Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [55620-55640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55122φλούφληςφλού-φλης ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): άνδρας χωρίς βούληση και πυγμή. Πβ. λελές, μαμόθρεφτο, μπούλης, φλώρος, χαλβάς. [< αγγλ. fluffy]
55123φλυαρίαφλυ-α-ρί-α ουσ. (θηλ.): πολυλογία: αθεράπευτη/ακατάπαυστη/ακατάσχετη (βλ. απεραντολογία, λογοδιάρροια, μπουρ-μπουρ)/ανέξοδη/άσκοπη/ασταμάτητη/πολιτική ~. ~ γύρω από ένα θέμα (πβ. πλατειασμός). Με έχει ζαλίσει/μου έχει πάρει το κεφάλι με τη ~ του.|| Απάντησε χωρίς ~ες (: αερο-, θεωρητικο-λογίες, φληναφήματα). ΣΥΝ. αδολεσχία, αμετροέπεια, λήρος, πάρλα [< αρχ. φλυαρία]
55124φλύαρος, η, ο φλύ-α-ρος επίθ. 1. που μιλά πολύ και λέει ανούσια πράγματα: ~ος: ομιλητής.|| (ως ουσ.) Δεν αντέχω τους ~ους. Πβ. αερολόγος, αμετροεπής, παρλαπίπας, (πολυ)λογάς, φανφαρόνος, φαφλατάς. ΑΝΤ. λιγομίλητος 2. που χαρακτηρίζεται από φλυαρία: ~η: ανακοίνωση/περιγραφή. ~ο: κείμενο. ΑΝΤ. λακωνικός, περιεκτικός. ● επίρρ.: φλύαρα [< αρχ. φλύαρος]
55125φλυαρώ[φλυαρῶ] φλυ-α-ρώ ρ. (αμτβ.) {φλυαρ-είς ..., -ώντας | φλυάρ-ησε, -ήσει}: λέω πολλά και περιττά λόγια: ~εί ακατάπαυστα/ακατάσχετα/άσκοπα/ασταμάτητα. Για να μη ~ (= μακρηγορήσω, πλατειάσω) άλλο, θα μπω κατευθείαν στο θέμα. Περνούσαν την ώρα τους, ~ώντας για ... Πβ. αερο-, απεραντο-, θεωρητικο-, περιττο-λογώ, παραληρώ, παρλάρω. ΣΥΝ. πολυλογώ [< αρχ. φλυαρῶ]
55126φλύκταιναφλύ-κται-να ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΙΑΤΡ. εξόγκωμα της εξωτερικής στιβάδας του δέρματος, που περιέχει υγρό και προκαλείται συνήθ. από έγκαυμα: κακοήθης (= η ασθένεια του άνθρακα)/πυώδης ~. ~ες ευλογιάς. Εμφάνιση ~ών. Πβ. καντήλες, φουσκάλα, φυσαλίδα. Βλ. βλατίδα, κύστη. 2. ΒΟΤ. μικρό εξόγκωμα στα φύλλα ή στα στελέχη φυτού. ● ΦΡ.: βγάζω/πετάω σπυριά βλ. σπυρί [< αρχ. φλύκταινα, γαλλ. phlyctène , αγγλ. phlyct(a)ena]
55127φλυκταινώδης, ης, ες φλυ-κται-νώ-δης επίθ. {φλυκταινώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} 1. ΙΑΤΡ. που χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση φλυκταινών: ~ης: ψωρίαση. 2. που μοιάζει με φλύκταινα: ~ες: εξάνθημα. Βλ. -ώδης. [< μτγν. φλυκταινώδης, αγγλ. phlyctenoid]
55128φλύσχηςφλύ-σχης ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΛ. σχηματισμός που αποτελείται από εναλλαγές στρωμάτων ιζηματογενών πετρωμάτων, κυρ. ψαμμίτη, αργιλικού σχιστόλιθου, μάργας και κροκαλοπαγών. Βλ. καρστ. [< γερμ. διαλεκτ. flysch, γαλλ.-αγγλ. ~]
55129φλωρεντίνεςβλ. φλορεντίνες
55130φλώρικος, η, ο φλώ-ρι-κος επίθ. (προφ.-μειωτ.): που σχετίζεται με τον φλώρο: ~η: συμπεριφορά. ● επίρρ.: φλώρικα
55131φλώρος[φλῶρος] φλώ-ρος ουσ. (αρσ.) 1. & φλωράς: (προφ.-μειωτ.) μαλθακός άνδρας, συχνά θηλυπρεπής ή/και βαρετός. Πβ. λαπάς, λελές, μπούλης, τζιτζιφιόγκος, φλούφλης, χαλβάς, χλεχλές. 2. ΟΡΝΙΘ. & φλώρι (το): ωδικό πτηνό της τάξης των στρουθιόμορφων (επιστ. ονομασ. Chloris chloris), με κωνικό ράμφος και κοκκινωπά πόδια. Βλ. σπίζα. ΣΥΝ. λουλουδάς (2) [< 2: μεσν. φλώρος < αρχ. χλωρίων ‘κιτρινοπούλι’]
55132ΦΜΑ(ο): Φόρος Μεταβίβασης Ακινήτων.
