Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55620-55640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55131φλώρος[φλῶρος] φλώ-ρος ουσ. (αρσ.) 1. & φλωράς: (προφ.-μειωτ.) μαλθακός άνδρας, συχνά θηλυπρεπής ή/και βαρετός. Πβ. λαπάς, λελές, μπούλης, τζιτζιφιόγκος, φλούφλης, χαλβάς, χλεχλές. 2. ΟΡΝΙΘ. & φλώρι (το): ωδικό πτηνό της τάξης των στρουθιόμορφων (επιστ. ονομασ. Chloris chloris), με κωνικό ράμφος και κοκκινωπά πόδια. Βλ. σπίζα. ΣΥΝ. λουλουδάς (2) [< 2: μεσν. φλώρος < αρχ. χλωρίων ‘κιτρινοπούλι’]
55132ΦΜΑ(ο): Φόρος Μεταβίβασης Ακινήτων.
55133ΦΜΑΠ(ο): Φόρος Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας.
55134ΦΜΥ(ο): Φόρος Μισθωτών Υπηρεσιών.
55189φο-μπιζούφο μπι-ζού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φομπιζού & (προφ.) φο: φτηνό κόσμημα που συνήθ. αποτελεί απομίμηση ακριβού: κατάστημα (με) ~. Φοράει ~. Βλ. ρεπλίκα. [< γαλλ. faux bijou]
55135φοβάμαι[φοβᾶμαι] φο-βά-μαι ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φοβ-ήθηκα, -ηθώ, -ούμενος} & φοβούμαι 1. αισθάνομαι φόβο για κάτι ή κάποιον: ~άται να κοιμηθεί μόνη της/μην πάθει κανένα κακό. Δεν ~όμαστε κανέναν. (ειρων.) Σιγά μη σε ~ηθούμε κιόλας!|| Δεν ~ήθηκα ούτε στιγμή. ~ηθήκαμε και φύγαμε αμέσως. Πβ. αγριεύομαι, δειλιάζω, τρομάζω. Βλ. ψιλο~.|| ~ για το μέλλον των παιδιών μας/μήπως σε χάσω/ότι δεν θα τα καταφέρω. ~άται την απόρριψη/τα γηρατειά/τις ευθύνες (βλ. ευθυνόφοβος)/την κριτική/τις λέξεις (= να μιλήσει ανοιχτά)/τη μοναξιά/τις συνέπειες/τα χειρότερα. ~άται να παραδεχτεί την αλήθεια. Συνέβη αυτό ακριβώς που ~όμουν. Δεν έχεις να ~ηθείς τίποτα. Είναι καλός μαθητής, δεν τον ~ (: θα τα πάει καλά). ~άται για μένα. Πβ. αγωνιώ, ανησυχώ, τρέμω. 2. (προφ.) διαισθάνομαι, υποπτεύομαι: Τράκαρε; ~ πως ναι. ~ (= έχω την αίσθηση, υποψιάζομαι) ότι δεν κατάλαβες τι ήθελα να πω. Γύρισε πίσω ~ούμενος (= προαισθανόμενος) ότι θα γίνει κάτι κακό. ● ΦΡ.: έχει φοβηθεί το μάτι μου (προφ.-εμφατ.): έχω ανησυχήσει: Με τόσα που ακούω/έχω δει, ~ ~. Σε φοβήθηκε ~ έτσι που φώναζες., μη φοβού (Μαριάμ)! (ΚΔ) (λόγ.-συνήθ. ειρων.): ως ενθάρρυνση· μη φοβάσαι!, είδε ο τρελός τον μεθυσμένο και φοβήθηκε βλ. τρελός, η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα βλ. γυνή, καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται βλ. αστραπή, ο βρεγμένος (τη) βροχή δεν (τη) φοβάται βλ. βρέχω, ποιος είδε τον Θεό και δεν (τον) φοβήθηκε βλ. βλέπω, σκυλί/σκύλος που γαβγίζει, δεν δαγκώνει βλ. γαβγίζει, φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη βλ. θεριό, φοβάται/τρέμει (και) τον ίσκιο/τη σκιά του βλ. ίσκιος, φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας βλ. Δαναοί [< μεσν. φοβάμαι, αρχ. φοβοῦμαι]
