Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [55640-55660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55141φοβητσιάρης, α, ικο φο-βη-τσιά-ρης επίθ. & φοβιτσιάρης (προφ.): (για πρόσ.) που καταλαμβάνεται εύκολα από φόβο· δειλός. Πβ. λιγόψυχος, ψοφοδεής. Βλ. -ιάρης. [< μεσν. φοβητσιάρης
55142φοβητσιάρικος, η, ο φο-βη-τσιά-ρι-κος επίθ. & φοβιτσιάρικος (προφ.): που σχετίζεται με τον φοβητσιάρη: ~η: συμπεριφορά.
55143φοβίαφο-βί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ. παθολογική κατάσταση κατά την οποία κάποιος βιώνει αισθήματα έντονου φόβου απέναντι σε κάτι που δεν συνιστά πραγματικό κίνδυνο ή απειλή: κοινωνική/σχολική ~. Παιδικές ~ες. ~ του θανάτου. ~ των ανοιχτών/κλειστών χώρων (βλ. αγορα~, κλειστο~). ~ για τα αεροπλάνα (= αερο~)/μικρόβια (= μικροβιο~)/ύψη (= υψο~). Έχει ~ για τις αράχνες (= αραχνο~). Πάσχει/υποφέρει από ~ες (: είναι φοβικός). Κατάφερε να καταπολεμήσει/ξεπεράσει τις ~ες του (βλ. απευαισθητοποίηση). Βλ. άρνηση, νεύρωση. 2. (κατ' επέκτ.) μεγάλος ή/και παράλογος φόβος για κάποιον ή κάτι: ~ για τους ξένους (= ξενο~)/την τεχνολογία (= τεχνο~). Τα νέα μέτρα προκαλούν ~ και ανασφάλεια. ΑΝΤ. αφοβία. Βλ. ετερο~. [< γαλλ. phobie, αγγλ. phobia]
55145φοβίζωφο-βί-ζω ρ. (μτβ.) {φόβι-σα, φοβί-σει, -σμένος, φοβίζ-οντας}: προκαλώ φόβο σε κάποιον: Δεν με ~ει το άγνωστο/ο θάνατος/το μέλλον. Τον ~ει η ιδέα του γάμου. Άρχισε να πυροβολεί, για να τους ~σει (: για εκφοβισμό). Πβ. εκ~, τρομάζω, τρομοκρατώ, φοβερίζω.|| Δεν με ~ουν (= πτοούν) οι δυσκολίες/ευθύνες.|| Η όλη κατάσταση με ~ει (= ανησυχεί πολύ). [< μτγν. φοβίζω]
55146φοβικός, ή, ό φο-βι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φοβία ή τον φόβο: (ΨΥΧΟΛ.) ~ή: στάση (πβ. έμφοβος)/νεύρωση. ~ό: άγχος/αντικείμενο/σύνδρομο. ~ές: αντιδράσεις/διαταραχές/καταστάσεις. ~ά: αντανακλαστικά/συμπτώματα.|| ~ός: ασθενής. Βλ. αγορα~, ετερο~, κλειστο~, ομο~, τρανσ~, φωτο~.|| Χώρα ~ή σε κάθε προοδευτική κίνηση. Βλ. ευρω~, ξενο~, τεχνο~. [< αγγλ. phobic, γαλλ. phobique, 1903]
55147φοβισμένος, η, ο φο-βι-σμέ-νος επίθ.: που έχει φοβηθεί από κάτι και συνεχίζει να φοβάται· που φανερώνει φόβο: ~ο: ζώο. ~οι απ' τον σεισμό. Έτρεξε ~ να κρυφτεί. Δείχνει/κοίταζε/στεκόταν ~. Πβ. ψαρωμένος.|| ~η: φωνή. ~α: μάτια. ~η και επιφυλακτική στάση. Πβ. έμ-, περί-φοβος, τρομαγμένος. Βλ. κατα~. ● επίρρ.: φοβισμένα [< μεσν. φοβισμένος]
55148φοβισμόςφο-βι-σμός ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ρεύμα της ζωγραφικής (Γαλλία, 1905-1908) που χαρακτηρίζεται από έντονα, συνήθ. σκοτεινά χρώματα, με έμφαση στο κόκκινο, και από απλές, συχνά παραμορφωμένες γραμμές. Βλ. εξπρεσιον-, κυβ-ισμός, μοντέρνα τέχνη. [< γαλλ. fauvisme, 1927]
55149φοβιστήςφο-βι-στής ουσ. (αρσ.): εκπρόσωπος του φοβισμού. [< γαλλ. fauviste]
55150φοβιστικός, ή, ό φο-βι-στι-κός επίθ. (προφ.): που προκαλεί φόβο: Η ταινία ήταν πολύ ~ή (= τρομακτική).
