| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55111 | φλορεντίνες | φλο-ρε-ντί-νες ουσ. (θηλ.) & φλωρεντίνες (οι): ΖΑΧΑΡ. επίπεδα, τραγανά γλυκά με αμύγδαλα φιλέ. [< γερμ. Florentiner] | |
| 55112 | φλος | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (στο πόκερ και την πόκα) συνδυασμός από πέντε φύλλα τράπουλας του ίδιου χρώματος: κέντα ~. Πβ. χρώμα. Βλ. ραμί. [< αγγλ. flush] | |
| 55113 | φλοτέρ | φλο-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΤΕΧΝΟΛ. 1. μηχανικός διακόπτης που ενεργοποιείται με την αλλαγή της στάθμης του νερού, π.χ. σε δεξαμενές, καζανάκια: ηλεκτρονικά ~. Βαλβίδα ~. Εξοικονόμηση νερού με ρύθμιση του ~. 2. στεγανή κατασκευή των υδροπλάνων που τους επιτρέπει να επιπλέουν. Πβ. πλωτήρας. ● Υποκ.: φλοτεράκι (το): στη σημ. 1. [< γαλλ. flotteur] | |
| 55114 | φλου | επίθ. {άκλ.} (προφ.) 1. ακαθόριστος, ασαφής: ~ απάντηση. Η κατάσταση είναι λίγο ~ (= μετέωρη, ρευστή). Πβ. αόριστος.|| (για πρόσ.) Ο τύπος είναι τελείως ~ (: ασταθής· βλ. χύμα). 2. δυσδιάκριτος, θαμπός, θολός: ~ φόντο (φωτογραφίας· βλ. φλουτάρω). ● ΦΡ.: στο φλου: αόριστα, απροσδιόριστα: Τα πράγματα είναι ακόμα ~ ~. Βλ. στο περίπου. [< γαλλ. flou] | |
| 55115 | φλούδα | φλού-δα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) φλοίδα 1. ΒΟΤ. το εξωτερικό περίβλημα καρπού ή κορμού δέντρου· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) κομμάτι αυτού του περιβλήματος: λεία/λεπτή/σκληρή/χοντρή/ψιλοκομμένη ~. Η ~ του σταφυλιού. Αμύγδαλα χωρίς ~ (= αποφλοιωμένα). Ξύσμα από ~ πορτοκαλιού. Καθαρίζουμε/κόβουμε/τρίβουμε τη ~. Τρώει τα φρούτα με τη ~ τους. ΣΥΝ. φλούδι. Πβ. επι-, περι-κάρπιο. Βλ. κέλυφος, ψίχα.|| ~ πεύκου. ΣΥΝ. φλοιός.|| ~ες καρπουζιού/κρεμμυδιού/λεμονιού/μανταρινιού/πατάτας. 2. λεπτό μακρόστενο κομμάτι, φύλλο (υλικού): ~ κανέλας. ~ες παρμεζάνας/σοκολάτας.|| ~ χρυσού. ~ ξύλου (βλ. καπλαμάς). ● Υποκ.: φλουδίτσα (η) [< μεσν. φλούδα < φλούδιον] | |
| 55116 | φλούδι | φλού-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.): φλούδα: Πέταξε τα ~ια και τα κουκούτσια. [< μεσν. φλούδιον] | |
| 55117 | φλούο | [φλοῦο] φλού-ο επίθ. {άκλ.}: φωσφοριζέ: ~ κίτρινο/πράσινο/ροζ/φούξια. [< γαλλ. fluo(rescent), 1976] | |
| 55118 | φλουρί | φλου-ρί ουσ. (ουδ.): παλαιό χρυσό νόμισμα· ειδικότ. το νόμισμα της βασιλόπιτας: πουγκί γεμάτο ~ιά. Πβ. λίρα.|| (ΛΑΟΓΡ.) Ασήμωμα με ~ (βλ. κωνσταντινάτο). Αλυσίδες με ~ιά (βλ. γιορντάνι).|| Βρήκα/κέρδισα/μου έπεσε/μου έτυχε το ~ (: στην κοπή της πίτας). ● Υποκ.: φλουράκι (το) ● ΦΡ.: κίτρινος/χλομός σαν (το) κερί/φλουρί βλ. χλομός & χλωμός [< μεσν. φλουρί(ον)] | |
| 55119 | φλουσόμετρο | φλου-σό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. βαλβίδα πλύσης λεκάνης ή ουρητηρίου. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. flushometer] | |
| 55120 | φλουτάρισμα | φλου-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΦΩΤΟΓΡ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φλουτάρω: εικόνα χωρίς ~. Βλ. -ισμα, νετάρισμα. | |
