| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55162 | φοινικιά | φοι-νι-κιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. φοίνικας. [< μεσν. φοινικία] | |
| 55163 | φοινικικός | , ή, ό φοι-νι-κι-κός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους Φοίνικες: ~ή: γραφή. ~ό: αλφάβητο. [< αρχ. Φοινικικός] | |
| 55164 | φοινικόδασος | φοι-νι-κό-δα-σος ουσ. (ουδ.) & φοινικοδάσος: μεγάλη έκταση με φοίνικες: απολιθωμένο/εξωτικό ~. Το ~ του Βάι στην Κρήτη. Βλ. -δασος. | |
| 55165 | φοινικόδεντρο | φοι-νι-κό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΒΟΤ. φοίνικας. | |
| 55166 | φοινικοειδής | , ής, ές φοι-νι-κο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με φοίνικα: ~ή: δέντρα. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: φοινικοειδή (τα): ΒΟΤ. οικογένεια μονοκοτυλήδονων φυτών (επιστ. ονομασ. Palmae ή Palmaceae), η οποία περιλαμβάνει τους φοίνικες: Το κόκκινο σκαθάρι των ~ών. [< μεσν. φοινικοειδής 'κοκκινωπός'] | |
| 55167 | φοινικόπτερο | φοι-νι-κό-πτε-ρο ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. φλαμίνγκο. [< αρχ. φοινικόπτερος (ὁ)] | |
| 55168 | φοίνιξ | βλ. φοίνικας2 | |
| 55169 | φοίτηση | φοί-τη-ση ουσ. (θηλ.): παρακολούθηση μαθημάτων με την ιδιότητα του φοιτητή, σπουδαστή ή μαθητή: δωρεάν/ελλιπής/μερική/πλήρης/σχολική/υποχρεωτική ~. ~ στο Δημοτικό/Γυμνάσιο/Λύκειο/Πανεπιστήμιο. ~ σε ΙΕΚ. ~ εξ αποστάσεως. Αναστολή/διακοπή/έτος/κόστος/πιστοποιητικό ~ης. Σχολές τετραετούς ~ης. Η ~ διαρκεί ... εξάμηνα. Πβ. σπουδές. Βλ. μαθητεία. [< αρχ. φοίτησις ‘τακτική επίσκεψη, ιδ. σε σχολείο’] | |
| 55170 | φοιτηταριό | φοι-τη-τα-ριό ουσ. (ουδ.) (περιληπτ.-μειωτ.): φοιτητόκοσμος. Βλ. -αριό. | |
| 55171 | φοιτητής, φοιτήτρια | φοι-τη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει εγγραφεί και σπουδάζει σε σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: αριστούχος/διδακτορικός/μεταπτυχιακός/προπτυχιακός/πρωτοετής ~. ~ της Ιατρικής/της Νομικής/του Πολυτεχνείου/της Φιλολογίας. Επί πτυχίω ~ές. Λιμνάζοντες ~ές (: που υπερβαίνουν τα κανονικά έτη φοίτησης). ~ές εξωτερικού. Ανταλλαγή/εργασία/μετεγγραφή/πρακτική άσκηση/σίτιση/σύλλογος ~ών. Βλ. μαθητής, σπουδαστής, συμ~. ● Υποκ.: φοιτητάκος (ο), φοιτητριούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιος φοιτητής (μειωτ.): που καθυστερεί πολύ να πάρει το πτυχίο του. [< πβ. γερμ. ewiger Student] [< αρχ. φοιτητής ‘μαθητής, μαθητευόμενος’, γαλλ. étudiant] | |
| 55172 | φοιτητικός | , ή, ό φοι-τη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους φοιτητές: ~ός: διαγωνισμός/συνδικαλισμός. ~ή: άδεια (εξετάσεων)/ζωή/ιδιότητα/κοινότητα/ταυτότητα (βλ. τρίπτυχο). ~ό: δάνειο/εισιτήριο/κίνημα. ~οί: σύλλογοι. ~ές: εκλογές/καταλήψεις/οργανώσεις/παρατάξεις/υποτροφίες. ~ά: αναγνωστήρια/έδρανα/στέκια/χρόνια. ~ή κάρτα (= ~ό πάσο). Βλ. μαθητ-, σπουδαστ-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: Φοιτητική Εστία βλ. εστία, φοιτητική/πανεπιστημιακή λέσχη βλ. λέσχη | |