55151φοβιτσιάρης, α, ικο βλ. φοβητσιάρης
55152φοβιτσιάρικος, η, ο βλ. φοβητσιάρικος
55153φόβοςφό-βος ουσ. (αρσ.): δυσάρεστο και έντονο συναίσθημα που αποτελεί προσωρινή αντίδραση σε κάποιον κίνδυνο, υπαρκτό ή ανύπαρκτο: αδιόρατος/αιώνιος/ακαθόριστος/ανεξήγητος/ανομολόγητος/αόριστος/απροσδιόριστος/αρχέγονος/διάχυτος/ενδόμυχος/μόνιμος/μύχιος/παθολογικός/παράλογος (πβ. φοβία)/υποσυνείδητος ~. Παιδικοί ~οι. Ο ~ της απόρριψης/της αποτυχίας/της απώλειας/των εξετάσεων/του θανάτου/της τιμωρίας. ~ για το σκοτάδι. Αιτία/αντιμετώπιση/πηγή του ~ου. Καθεστώς/κλίμα ~ου. Σε κατάσταση πανικού και ~ου. Ο μεγαλύτερος/χειρότερος ~ του είναι ... (πβ. αγωνία). Τον έπιασε/κυρίευσε ~. Υποχώρησε μπροστά στον ~ο του αγνώστου. Κάτω από τον/υπό τον ~ο επεισοδίων. Αντιμετωπίζω/εκδηλώνω/νικώ/νιώθω/ξεπερνώ έναν ~ο. Κάτι δημιουργεί/εμπνέει ~ο. Σπέρνω τον ~ο. Διέκρινα ~ο στο βλέμμα του. Ζει με τον ~ο. Έδειξε ~ο (πβ. δειλία).|| (εμφατ.) Έτρεμε/παρέλυσε/του κόπηκαν τα πόδια/τρελάθηκε απ' τον ~ο (του). Πάγωσε από τον ~ο. Πβ. τρόμος. Βλ. άγχος, τρακ1.φόβοι (οι): ανησυχίες: αδικαιολόγητοι/βάσιμοι ~. ~ για κλιμάκωση της έντασης/πανδημία. Αναζωπύρωση των ~ων. Επαληθεύτηκαν/επιβεβαιώθηκαν οι αρχικοί μας ~. Διέλυσε/έδιωξε τους ~ους μου.|| (σπανιότ. στον εν.) Είχε εκφράσει τον ~ο του για ... ● ΣΥΜΠΛ.: ο φόβος/τρόμος του κενού βλ. τρόμος ● ΦΡ.: κατουριέμαι/τα κάνω πάνω μου/χέζομαι απ' τον φόβο (μου) (μτφ.-προφ.-εμφατ.): φοβάμαι πάρα πολύ., μετά φόβου Θεού (λόγ.): με δέος, πολύ προσεκτικά ή διστακτικά., παίρνω κάποιον/κάτι από φόβο (προφ.): μου προκαλεί φόβο: Σε έχει πάρει από ~., υπάρχει φόβος: υπάρχει κίνδυνος: ~ ~ μόλυνσης. Δεν ~ ~/δεν έχει ~ο να χαλάσει., φόβος Θεού: ΕΚΚΛΗΣ. δέος, σεβασμός προς τον Θεό., φόβος και τρόμος (προφ.-εμφατ., ΚΔ, μετὰ φόβου καὶ τρόμου): ~ ~ από τις ληστείες. Τους κατέλαβε ~ ~.|| (για πρόσ.) Ήταν ο φόβος και (ο) τρόμος του σχολείου (: για πολύ αυστηρό καθηγητή). Πβ. φόβητρο., χωρίς φόβο και πάθος: χωρίς υπεκφυγές, ενδοιασμούς, ψέματα: Θα σου μιλήσω ~ ~.|| (στο δικαστήριο:) Ορκίζομαι να πω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια ~ ~., για τον φόβο των Ιουδαίων βλ. Ιουδαίος, Ιουδαία, μου λύθηκε ο αφαλός από τα γέλια/από τον φόβο βλ. αφαλός, ο φόβος φυλάει τα έρημα/έρμα βλ. έρημος [< αρχ. φόβος]