55136φοβέραφο-βέ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): απειλή, εκφοβισμός, φοβέρισμα: εκβιασμοί και ~ες. Δεν πιάνουν οι ~ες σου. ● ΦΡ.: και/κι ο άγιος φοβέρα θέλει βλ. άγιος [< μεσν. φοβέρα]
55137φοβερίζωφο-βε-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {φοβέρι-σε, φοβερί-σει, φοβερίζ-οντας} (προφ.): φοβίζω κάποιον με απειλές: Τον ~σε με όπλο. Μη με ~εις εμένα! Πβ. εκφοβίζω, τραμπουκίζω, τρομοκρατώ. [< μτγν. φοβερίζω]
55138φοβέρισμαφο-βέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φοβερίζω. Πβ. φοβέρα. [< μεσν. φοβέρισμα]
55139φοβερός, ή, ό φο-βε-ρός επίθ. ΣΥΝ. τρομερός 1. που προκαλεί μεγάλο φόβο: ~ός: πόλεμος. ~ή: ασθένεια/όψη (= αποκρουστική). ~ό: τέρας. Τα πράγματα δεν είναι και τόσο ~ά (: τραγικά).|| ~ό: έγκλημα (= ανατριχιαστικό, αποτρόπαιο, στυγερό, φρικιαστικό). ~ά: βασανιστήρια. Βλ. -ερός. ΣΥΝ. απαίσιος, τρομακτικός (1), φρικτός (2) 2. (προφ.-εμφατ.) καταπληκτικός: ~ή: ατάκα/εμφάνιση/ερμηνεία/ιδέα/ομοιότητα/σκηνική παρουσία/σύμπτωση. ~ό: ρεκόρ/σχέδιο/φαγητό. ~ά: νέα. Έχετε κάνει ~ή δουλειά. Έχει ~ό σώμα. Βρίσκεις ό,τι θέλεις σε ~ές τιμές (: ασυναγώνιστες, συμφέρουσες).|| ~ός: ηθοποιός/καθηγητής. ~ή: προσωπικότητα. ~ό: συγκρότημα. Είσαι ~ (: θεός)! Πβ. απίστευτος, δεινός, τζαμάτος. ΣΥΝ. άπαιχτος (1), απίθανος (3), εκπληκτικός, φανταστικός (2) 3. (προφ.-εμφατ.) πολύ έντονος, πολύ μεγάλος: ~ός: αέρας (πβ. διαβολεμένος)/βήχας/θόρυβος (πβ. δυνατός)/καβγάς/πονοκέφαλος/σεισμός. ~ή: γκάφα/ζέστη/καταιγίδα/καταστροφή. ~ό: άγχος/ατύχημα/μίσος/πρόβλημα (πβ. οξύς). ~ές: αλλαγές/δυσκολίες. Μου έχει κάνει ~ή εντύπωση. Έχει ~ές (: τεράστιες) αντοχές. Πβ. απερίγραπτος. ● επίρρ.: φοβερά: στις σημ. 2, 3: Περάσαμε ~ (= εκπληκτικά, υπέροχα).|| Είναι ~ (= πολύ) ευρηματικός. ● ΦΡ.: φοβερός και τρομερός (προφ.-επιτατ.): εξαιρετικός: Καλή ταινία, αλλά όχι τίποτα ~ό και ~ό. [< 1,2: αρχ. φοβερός]
55140φόβητροφό-βη-τρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): καθετί που προκαλεί φόβο· μέσο εκφοβισμού ή αποτροπής ενέργειας ή συμπεριφοράς: το ~ της ανεργίας/της απόλυσης/του θανάτου (πβ. φάσμα)/του παρελθόντος. Πβ. απειλή, μορμολύκειο, σκιάχτρο.|| (για πρόσ.) Είναι το ~ όλων (= ο φόβος και ο τρόμος). Πβ. μπαμπούλας.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Μέτρα-~. Βλ. -τρο. [< αρχ. φόβητρον]
55141φοβητσιάρης, α, ικο φο-βη-τσιά-ρης επίθ. & φοβιτσιάρης (προφ.): (για πρόσ.) που καταλαμβάνεται εύκολα από φόβο· δειλός. Πβ. λιγόψυχος, ψοφοδεής. Βλ. -ιάρης. [< μεσν. φοβητσιάρης
55142φοβητσιάρικος, η, ο φο-βη-τσιά-ρι-κος επίθ. & φοβιτσιάρικος (προφ.): που σχετίζεται με τον φοβητσιάρη: ~η: συμπεριφορά.
