| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55151 | φοβιτσιάρης | , α, ικο βλ. φοβητσιάρης | |
| 55152 | φοβιτσιάρικος | , η, ο βλ. φοβητσιάρικος | |
| 55153 | φόβος | φό-βος ουσ. (αρσ.): δυσάρεστο και έντονο συναίσθημα που αποτελεί προσωρινή αντίδραση σε κάποιον κίνδυνο, υπαρκτό ή ανύπαρκτο: αδιόρατος/αιώνιος/ακαθόριστος/ανεξήγητος/ανομολόγητος/αόριστος/απροσδιόριστος/αρχέγονος/διάχυτος/ενδόμυχος/μόνιμος/μύχιος/παθολογικός/παράλογος (πβ. φοβία)/υποσυνείδητος ~. Παιδικοί ~οι. Ο ~ της απόρριψης/της αποτυχίας/της απώλειας/των εξετάσεων/του θανάτου/της τιμωρίας. ~ για το σκοτάδι. Αιτία/αντιμετώπιση/πηγή του ~ου. Καθεστώς/κλίμα ~ου. Σε κατάσταση πανικού και ~ου. Ο μεγαλύτερος/χειρότερος ~ του είναι ... (πβ. αγωνία). Τον έπιασε/κυρίευσε ~. Υποχώρησε μπροστά στον ~ο του αγνώστου. Κάτω από τον/υπό τον ~ο επεισοδίων. Αντιμετωπίζω/εκδηλώνω/νικώ/νιώθω/ξεπερνώ έναν ~ο. Κάτι δημιουργεί/εμπνέει ~ο. Σπέρνω τον ~ο. Διέκρινα ~ο στο βλέμμα του. Ζει με τον ~ο. Έδειξε ~ο (πβ. δειλία).|| (εμφατ.) Έτρεμε/παρέλυσε/του κόπηκαν τα πόδια/τρελάθηκε απ' τον ~ο (του). Πάγωσε από τον ~ο. Πβ. τρόμος. Βλ. άγχος, τρακ1. ● φόβοι (οι): ανησυχίες: αδικαιολόγητοι/βάσιμοι ~. ~ για κλιμάκωση της έντασης/πανδημία. Αναζωπύρωση των ~ων. Επαληθεύτηκαν/επιβεβαιώθηκαν οι αρχικοί μας ~. Διέλυσε/έδιωξε τους ~ους μου.|| (σπανιότ. στον εν.) Είχε εκφράσει τον ~ο του για ... ● ΣΥΜΠΛ.: ο φόβος/τρόμος του κενού βλ. τρόμος ● ΦΡ.: κατουριέμαι/τα κάνω πάνω μου/χέζομαι απ' τον φόβο (μου) (μτφ.-προφ.-εμφατ.): φοβάμαι πάρα πολύ., μετά φόβου Θεού (λόγ.): με δέος, πολύ προσεκτικά ή διστακτικά., παίρνω κάποιον/κάτι από φόβο (προφ.): μου προκαλεί φόβο: Σε έχει πάρει από ~., υπάρχει φόβος: υπάρχει κίνδυνος: ~ ~ μόλυνσης. Δεν ~ ~/δεν έχει ~ο να χαλάσει., φόβος Θεού: ΕΚΚΛΗΣ. δέος, σεβασμός προς τον Θεό., φόβος και τρόμος (προφ.-εμφατ., ΚΔ, μετὰ φόβου καὶ τρόμου): ~ ~ από τις ληστείες. Τους κατέλαβε ~ ~.|| (για πρόσ.) Ήταν ο φόβος και (ο) τρόμος του σχολείου (: για πολύ αυστηρό καθηγητή). Πβ. φόβητρο., χωρίς φόβο και πάθος: χωρίς υπεκφυγές, ενδοιασμούς, ψέματα: Θα σου μιλήσω ~ ~.|| (στο δικαστήριο:) Ορκίζομαι να πω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια ~ ~., για τον φόβο των Ιουδαίων βλ. Ιουδαίος, Ιουδαία, μου λύθηκε ο αφαλός από τα γέλια/από τον φόβο βλ. αφαλός, ο φόβος φυλάει τα έρημα/έρμα βλ. έρημος [< αρχ. φόβος] | |
| 55154 | φοβούμαι | βλ. φοβάμαι | |
| 55155 | φόδρα | φό-δρα ουσ. (θηλ.): λεπτή υφασμάτινη επένδυση ενδύματος· το ύφασμα που χρησιμοποιείται γι' αυτόν τον σκοπό· γενικότ. κάθε εσωτερική επένδυση: βαμβακερή/σατέν ~. Η ~ του σακακιού/της φούστας. ~ στα μανίκια. Βλ. φορτέτσα.|| Παπούτσια με δερμάτινη ~. [< βεν. fodra] | |
| 55156 | φοδράρισμα | φο-δρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φοδράρω. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. ντουμπλάρισμα (3) | |
| 55157 | φοδράρω | φο-δρά-ρω ρ. (μτβ.) {φοδραρ-ισμένος}: βάζω φόδρα: μπουφάν ~ισμένο με αδιάβροχο υλικό. Πβ. ντουμπλάρω. [< βεν. fodrar] | |