| 55121 | φλουτάρω | φλου-τά-ρω ρ. (μτβ.) {φλουταρ-ισμένος} (προφ.): ΦΩΤΟΓΡ. θαμπώνω, θολώνω: Η κάμερα/ο φακός ~ει τα πρόσωπα. ~ισμένο: φόντο. Βλ. νετάρω. | |
| 55122 | φλούφλης | φλού-φλης ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): άνδρας χωρίς βούληση και πυγμή. Πβ. λελές, μαμόθρεφτο, μπούλης, φλώρος, χαλβάς. [< αγγλ. fluffy] | |
| 55123 | φλυαρία | φλυ-α-ρί-α ουσ. (θηλ.): πολυλογία: αθεράπευτη/ακατάπαυστη/ακατάσχετη (βλ. απεραντολογία, λογοδιάρροια, μπουρ-μπουρ)/ανέξοδη/άσκοπη/ασταμάτητη/πολιτική ~. ~ γύρω από ένα θέμα (πβ. πλατειασμός). Με έχει ζαλίσει/μου έχει πάρει το κεφάλι με τη ~ του.|| Απάντησε χωρίς ~ες (: αερο-, θεωρητικο-λογίες, φληναφήματα). ΣΥΝ. αδολεσχία, αμετροέπεια, λήρος, πάρλα [< αρχ. φλυαρία] | |
| 55124 | φλύαρος | , η, ο φλύ-α-ρος επίθ. 1. που μιλά πολύ και λέει ανούσια πράγματα: ~ος: ομιλητής.|| (ως ουσ.) Δεν αντέχω τους ~ους. Πβ. αερολόγος, αμετροεπής, παρλαπίπας, (πολυ)λογάς, φανφαρόνος, φαφλατάς. ΑΝΤ. λιγομίλητος 2. που χαρακτηρίζεται από φλυαρία: ~η: ανακοίνωση/περιγραφή. ~ο: κείμενο. ΑΝΤ. λακωνικός, περιεκτικός. ● επίρρ.: φλύαρα [< αρχ. φλύαρος] | |
| 55125 | φλυαρώ | [φλυαρῶ] φλυ-α-ρώ ρ. (αμτβ.) {φλυαρ-είς ..., -ώντας | φλυάρ-ησε, -ήσει}: λέω πολλά και περιττά λόγια: ~εί ακατάπαυστα/ακατάσχετα/άσκοπα/ασταμάτητα. Για να μη ~ (= μακρηγορήσω, πλατειάσω) άλλο, θα μπω κατευθείαν στο θέμα. Περνούσαν την ώρα τους, ~ώντας για ... Πβ. αερο-, απεραντο-, θεωρητικο-, περιττο-λογώ, παραληρώ, παρλάρω. ΣΥΝ. πολυλογώ [< αρχ. φλυαρῶ] | |
| 55126 | φλύκταινα | φλύ-κται-να ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΙΑΤΡ. εξόγκωμα της εξωτερικής στιβάδας του δέρματος, που περιέχει υγρό και προκαλείται συνήθ. από έγκαυμα: κακοήθης (= η ασθένεια του άνθρακα)/πυώδης ~. ~ες ευλογιάς. Εμφάνιση ~ών. Πβ. καντήλες, φουσκάλα, φυσαλίδα. Βλ. βλατίδα, κύστη. 2. ΒΟΤ. μικρό εξόγκωμα στα φύλλα ή στα στελέχη φυτού. ● ΦΡ.: βγάζω/πετάω σπυριά βλ. σπυρί [< αρχ. φλύκταινα, γαλλ. phlyctène , αγγλ. phlyct(a)ena] | |
| 55127 | φλυκταινώδης | , ης, ες φλυ-κται-νώ-δης επίθ. {φλυκταινώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} 1. ΙΑΤΡ. που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση φλυκταινών: ~ης: ψωρίαση. 2. που μοιάζει με φλύκταινα: ~ες: εξάνθημα. Βλ. -ώδης. [< μτγν. φλυκταινώδης, αγγλ. phlyctenoid] | |
| 55128 | φλύσχης | φλύ-σχης ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. σχηματισμός που αποτελείται από εναλλαγές στρωμάτων ιζηματογενών πετρωμάτων, κυρ. ψαμμίτη, αργιλικού σχιστόλιθου, μάργας και κροκαλοπαγών. Βλ. καρστ. [< γερμ. διαλεκτ. flysch, γαλλ.-αγγλ. ~] | |
| 55129 | φλωρεντίνες | βλ. φλορεντίνες | |
| 55130 | φλώρικος | , η, ο φλώ-ρι-κος επίθ. (προφ.-μειωτ.): που σχετίζεται με τον φλώρο: ~η: συμπεριφορά. ● επίρρ.: φλώρικα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