| 55173 | φοιτητόκοσμος | φοι-τη-τό-κο-σμος ουσ. (αρσ.) (περιληπτ.-προφ.): σύνολο ή μεγάλος αριθμός φοιτητών. Πβ. φοιτηταριό. Βλ. -κοσμος. | |
| 55174 | φοιτητοπαρέα | φοι-τη-το-πα-ρέ-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): συντροφιά φοιτητών. | |
| 55175 | φοιτητοπατέρας | φοι-τη-το-πα-τέ-ρας ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.-μειωτ.): πρόσωπο, συνήθ. συνδικαλιστής, που προβάλλεται ως υπερασπιστής των φοιτητών και των συμφερόντων τους. Βλ. -πατέρας. | |
| 55176 | φοιτητούπολη | φοι-τη-τού-πο-λη ουσ. (θηλ.): πόλη στην οποία σπουδάζουν φοιτητές. Βλ. -ούπολη. | |
| 55177 | φοιτώ | [φοιτῶ] φοι-τώ ρ. (αμτβ.) {φοιτ-άς ..., -ώντας, (λογιότ. μτχ. πληθ.) φοιτ-ούντες (σπανιότ.) -ώντες | φοίτ-ησα, -ήσει (λογιότ. μτχ. πληθ.) -ήσαντες} (λόγ.): παρακολουθώ μαθήματα με την ιδιότητα του φοιτητή, σπουδαστή ή μαθητή: ~ στην Ιατρική/στο Πανεπιστήμιο/στο Πολυτεχνείο/σε στρατιωτική σχολή. ~ σε δημόσιο σχολείο/στη Β' Λυκείου. Καταβολή διδάκτρων από τους ~ούντες. Πβ. σπουδάζω. Βλ. απο~, μαθητεύω. [< αρχ. φοιτῶ ‘πηγαίνω στο σχολείο’] | |
| 55178 | φοκάτσια | φο-κά-τσι-α ουσ. (θηλ.) & φοκάτσα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. -ΜΑΓΕΙΡ. αφράτο ιταλικό ψωμί (ταψιού) με διάφορα μυρωδικά ή/και άλλα υλικά στο πάνω μέρος του, το οποίο μοιάζει με πίτσα: ~ με ντομάτα και δενδρολίβανο/πέστο και προσούτο/ρίγανη. Βλ. τσιαπάτα. [< ιταλ. focaccia] | |
| 55179 | φόλα | φό-λα ουσ. (θηλ.) 1. δηλητηριασμένο δόλωμα που χρησιμοποιείται για την εξόντωση ζώων, κυρ. αδέσποτων: Η γάτα/το σκυλί πέθανε από ~. Έβαλαν/έριξαν/πέταξαν ~ες. 2. (μτφ.-προφ.) απάτη, παγίδα, ψέμα: Έφαγαν/κατάπιαν τη ~. Πβ. δόλωμα. 3. (αργκό-μειωτ.) οτιδήποτε είναι κακής ποιότητας, αποτυχημένο: Το έργο είναι ~ (= χάλια). Το μηχάνημα βγήκε ~. ΣΥΝ. μάπα (2), μούφα (1) 4. (αργκό-μειωτ.) άσχημη γυναίκα. Πβ. μπάζο. 5. {ως επίθ.} (αργκό, για οπαδό ομάδας ή κόμματος) πωρωμένος. [< μεσν. φόλα < μτγν. φόλλις ‘φυσερό, μικρό νόμισμα’ < λατ. follis] | |
| 55180 | φολίδα | φο-λί-δα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): λέπι κυρ. ερπετού· γενικότ. οτιδήποτε μοιάζει με αυτό: (ΖΩΟΛ., για φίδι ή σαύρα:) σώμα καλυμμένο με ~ες.|| Κράνος/πανοπλία με ~ες. Πβ. έλασμα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ες πιτυρίδας/ψωρίασης. [< αρχ. φολίς] | |
| 55181 | φολιδωτός | , ή, ό φο-λι-δω-τός επίθ. (επιστ.): που έχει φολίδες: (ΖΩΟΛ.) ~ό: δέρμα (σαύρας).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ή: πανοπλία. ~ό: κόσμημα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ό: εξάνθημα. ~ές: κηλίδες. Πβ. λεπιδωτός. ● Ουσ.: φολιδωτά (τα): ΖΩΟΛ. τάξη ερπετών (επιστ. ονομασ. Squamata) με δέρμα που καλύπτεται από φολίδες. Βλ. κροκόδειλος, φίδι. [< αρχ. φολιδωτός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