55143φοβίαφο-βί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ. παθολογική κατάσταση κατά την οποία κάποιος βιώνει αισθήματα έντονου φόβου απέναντι σε κάτι που δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο ή απειλή: κοινωνική/σχολική ~. Παιδικές ~ες. ~ του θανάτου. ~ των ανοιχτών/κλειστών χώρων (βλ. αγορα~, κλειστο~). ~ για τα αεροπλάνα (= αερο~)/μικρόβια (= μικροβιο~)/ύψη (= υψο~). Έχει ~ για τις αράχνες (= αραχνο~). Πάσχει/υποφέρει από ~ες (: είναι φοβικός). Κατάφερε να καταπολεμήσει/ξεπεράσει τις ~ες του (βλ. απευαισθητοποίηση). Βλ. άρνηση, νεύρωση. 2. (κατ' επέκτ.) μεγάλος ή/και παράλογος φόβος για κάποιον ή κάτι: ~ για τους ξένους (= ξενο~)/την τεχνολογία (= τεχνο~). Τα νέα μέτρα προκαλούν ~ και ανασφάλεια. ΑΝΤ. αφοβία. Βλ. ετερο~. [< γαλλ. phobie, αγγλ. phobia]
55145φοβίζωφο-βί-ζω ρ. (μτβ.) {φόβι-σα, φοβί-σει, -σμένος, φοβίζ-οντας}: προκαλώ φόβο σε κάποιον: Δεν με ~ει το άγνωστο/ο θάνατος/το μέλλον. Τον ~ει η ιδέα του γάμου. Άρχισε να πυροβολεί, για να τους ~σει (: για εκφοβισμό). Πβ. εκ~, τρομάζω, τρομοκρατώ, φοβερίζω.|| Δεν με ~ουν (= πτοούν) οι δυσκολίες/ευθύνες.|| Η όλη κατάσταση με ~ει (= ανησυχεί πολύ). [< μτγν. φοβίζω]
55146φοβικός, ή, ό φο-βι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φοβία ή τον φόβο: (ΨΥΧΟΛ.) ~ή: στάση (πβ. έμφοβος)/νεύρωση. ~ό: άγχος/αντικείμενο/σύνδρομο. ~ές: αντιδράσεις/διαταραχές/καταστάσεις. ~ά: αντανακλαστικά/συμπτώματα.|| ~ός: ασθενής. Βλ. αγορα~, ετερο~, κλειστο~, ομο~, τρανσ~, φωτο~.|| Χώρα ~ή σε κάθε προοδευτική κίνηση. Βλ. ευρω~, ξενο~, τεχνο~. [< αγγλ. phobic, γαλλ. phobique, 1903]
55147φοβισμένος, η, ο φο-βι-σμέ-νος επίθ.: που έχει φοβηθεί από κάτι και συνεχίζει να φοβάται· που φανερώνει φόβο: ~ο: ζώο. ~οι απ' τον σεισμό. Έτρεξε ~ να κρυφτεί. Δείχνει/κοίταζε/στεκόταν ~. Πβ. ψαρωμένος.|| ~η: φωνή. ~α: μάτια. ~η και επιφυλακτική στάση. Πβ. έμ-, περί-φοβος, τρομαγμένος. Βλ. κατα~. ● επίρρ.: φοβισμένα [< μεσν. φοβισμένος]
55148φοβισμόςφο-βι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ρεύμα της ζωγραφικής (Γαλλία, 1905-1908) που χαρακτηρίζεται από έντονα, συνήθ. σκοτεινά χρώματα, με έμφαση στο κόκκινο, και από απλές, συχνά παραμορφωμένες γραμμές. Βλ. εξπρεσιον-, κυβ-ισμός, μοντέρνα τέχνη. [< γαλλ. fauvisme, 1927]
55149φοβιστήςφο-βι-στής ουσ. (αρσ.): εκπρόσωπος του φοβισμού. [< γαλλ. fauviste]
55150φοβιστικός, ή, ό φο-βι-στι-κός επίθ. (προφ.): που προκαλεί φόβο: Η ταινία ήταν πολύ ~ή (= τρομακτική).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.