| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55091 | φλόγωση | φλό-γω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εμφάνιση ερεθισμού κυρ. στο δέρμα, που συνοδεύεται από ερυθρότητα, θερμότητα και, συχνά, πόνο: ~ του δέρματος/των ματιών. Πβ. φλεγμονή. Βλ. ερύθημα. [< αρχ. φλόγωσις, γαλλ. phlogose, αγγλ. phlogosis, γερμ. Phlogose] | |
| 55092 | φλοίδα | βλ. φλούδα | |
| 55093 | φλοιός | φλοι-ός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΛ. το εξωτερικό στρώμα της Γης, το οποίο αποτελείται από πετρώματα: ηπειρωτικός/ωκεάνιος ~. Ο στερεός ~. Βλ. ασθενό-, γεώ-, λιθό-σφαιρα, μανδύας, πυρήνας. 2. ΒΟΤ. φλούδα: ο ~ της βελανιδιάς/των δέντρων/του πεύκου.|| Ο ~ του καρπού/καρυδιού. Πβ. επικάρπιο, τσόφλι.|| Όψη "~ού πορτοκαλιού" (: κυτταρίτιδα). 3. ΑΝΑΤ. εξωτερικό περίβλημα δομής ή οργάνου: ο ~ του εγκεφάλου (= εγκεφαλικός ~, βλ. φαιά ουσία). (ειδικότ.) Βρεγματικός/ινιακός/κινητικός/κροταφικός/(προ)μετωπιαίος/οπτικός ~. Βλ. νεο~, χιτώνας.|| Νεφρικός ~. Ο ~ του φακού (του οφθαλμού). [< 1: γαλλ. croûte 2: αρχ. φλοιός 3: γαλλ. cortex, écorce] | |
| 55094 | φλοιοφάγος | , ος, ο φλοι-ο-φά-γος επίθ.: ΖΩΟΛ. (για ζώο) που τρέφεται με τον φλοιό δέντρων: ~α: έντομα. Βλ. σκολύτης.|| (ως ουσ.) Τα ~α. Βλ. -φάγος. | |
| 55095 | φλοισβίζει | φλοι-σβί-ζει ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λογοτ.): παράγει τον ήχο του φλοίσβου: Το νερό ~ στην όχθη. Πβ. παφλάζει. | |
| 55096 | φλοίσβισμα | φλοί-σβι-σμα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φλοισβίζει | |
| 55097 | φλοίσβος | [φλοῖσβος] φλοί-σβος ουσ. (αρσ.) (λόγ.-λογοτ.): ο ήχος των κυμάτων που σκάνε στην ακτή: ο ~ της θάλασσας. Πβ. παφλασμός. [< αρχ. φλοῖσβος] | |
| 55098 | φλοιώδης | , ης, ες φλοι-ώ-δης επίθ. {φλοιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον φλοιό διάφορων οργάνων του σώματος: ~ης: θάνατος (: εγκεφαλικός). ~ης: τύφλωση (: λόγω βλάβης του ινιακού φλοιού του εγκεφάλου). ~ και μυελώδης μοίρα των επινεφριδίων. Σπογγώδες και ~ες (ή συμπαγές) οστό (: τα δύο τμήματα κάθε οστού). 2. (λόγ.) που μοιάζει με φλοιό: ~ης: όψη (δέρματος). Βλ. -ώδης. [< αρχ. φλοιώδης] | |
| 55099 | φλοίωμα | φλοί-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αγωγός ιστός που μεταφέρει τα προϊόντα της φωτοσύνθεσης από τα φύλλα σε όλα τα υπόλοιπα μέρη του φυτού. Βλ. εντεριώνη, ξύλωμα. [< γερμ. Phloem, αγγλ. phloem, γαλλ. phloème, 1960] | |
| 55100 | φλοκάτη | φλο-κά-τη ουσ. (θηλ.) 1. χοντρό μάλλινο υφαντό χαλί ή κλινοσκέπασμα με φλόκια. Βλ. απλάδι, βελέντζα, καρπέτα, κιλίμι, κουρελού. 2. ΛΑΟΓΡ. & φλοκάτα: σιγκούνι. [1: πβ. αγγλ. flokati (rug), 1967] | |
