Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55660-55680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55171φοιτητής, φοιτήτριαφοι-τη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει εγγραφεί και σπουδάζει σε σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης: αριστούχος/διδακτορικός/μεταπτυχιακός/προπτυχιακός/πρωτοετής ~. ~ της Ιατρικής/της Νομικής/του Πολυτεχνείου/της Φιλολογίας. Επί πτυχίω ~ές. Λιμνάζοντες ~ές (: που υπερβαίνουν τα κανονικά έτη φοίτησης). ~ές εξωτερικού. Ανταλλαγή/εργασία/μετεγγραφή/πρακτική άσκηση/σίτιση/σύλλογος ~ών. Βλ. μαθητής, σπουδαστής, συμ~. ● Υποκ.: φοιτητάκος (ο), φοιτητριούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιος φοιτητής (μειωτ.): που καθυστερεί πολύ να πάρει το πτυχίο του. [< πβ. γερμ. ewiger Student] [< αρχ. φοιτητής ‘μαθητής, μαθητευόμενος’, γαλλ. étudiant]
55172φοιτητικός, ή, ό φοι-τη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους φοιτητές: ~ός: διαγωνισμός/συνδικαλισμός. ~ή: άδεια (εξετάσεων)/ζωή/ιδιότητα/κοινότητα/ταυτότητα (βλ. τρίπτυχο). ~ό: δάνειο/εισιτήριο/κίνημα. ~οί: σύλλογοι. ~ές: εκλογές/καταλήψεις/οργανώσεις/παρατάξεις/υποτροφίες. ~ά: αναγνωστήρια/έδρανα/στέκια/χρόνια. ~ή κάρτα (= ~ό πάσο). Βλ. μαθητ-, σπουδαστ-ικός. ● ΣΥΜΠΛ.: Φοιτητική Εστία βλ. εστία, φοιτητική/πανεπιστημιακή λέσχη βλ. λέσχη
55173φοιτητόκοσμοςφοι-τη-τό-κο-σμος ουσ. (αρσ.) (περιληπτ.-προφ.): σύνολο ή μεγάλος αριθμός φοιτητών. Πβ. φοιτηταριό. Βλ. -κοσμος.
55174φοιτητοπαρέαφοι-τη-το-πα-ρέ-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): συντροφιά φοιτητών.
55175φοιτητοπατέραςφοι-τη-το-πα-τέ-ρας ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.-μειωτ.): πρόσωπο, συνήθ. συνδικαλιστής, που προβάλλεται ως υπερασπιστής των φοιτητών και των συμφερόντων τους. Βλ. -πατέρας.
55176φοιτητούποληφοι-τη-τού-πο-λη ουσ. (θηλ.): πόλη στην οποία σπουδάζουν φοιτητές. Βλ. -ούπολη.
55177φοιτώ[φοιτῶ] φοι-τώ ρ. (αμτβ.) {φοιτ-άς ..., -ώντας, (λογιότ. μτχ. πληθ.) φοιτ-ούντες (σπανιότ.) -ώντες | φοίτ-ησα, -ήσει (λογιότ. μτχ. πληθ.) -ήσαντες} (λόγ.): παρακολουθώ μαθήματα με την ιδιότητα του φοιτητή, σπουδαστή ή μαθητή: ~ στην Ιατρική/στο Πανεπιστήμιο/στο Πολυτεχνείο/σε στρατιωτική σχολή. ~ σε δημόσιο σχολείο/στη Β' Λυκείου. Καταβολή διδάκτρων από τους ~ούντες. Πβ. σπουδάζω. Βλ. απο~, μαθητεύω. [< αρχ. φοιτῶ ‘πηγαίνω στο σχολείο’]
55178φοκάτσιαφο-κά-τσι-α ουσ. (θηλ.) & φοκάτσα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. -ΜΑΓΕΙΡ. αφράτο ιταλικό ψωμί (ταψιού) με διάφορα μυρωδικά ή/και άλλα υλικά στο πάνω μέρος του, το οποίο μοιάζει με πίτσα: ~ με ντομάτα και δενδρολίβανο/πέστο και προσούτο/ρίγανη. Βλ. τσιαπάτα. [< ιταλ. focaccia]
55179φόλαφό-λα ουσ. (θηλ.) 1. δηλητηριασμένο δόλωμα που χρησιμοποιείται για την εξόντωση ζώων, κυρ. αδέσποτων: Η γάτα/το σκυλί πέθανε από ~. Έβαλαν/έριξαν/πέταξαν ~ες. 2. (μτφ.-προφ.) απάτη, παγίδα, ψέμα: Έφαγαν/κατάπιαν τη ~. Πβ. δόλωμα. 3. (αργκό-μειωτ.) οτιδήποτε είναι κακής ποιότητας, αποτυχημένο: Το έργο είναι ~ (= χάλια). Το μηχάνημα βγήκε ~. ΣΥΝ. μάπα (2), μούφα (1) 4. (αργκό-μειωτ.) άσχημη γυναίκα. Πβ. μπάζο. 5. {ως επίθ.} (αργκό, για οπαδό ομάδας ή κόμματος) πωρωμένος. [< μεσν. φόλα < μτγν. φόλλις ‘φυσερό, μικρό νόμισμα’ < λατ. follis]