55133ΦΜΑΠ(ο): Φόρος Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας.
55134ΦΜΥ(ο): Φόρος Μισθωτών Υπηρεσιών.
55189φο-μπιζούφο μπι-ζού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φομπιζού & (προφ.) φο: φτηνό κόσμημα που συνήθ. αποτελεί απομίμηση ακριβού: κατάστημα (με) ~. Φοράει ~. Βλ. ρεπλίκα. [< γαλλ. faux bijou]
55135φοβάμαι[φοβᾶμαι] φο-βά-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φοβ-ήθηκα, -ηθώ, -ούμενος} & φοβούμαι 1. αισθάνομαι φόβο για κάτι ή κάποιον: ~άται να κοιμηθεί μόνη της/μην πάθει κανένα κακό. Δεν ~όμαστε κανέναν. (ειρων.) Σιγά μη σε ~ηθούμε κιόλας!|| Δεν ~ήθηκα ούτε στιγμή. ~ηθήκαμε και φύγαμε αμέσως. Πβ. αγριεύομαι, δειλιάζω, τρομάζω. Βλ. ψιλο~.|| ~ για το μέλλον των παιδιών μας/μήπως σε χάσω/ότι δεν θα τα καταφέρω. ~άται την απόρριψη/τα γηρατειά/τις ευθύνες (βλ. ευθυνόφοβος)/την κριτική/τις λέξεις (= να μιλήσει ανοιχτά)/τη μοναξιά/τις συνέπειες/τα χειρότερα. ~άται να παραδεχτεί την αλήθεια. Συνέβη αυτό ακριβώς που ~όμουν. Δεν έχεις να ~ηθείς τίποτα. Είναι καλός μαθητής, δεν τον ~ (: θα τα πάει καλά). ~άται για μένα. Πβ. αγωνιώ, ανησυχώ, τρέμω. 2. (προφ.) διαισθάνομαι, υποπτεύομαι: Τράκαρε; ~ πως ναι. ~ (= έχω την αίσθηση, υποψιάζομαι) ότι δεν κατάλαβες τι ήθελα να πω. Γύρισε πίσω ~ούμενος (= προαισθανόμενος) ότι θα γίνει κάτι κακό. ● ΦΡ.: έχει φοβηθεί το μάτι μου (προφ.-εμφατ.): έχω ανησυχήσει: Με τόσα που ακούω/έχω δει, ~ ~. Σε φοβήθηκε ~ έτσι που φώναζες., μη φοβού (Μαριάμ)! (ΚΔ) (λόγ.-συνήθ. ειρων.): ως ενθάρρυνση· μη φοβάσαι!, είδε ο τρελός τον μεθυσμένο και φοβήθηκε βλ. τρελός, η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα βλ. γυνή, καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται βλ. αστραπή, ο βρεγμένος (τη) βροχή δεν (τη) φοβάται βλ. βρέχω, ποιος είδε τον Θεό και δεν (τον) φοβήθηκε βλ. βλέπω, σκυλί/σκύλος που γαβγίζει, δεν δαγκώνει βλ. γαβγίζει, φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη βλ. θεριό, φοβάται/τρέμει (και) τον ίσκιο/τη σκιά του βλ. ίσκιος, φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας βλ. Δαναοί [< μεσν. φοβάμαι, αρχ. φοβοῦμαι]
55136φοβέραφο-βέ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): απειλή, εκφοβισμός, φοβέρισμα: εκβιασμοί και ~ες. Δεν πιάνουν οι ~ες σου. ● ΦΡ.: και/κι ο άγιος φοβέρα θέλει βλ. άγιος [< μεσν. φοβέρα]