55154φοβούμαιβλ. φοβάμαι
55155φόδραφό-δρα ουσ. (θηλ.): λεπτή υφασμάτινη επένδυση ενδύματος· το ύφασμα που χρησιμοποιείται γι' αυτόν τον σκοπό· γενικότ. κάθε εσωτερική επένδυση: βαμβακερή/σατέν ~. Η ~ του σακακιού/της φούστας. ~ στα μανίκια. Βλ. φορτέτσα.|| Παπούτσια με δερμάτινη ~. [< βεν. fodra]
55156φοδράρισμαφο-δρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φοδράρω. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. ντουμπλάρισμα (3)
55157φοδράρωφο-δρά-ρω ρ. (μτβ.) {φοδραρ-ισμένος}: βάζω φόδρα: μπουφάν ~ισμένο με αδιάβροχο υλικό. Πβ. ντουμπλάρω. [< βεν. fodrar]
55158φοίνικας1φοί-νι-κας ουσ. (αρσ.) {φοινίκων}: ΒΟΤ. αειθαλές δέντρο (οικογ. Palmae ή Palmaceae) των τροπικών κυρ. περιοχών, μεγάλου ύψους, με ίσιο και χοντρό κορμό, που καταλήγει σε θύσανο από μεγάλα και μακρόστενα φύλλα: κλαδί ~α. Δάσος (= φοινικόδασος)/εξωτικές παραλίες/κήπος/όαση με ~ες. Συστάδες από ~ες. Βλ. κέντια, κοκο~, ρατάν, χουρμαδιά. ΣΥΝ. φοινικιά, φοινικόδεντρο ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσός φοίνικας (συνήθ. με κεφαλ. Χ, Φ): ανώτατο βραβείο που απονέμεται σε ταινίες στο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου των Καννών. [< γαλλ. Palme d'Or, 1955] [< αρχ. φοῖνιξ, γαλλ. phœnix, phénix, αγγλ. phoenix]
55159φοίνικας2φοί-νι-κας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) φοίνιξ (κ. με κεφαλ. Φ): ΜΥΘ. ιερό πουλί των αρχαίων Αιγυπτίων με μορφή αετού, το οποίο, όπως πίστευαν, λίγο πριν πεθάνει έφτιαχνε φωλιά από αρωματικά φύλλα, καιγόταν μέσα σε αυτή και, στη συνέχεια, αναγεννιόταν από την τέφρα του· κατ΄ επέκτ. σύμβολο αναγέννησης. [< αρχ. φοῖνιξ, γαλλ. phénix]
55160φοινικέλαιοφοι-νι-κέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φυτικό έλαιο που παρασκευάζεται από τον καρπό διάφορων ειδών φοίνικα και είναι πλούσιο σε κορεσμένα λιπαρά οξέα: ακατέργαστο ~. Χρήση του ~ου στη σαπωνοποιία. Βλ. -έλαιο. [< γαλλ. huile de palme]
55161φοινίκιφοι-νί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. ο καρπός του φοίνικα. Βλ. χουρμάς. 2. ΖΑΧΑΡ. παραδοσιακό γλύκισμα που μοιάζει πολύ με το μελομακάρονο: ~ γεμιστό και σιροπιαστό. [< 1: μεσν. φοινίκι(ν)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.