55180φολίδαφο-λί-δα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.): λέπι κυρ. ερπετού· γενικότ. οτιδήποτε μοιάζει με αυτό: (ΖΩΟΛ., για φίδι ή σαύρα:) σώμα καλυμμένο με ~ες.|| Κράνος/πανοπλία με ~ες. Πβ. έλασμα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ες πιτυρίδας/ψωρίασης. [< αρχ. φολίς]
55181φολιδωτός, ή, ό φο-λι-δω-τός επίθ. (επιστ.): που έχει φολίδες: (ΖΩΟΛ.) ~ό: δέρμα (σαύρας).|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ή: πανοπλία. ~ό: κόσμημα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ό: εξάνθημα. ~ές: κηλίδες. Πβ. λεπιδωτός. ● Ουσ.: φολιδωτά (τα): ΖΩΟΛ. τάξη ερπετών (επιστ. ονομασ. Squamata) με δέρμα που καλύπτεται από φολίδες. Βλ. κροκόδειλος, φίδι. [< αρχ. φολιδωτός]
55182φολικός, ή, ό φο-λι-κός επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: φολικό οξύ & φυλλικό οξύ: ΒΙΟΧ. η βιταμίνη Β9 (σύμβ. C19H19N7O6), η έλλειψη της οποίας προκαλεί αναιμία: συμπληρώματα ~ού ~ος. Τρόφιμα πλούσια σε ~ ~ (: δημητριακά, θαλασσινά, κρέας, όσπρια, πράσινα λαχανικά, φρούτα). [< αγγλ. folic acid, 1941]
55183φολκουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} ΜΟΥΣ. 1. παραδοσιακή μουσική ή είδος με επιρροές από αυτή: ακουστική/ηλεκτρική ~. Βλ. κάντρι. 2. (ως επίθ.) που σχετίζεται με τη φολκ μουσική: ~ μπάντα/σκηνή. ~ μπλουζ/ροκ. ~ τραγούδια. Πβ. φολκλορικός. [< αμερικ. folk, γαλλ. ~, περ. 1960]
55184φολκλόρφολ-κλόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: λαϊκή παράδοση· (συνήθ. μειωτ.) κακόγουστη αναπαραγωγή, εμπορευματοποίηση στοιχείων του λαϊκού πολιτισμού: ελληνικό ~. Φεστιβάλ ~. (ως επίθ.) ~ μουσική (= φολκλορική).|| Τουριστικό ~. Βλ. κιτς. [< αγγλ.-γαλλ. folklore]
55185φολκλορικός, ή, ό φολ-κλο-ρι-κός επίθ.: παραδοσιακός, λαϊκός: ~ή: βραδιά/μουσική (= φολκ). ~ό: συγκρότημα/φεστιβάλ. Πβ. έθνικ. Βλ. λαογραφικός. [< αγγλ. folkloric, γαλλ. folklorique]
55186φολκλορισμόςφολ-κλο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): αναβίωση του λαϊκού πολιτισμού, μίμηση στοιχείων της λαϊκής παράδοσης. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. folklorism]
55187φόλοουφό-λο-ου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) δεύτερη συνεχόμενη προσπάθεια του ίδιου ή άλλου παίκτη να βάλει καλάθι, ενώ η μπάλα βρίσκεται ακόμα στον αέρα και κοντά στη στεφάνη: διπλό ~. Μείωσε τη διαφορά με ~.|| (ως επίθ.) ~ κάρφωμα. ● ΣΥΜΠΛ.: φόλοου-απ: καλάθι που βάζει ο παίκτης από πολύ κοντά, έχοντας κάνει δύο βήματα χωρίς να τριπλάρει την μπάλα. [< αμερικ. follow-up] [< αμερικ. follow]
55188φόμοψηφό-μο-ψη ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. μυκητολογική ασθένεια των αμπελιών, που εκδηλώνεται με κηλίδες στα κλαδιά και τους βλαστούς και σχισμές στη φλούδα· συνεκδ. ο αντίστοιχος μύκητας (επιστ. ονομασ. Phomopsis viticola). Βλ. ίσκα, περονόσπορος, ωίδιο.
55194φον-ντε-τένουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φον ντε τεν: μέικ απ. [< γαλλ. fond de teint]
55190φονεύςβλ. φονιάς

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.