| 55158 | φοίνικας1 | φοί-νι-κας ουσ. (αρσ.) {φοινίκων}: ΒΟΤ. αειθαλές δέντρο (οικογ. Palmae ή Palmaceae) των τροπικών κυρ. περιοχών, μεγάλου ύψους, με ίσιο και χοντρό κορμό, που καταλήγει σε θύσανο από μεγάλα και μακρόστενα φύλλα: κλαδί ~α. Δάσος (= φοινικόδασος)/εξωτικές παραλίες/κήπος/όαση με ~ες. Συστάδες από ~ες. Βλ. κέντια, κοκο~, ρατάν, χουρμαδιά. ΣΥΝ. φοινικιά, φοινικόδεντρο ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσός φοίνικας (συνήθ. με κεφαλ. Χ, Φ): ανώτατο βραβείο που απονέμεται σε ταινίες στο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου των Καννών. [< γαλλ. Palme d'Or, 1955] [< αρχ. φοῖνιξ, γαλλ. phœnix, phénix, αγγλ. phoenix] | |
| 55159 | φοίνικας2 | φοί-νι-κας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) φοίνιξ (κ. με κεφαλ. Φ): ΜΥΘ. ιερό πουλί των αρχαίων Αιγυπτίων με μορφή αετού, το οποίο, όπως πίστευαν, λίγο πριν πεθάνει έφτιαχνε φωλιά από αρωματικά φύλλα, καιγόταν μέσα σε αυτή και, στη συνέχεια, αναγεννιόταν από την τέφρα του· κατ΄ επέκτ. σύμβολο αναγέννησης. [< αρχ. φοῖνιξ, γαλλ. phénix] | |
| 55160 | φοινικέλαιο | φοι-νι-κέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φυτικό έλαιο που παρασκευάζεται από τον καρπό διάφορων ειδών φοίνικα και είναι πλούσιο σε κορεσμένα λιπαρά οξέα: ακατέργαστο ~. Χρήση του ~ου στη σαπωνοποιία. Βλ. -έλαιο. [< γαλλ. huile de palme] | |
| 55161 | φοινίκι | φοι-νί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. ο καρπός του φοίνικα. Βλ. χουρμάς. 2. ΖΑΧΑΡ. παραδοσιακό γλύκισμα που μοιάζει πολύ με το μελομακάρονο: ~ γεμιστό και σιροπιαστό. [< 1: μεσν. φοινίκι(ν)] | |
| 55162 | φοινικιά | φοι-νι-κιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. φοίνικας. [< μεσν. φοινικία] | |
| 55163 | φοινικικός | , ή, ό φοι-νι-κι-κός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους Φοίνικες: ~ή: γραφή. ~ό: αλφάβητο. [< αρχ. Φοινικικός] | |
| 55164 | φοινικόδασος | φοι-νι-κό-δα-σος ουσ. (ουδ.) & φοινικοδάσος: μεγάλη έκταση με φοίνικες: απολιθωμένο/εξωτικό ~. Το ~ του Βάι στην Κρήτη. Βλ. -δασος. | |
| 55165 | φοινικόδεντρο | φοι-νι-κό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΒΟΤ. φοίνικας. | |
| 55166 | φοινικοειδής | , ής, ές φοι-νι-κο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με φοίνικα: ~ή: δέντρα. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: φοινικοειδή (τα): ΒΟΤ. οικογένεια μονοκοτυλήδονων φυτών (επιστ. ονομασ. Palmae ή Palmaceae), η οποία περιλαμβάνει τους φοίνικες: Το κόκκινο σκαθάρι των ~ών. [< μεσν. φοινικοειδής 'κοκκινωπός'] | |
| 55167 | φοινικόπτερο | φοι-νι-κό-πτε-ρο ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. φλαμίνγκο. [< αρχ. φοινικόπτερος (ὁ)] | |
| 55168 | φοίνιξ | βλ. φοίνικας2 | |
| 55169 | φοίτηση | φοί-τη-ση ουσ. (θηλ.): παρακολούθηση μαθημάτων με την ιδιότητα του φοιτητή, σπουδαστή ή μαθητή: δωρεάν/ελλιπής/μερική/πλήρης/σχολική/υποχρεωτική ~. ~ στο Δημοτικό/Γυμνάσιο/Λύκειο/Πανεπιστήμιο. ~ σε ΙΕΚ. ~ εξ αποστάσεως. Αναστολή/διακοπή/έτος/κόστος/πιστοποιητικό ~ης. Σχολές τετραετούς ~ης. Η ~ διαρκεί ... εξάμηνα. Πβ. σπουδές. Βλ. μαθητεία. [< αρχ. φοίτησις ‘τακτική επίσκεψη, ιδ. σε σχολείο’] | |
| 55170 | φοιτηταριό | φοι-τη-τα-ριό ουσ. (ουδ.) (περιληπτ.-μειωτ.): φοιτητόκοσμος. Βλ. -αριό. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