Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [55600-55620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55101φλοκάτος, η, ο βλ. φλοκωτός
55102φλόκιφλό-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) 1. τούφα στριμμένου μάλλινου νήματος. ΣΥΝ. φλόκος (2) 2. χνούδι: ~ια στο πάτωμα. 3. (σπάν.) θηλιά σε υφαντό. [< βλάχικο floc]
55103φλόκοςφλό-κος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. ΝΑΥΤ. τριγωνικό πανί της πλώρης ιστιοφόρου: ~ θυέλλης. Βλ. κοντρα~, λατίνι, μαΐστρα, μετζάνα, μπούμα, σακολέβα, ψάθα. ΣΥΝ. αρτέμονας 2. φλόκι. [< 1: ιταλ. flocco]
55104φλοκωτός, ή, ό φλο-κω-τός επίθ. & (σπάν.) φλοκάτος, η, ο (λαϊκό): που έχει φλόκια: ~ά: υφάσματα. Πβ. μπουκλέ.
55105φλόμοςφλό-μος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. φυτό (γένος Verbascum) με κίτρινες ταξιανθίες και ψηλό, λεπτό κορμό, από το στέλεχος του οποίου εκκρίνεται γαλακτώδης, δηλητηριώδης χυμός· συνεκδ. η ναρκωτική ουσία που προέρχεται από αυτό. Βλ. γαλατσίδα. ΣΥΝ. βερμπάσκο [< μτγν. φλόμος, ὁ (αρχ. ~, ἡ)]
55106φλόμπερφλό-μπερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φλομπέρ: ελαφρύ μονόκαννο όπλο που ρίχνει μικρά φυσίγγια και χρησιμοποιείται στο κυνήγι πουλιών και τη σκοποβολή. Βλ. καραμπίνα, τουφέκι. ● Υποκ.: φλομπεράκι (το) [< γαλλ. flobert, γερμ. Flobert(gewehr), γαλλ. ανθρ. N. Flobert]
55107φλομώνωφλο-μώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φλόμω-σα, φλομώ-σει} (προφ.) 1. (μτφ.) κουράζω, ενοχλώ κάποιον, κάνοντας κάτι συνέχεια ή σε υπερβολικό βαθμό: Αρκετά σας ~σα (= ζάλισα) με τις ιστορίες μου. Από θεωρίες ~σαμε (= μπουχτίσαμε). Μ' έχει ~σει (= ταράξει, τρελάνει) στις ερωτήσεις/στο παραμύθι/στις υποσχέσεις/στα ψέματα.|| Με ~σε στα δώρα/λουλούδια (πβ. πνίγω). 2. γεμίζω ασφυκτικά έναν χώρο με καπνό ή άλλη δυσάρεστη οσμή: Με ~σες με το τσιγάρο. ~σαμε στο καυσαέριο. Πβ. ντουμανιάζω. [< μεσν. φλομώνω]
55108φλοξ: ΒΟΤ. βλ. φλόγα
55109φλόπιφλό-πι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φλόπι ντισκ (παλαιότ.-προφ.): ΠΛΗΡΟΦ. δισκέτα. [< αγγλ. floppy disc, 1972, floppy, 1974]
55110φλοράλφλο-ράλ επίθ. {άκλ.}: (συνήθ. για υφάσματα) διακοσμημένος με μοτίβα λουλουδιών: ~ φόρεμα. Παντελόνι με ~ λεπτομέρειες. Πβ. λουλουδάτος.|| (ως ουσ., κυρ. στον πληθ.) Τα ~ είναι της μόδας. Βλ. εμπριμέ. [< γαλλ. floral]
55111φλορεντίνεςφλο-ρε-ντί-νες ουσ. (θηλ.) & φλωρεντίνες (οι): ΖΑΧΑΡ. επίπεδα, τραγανά γλυκά με αμύγδαλα φιλέ. [< γερμ. Florentiner]
55112φλοςουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (στο πόκερ και την πόκα) συνδυασμός από πέντε φύλλα τράπουλας του ίδιου χρώματος: κέντα ~. Πβ. χρώμα. Βλ. ραμί. [< αγγλ. flush]
55113φλοτέρφλο-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΤΕΧΝΟΛ. 1. μηχανικός διακόπτης που ενεργοποιείται με την αλλαγή της στάθμης του νερού, π.χ. σε δεξαμενές, καζανάκια: ηλεκτρονικά ~. Βαλβίδα ~. Εξοικονόμηση νερού με ρύθμιση του ~. 2. στεγανή κατασκευή των υδροπλάνων που τους επιτρέπει να επιπλέουν. Πβ. πλωτήρας. ● Υποκ.: φλοτεράκι (το): στη σημ. 1. [< γαλλ. flotteur]
55114φλουεπίθ. {άκλ.} (προφ.) 1. ακαθόριστος, ασαφής: ~ απάντηση. Η κατάσταση είναι λίγο ~ (= μετέωρη, ρευστή). Πβ. αόριστος.|| (για πρόσ.) Ο τύπος είναι τελείως ~ (: ασταθής· βλ. χύμα). 2. δυσδιάκριτος, θαμπός, θολός: ~ φόντο (φωτογραφίας· βλ. φλουτάρω). ● ΦΡ.: στο φλου: αόριστα, απροσδιόριστα: Τα πράγματα είναι ακόμα ~ ~. Βλ. στο περίπου. [< γαλλ. flou]
55115φλούδαφλού-δα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) φλοίδα 1. ΒΟΤ. το εξωτερικό περίβλημα καρπού ή κορμού δέντρου· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) κομμάτι αυτού του περιβλήματος: λεία/λεπτή/σκληρή/χοντρή/ψιλοκομμένη ~. Η ~ του σταφυλιού. Αμύγδαλα χωρίς ~ (= αποφλοιωμένα). Ξύσμα από ~ πορτοκαλιού. Καθαρίζουμε/κόβουμε/τρίβουμε τη ~. Τρώει τα φρούτα με τη ~ τους. ΣΥΝ. φλούδι. Πβ. επι-, περι-κάρπιο. Βλ. κέλυφος, ψίχα.|| ~ πεύκου. ΣΥΝ. φλοιός.|| ~ες καρπουζιού/κρεμμυδιού/λεμονιού/μανταρινιού/πατάτας. 2. λεπτό μακρόστενο κομμάτι, φύλλο (υλικού): ~ κανέλας. ~ες παρμεζάνας/σοκολάτας.|| ~ χρυσού. ~ ξύλου (βλ. καπλαμάς). ● Υποκ.: φλουδίτσα (η) [< μεσν. φλούδα < φλούδιον]
55116φλούδιφλού-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.): φλούδα: Πέταξε τα ~ια και τα κουκούτσια. [< μεσν. φλούδιον]
55117φλούο[φλοῦο] φλού-ο επίθ. {άκλ.}: φωσφοριζέ: ~ κίτρινο/πράσινο/ροζ/φούξια. [< γαλλ. fluo(rescent), 1976]
55119φλουσόμετροφλου-σό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. βαλβίδα πλύσης λεκάνης ή ουρητηρίου. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. flushometer]
55120φλουτάρισμαφλου-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΦΩΤΟΓΡ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φλουτάρω: εικόνα χωρίς ~. Βλ. -ισμα, νετάρισμα.
55121φλουτάρωφλου-τά-ρω ρ. (μτβ.) {φλουταρ-ισμένος} (προφ.): ΦΩΤΟΓΡ. θαμπώνω, θολώνω: Η κάμερα/ο φακός ~ει τα πρόσωπα. ~ισμένο: φόντο. Βλ. νετάρω.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.