| 55101 | φλοκάτος | , η, ο βλ. φλοκωτός | |
| 55102 | φλόκι | φλό-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) 1. τούφα στριμμένου μάλλινου νήματος. ΣΥΝ. φλόκος (2) 2. χνούδι: ~ια στο πάτωμα. 3. (σπάν.) θηλιά σε υφαντό. [< βλάχικο floc] | |
| 55103 | φλόκος | φλό-κος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. ΝΑΥΤ. τριγωνικό πανί της πλώρης ιστιοφόρου: ~ θυέλλης. Βλ. κοντρα~, λατίνι, μαΐστρα, μετζάνα, μπούμα, σακολέβα, ψάθα. ΣΥΝ. αρτέμονας 2. φλόκι. [< 1: ιταλ. flocco] | |
| 55104 | φλοκωτός | , ή, ό φλο-κω-τός επίθ. & (σπάν.) φλοκάτος, η, ο (λαϊκό): που έχει φλόκια: ~ά: υφάσματα. Πβ. μπουκλέ. | |
| 55105 | φλόμος | φλό-μος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. φυτό (γένος Verbascum) με κίτρινες ταξιανθίες και ψηλό, λεπτό κορμό, από το στέλεχος του οποίου εκκρίνεται γαλακτώδης, δηλητηριώδης χυμός· συνεκδ. η ναρκωτική ουσία που προέρχεται από αυτό. Βλ. γαλατσίδα. ΣΥΝ. βερμπάσκο [< μτγν. φλόμος, ὁ (αρχ. ~, ἡ)] | |
| 55106 | φλόμπερ | φλό-μπερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φλομπέρ: ελαφρύ μονόκαννο όπλο που ρίχνει μικρά φυσίγγια και χρησιμοποιείται στο κυνήγι πουλιών και τη σκοποβολή. Βλ. καραμπίνα, τουφέκι. ● Υποκ.: φλομπεράκι (το) [< γαλλ. flobert, γερμ. Flobert(gewehr), γαλλ. ανθρ. N. Flobert] | |
| 55107 | φλομώνω | φλο-μώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φλόμω-σα, φλομώ-σει} (προφ.) 1. (μτφ.) κουράζω, ενοχλώ κάποιον, κάνοντας κάτι συνέχεια ή σε υπερβολικό βαθμό: Αρκετά σας ~σα (= ζάλισα) με τις ιστορίες μου. Από θεωρίες ~σαμε (= μπουχτίσαμε). Μ' έχει ~σει (= ταράξει, τρελάνει) στις ερωτήσεις/στο παραμύθι/στις υποσχέσεις/στα ψέματα.|| Με ~σε στα δώρα/λουλούδια (πβ. πνίγω). 2. γεμίζω ασφυκτικά έναν χώρο με καπνό ή άλλη δυσάρεστη οσμή: Με ~σες με το τσιγάρο. ~σαμε στο καυσαέριο. Πβ. ντουμανιάζω. [< μεσν. φλομώνω] | |
| 55108 | φλοξ | : ΒΟΤ. βλ. φλόγα | |
| 55109 | φλόπι | φλό-πι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φλόπι ντισκ (παλαιότ.-προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. δισκέτα. [< αγγλ. floppy disc, 1972, floppy, 1974] | |
| 55110 | φλοράλ | φλο-ράλ επίθ. {άκλ.}: (συνήθ. για υφάσματα) διακοσμημένος με μοτίβα λουλουδιών: ~ φόρεμα. Παντελόνι με ~ λεπτομέρειες. Πβ. λουλουδάτος.|| (ως ουσ., κυρ. στον πληθ.) Τα ~ είναι της μόδας. Βλ. εμπριμέ. [< γαλλ. floral] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