόγωσηφλό-γω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εμφάνιση ερεθισμού κυρ. στο δέρμα, που συνοδεύεται από ερυθρότητα, θερμότητα και, συχνά, πόνο: ~ του δέρματος/των ματιών. Πβ. φλεγμονή. Βλ. ερύθημα. [< αρχ. φλόγωσις, γαλλ. phlogose, αγγλ. phlogosis, γερμ. Phlogose]
55092φλοίδαβλ. φλούδα
55093φλοιόςφλοι-ός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΛ. το εξωτερικό στρώμα της Γης, το οποίο αποτελείται από πετρώματα: ηπειρωτικός/ωκεάνιος ~. Ο στερεός ~. Βλ. ασθενό-, γεώ-, λιθό-σφαιρα, μανδύας, πυρήνας. 2. ΒΟΤ. φλούδα: ο ~ της βελανιδιάς/των δέντρων/του πεύκου.|| Ο ~ του καρπού/καρυδιού. Πβ. επικάρπιο, τσόφλι.|| Όψη "~ού πορτοκαλιού" (: κυτταρίτιδα). 3. ΑΝΑΤ. εξωτερικό περίβλημα δομής ή οργάνου: ο ~ του εγκεφάλου (= εγκεφαλικός ~, βλ. φαιά ουσία). (ειδικότ.) Βρεγματικός/ινιακός/κινητικός/κροταφικός/(προ)μετωπιαίος/οπτικός ~. Βλ. νεο~, χιτώνας.|| Νεφρικός ~. Ο ~ του φακού (του οφθαλμού). [< 1: γαλλ. croûte 2: αρχ. φλοιός 3: γαλλ. cortex, écorce]
55094φλοιοφάγος, ος, ο φλοι-ο-φά-γος επίθ.: ΖΩΟΛ. (για ζώο) που τρέφεται με τον φλοιό δέντρων: ~α: έντομα. Βλ. σκολύτης.|| (ως ουσ.) Τα ~α. Βλ. -φάγος.
55095φλοισβίζειφλοι-σβί-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λογοτ.): παράγει τον ήχο του φλοίσβου: Το νερό ~ στην όχθη. Πβ. παφλάζει.
55096φλοίσβισμαφλοί-σβι-σμα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φλοισβίζει
55097φλοίσβος[φλοῖσβος] φλοί-σβος ουσ. (αρσ.) (λόγ.-λογοτ.): ο ήχος των κυμάτων που σκάνε στην ακτή: ο ~ της θάλασσας. Πβ. παφλασμός. [< αρχ. φλοῖσβος]
55098φλοιώδης, ης, ες φλοι-ώ-δης επίθ. {φλοιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον φλοιό διάφορων οργάνων του σώματος: ~ης: θάνατος (: εγκεφαλικός). ~ης: τύφλωση (: λόγω βλάβης του ινιακού φλοιού του εγκεφάλου). ~ και μυελώδης μοίρα των επινεφριδίων. Σπογγώδες και ~ες (ή συμπαγές) οστό (: τα δύο τμήματα κάθε οστού). 2. (λόγ.) που μοιάζει με φλοιό: ~ης: όψη (δέρματος). Βλ. -ώδης. [< αρχ. φλοιώδης]
55099φλοίωμαφλοί-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αγωγός ιστός που μεταφέρει τα προϊόντα της φωτοσύνθεσης από τα φύλλα σε όλα τα υπόλοιπα μέρη του φυτού. Βλ. εντεριώνη, ξύλωμα. [< γερμ. Phloem, αγγλ. phloem, γαλλ. phloème, 1960]
55100φλοκάτηφλο-κά-τη ουσ. (θηλ.) 1. χοντρό μάλλινο υφαντό χαλί ή κλινοσκέπασμα με φλόκια. Βλ. απλάδι, βελέντζα, καρπέτα, κιλίμι, κουρελού. 2. ΛΑΟΓΡ. & φλοκάτα: σιγκούνι. [1: πβ. αγγλ. flokati (rug), 1967]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.