55137φοβερίζωφο-βε-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {φοβέρι-σε, φοβερί-σει, φοβερίζ-οντας} (προφ.): φοβίζω κάποιον με απειλές: Τον ~σε με όπλο. Μη με ~εις εμένα! Πβ. εκφοβίζω, τραμπουκίζω, τρομοκρατώ. [< μτγν. φοβερίζω]
55138φοβέρισμαφο-βέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φοβερίζω. Πβ. φοβέρα. [< μεσν. φοβέρισμα]
55139φοβερός, ή, ό φο-βε-ρός επίθ. ΣΥΝ. τρομερός 1. που προκαλεί μεγάλο φόβο: ~ός: πόλεμος. ~ή: ασθένεια/όψη (= αποκρουστική). ~ό: τέρας. Τα πράγματα δεν είναι και τόσο ~ά (: τραγικά).|| ~ό: έγκλημα (= ανατριχιαστικό, αποτρόπαιο, στυγερό, φρικιαστικό). ~ά: βασανιστήρια. Βλ. -ερός. ΣΥΝ. απαίσιος, τρομακτικός (1), φρικτός (2) 2. (προφ.-εμφατ.) καταπληκτικός: ~ή: ατάκα/εμφάνιση/ερμηνεία/ιδέα/ομοιότητα/σκηνική παρουσία/σύμπτωση. ~ό: ρεκόρ/σχέδιο/φαγητό. ~ά: νέα. Έχετε κάνει ~ή δουλειά. Έχει ~ό σώμα. Βρίσκεις ό,τι θέλεις σε ~ές τιμές (: ασυναγώνιστες, συμφέρουσες).|| ~ός: ηθοποιός/καθηγητής. ~ή: προσωπικότητα. ~ό: συγκρότημα. Είσαι ~ (: θεός)! Πβ. απίστευτος, δεινός, τζαμάτος. ΣΥΝ. άπαιχτος (1), απίθανος (3), εκπληκτικός, φανταστικός (2) 3. (προφ.-εμφατ.) πολύ έντονος, πολύ μεγάλος: ~ός: αέρας (πβ. διαβολεμένος)/βήχας/θόρυβος (πβ. δυνατός)/καβγάς/πονοκέφαλος/σεισμός. ~ή: γκάφα/ζέστη/καταιγίδα/καταστροφή. ~ό: άγχος/ατύχημα/μίσος/πρόβλημα (πβ. οξύς). ~ές: αλλαγές/δυσκολίες. Μου έχει κάνει ~ή εντύπωση. Έχει ~ές (: τεράστιες) αντοχές. Πβ. απερίγραπτος. ● επίρρ.: φοβερά: στις σημ. 2, 3: Περάσαμε ~ (= εκπληκτικά, υπέροχα).|| Είναι ~ (= πολύ) ευρηματικός. ● ΦΡ.: φοβερός και τρομερός (προφ.-επιτατ.): εξαιρετικός: Καλή ταινία, αλλά όχι τίποτα ~ό και ~ό. [< 1,2: αρχ. φοβερός]
55140φόβητροφό-βη-τρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): καθετί που προκαλεί φόβο· μέσο εκφοβισμού ή αποτροπής ενέργειας ή συμπεριφοράς: το ~ της ανεργίας/της απόλυσης/του θανάτου (πβ. φάσμα)/του παρελθόντος. Πβ. απειλή, μορμολύκειο, σκιάχτρο.|| (για πρόσ.) Είναι το ~ όλων (= ο φόβος και ο τρόμος). Πβ. μπαμπούλας.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Μέτρα-~. Βλ. -τρο. [< αρχ. φόβητρον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.