| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55182 | φολικός | , ή, ό φο-λι-κός επίθ.: στο ● ΣΥΜΠΛ.: φολικό οξύ & φυλλικό οξύ: ΒΙΟΧ. η βιταμίνη Β9 (σύμβ. C19H19N7O6), η έλλειψη της οποίας προκαλεί αναιμία: συμπληρώματα ~ού ~ος. Τρόφιμα πλούσια σε ~ ~ (: δημητριακά, θαλασσινά, κρέας, όσπρια, πράσινα λαχανικά, φρούτα). [< αγγλ. folic acid, 1941] | |
| 55183 | φολκ | ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} ΜΟΥΣ. 1. παραδοσιακή μουσική ή είδος με επιρροές από αυτή: ακουστική/ηλεκτρική ~. Βλ. κάντρι. 2. (ως επίθ.) που σχετίζεται με τη φολκ μουσική: ~ μπάντα/σκηνή. ~ μπλουζ/ροκ. ~ τραγούδια. Πβ. φολκλορικός. [< αμερικ. folk, γαλλ. ~, περ. 1960] | |
| 55184 | φολκλόρ | φολ-κλόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: λαϊκή παράδοση· (συνήθ. μειωτ.) κακόγουστη αναπαραγωγή, εμπορευματοποίηση στοιχείων του λαϊκού πολιτισμού: ελληνικό ~. Φεστιβάλ ~. (ως επίθ.) ~ μουσική (= φολκλορική).|| Τουριστικό ~. Βλ. κιτς. [< αγγλ.-γαλλ. folklore] | |
| 55185 | φολκλορικός | , ή, ό φολ-κλο-ρι-κός επίθ.: παραδοσιακός, λαϊκός: ~ή: βραδιά/μουσική (= φολκ). ~ό: συγκρότημα/φεστιβάλ. Πβ. έθνικ. Βλ. λαογραφικός. [< αγγλ. folkloric, γαλλ. folklorique] | |
| 55186 | φολκλορισμός | φολ-κλο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): αναβίωση του λαϊκού πολιτισμού, μίμηση στοιχείων της λαϊκής παράδοσης. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. folklorism] | |
| 55187 | φόλοου | φό-λο-ου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) δεύτερη συνεχόμενη προσπάθεια του ίδιου ή άλλου παίκτη να βάλει καλάθι, ενώ η μπάλα βρίσκεται ακόμα στον αέρα και κοντά στη στεφάνη: διπλό ~. Μείωσε τη διαφορά με ~.|| (ως επίθ.) ~ κάρφωμα. ● ΣΥΜΠΛ.: φόλοου-απ: καλάθι που βάζει ο παίκτης από πολύ κοντά, έχοντας κάνει δύο βήματα χωρίς να τριπλάρει την μπάλα. [< αμερικ. follow-up] [< αμερικ. follow] | |
| 55188 | φόμοψη | φό-μο-ψη ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. μυκητολογική ασθένεια των αμπελιών, που εκδηλώνεται με κηλίδες στα κλαδιά και τους βλαστούς και σχισμές στη φλούδα· συνεκδ. ο αντίστοιχος μύκητας (επιστ. ονομασ. Phomopsis viticola). Βλ. ίσκα, περονόσπορος, ωίδιο. | |
| 55194 | φον-ντε-τέν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φον ντε τεν: μέικ απ. [< γαλλ. fond de teint] | |
| 55190 | φονεύς | βλ. φονιάς | |
| 55191 | φονεύω | φο-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {φόνευ-σε, φονεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε (λόγ. μτχ. φονευ-θείς, -θείσα, -θέν), -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -μένος} (λόγ.): αφαιρώ τη ζωή κυρ. ανθρώπου, δολοφονώ, σκοτώνω: ~θηκε σε ένοπλη συμπλοκή. [< αρχ. φονεύω] | |
| 55192 | φονιάς | φο-νιάς ουσ. (αρσ.) {φονιάδες | θηλ. φόνισσα} (προφ.) & (λόγ.) φονεύς: δολοφόνος: Έγινε ~ του αδελφού του (= αδελφοκτόνος). Πβ. δήμιος. Βλ. εγκληματίας.|| (μτφ., ως παραθετικό σύνθ.) Γρίπη-~. Έντομο-~ απειλεί τις καλλιέργειες. ● ΦΡ.: κι ύστερα λένε πως φταίει ο φονιάς: για δικαιολογημένη οργή ή αγανάκτηση που μπορεί να εκδηλωθεί βίαια. [< μεσν. φονιάς] | |
| 55193 | φονικός | , ή, ό φο-νι-κός επίθ. 1. δολοφονικός: ~ή: βεντέτα/ενέδρα/επίθεση/σφαίρα. ~ό: όπλο/χτύπημα. ~ά: ένστικτα.|| (μτφ.) ~ό: βλέμμα (: γεμάτο μίσος).|| (που επιφέρει πλήγμα σε αθλητικό αντίπαλο:) ~ σουτέρ των γηπέδων. Το ~ό δίδυμο της ομάδας. 2. θανάσιμος, θανατηφόρος: ~ός: διωγμός/πόλεμος. ~ή: επιδρομή/μάχη/συμπλοκή. Πβ. αιματηρός.|| ~ός: ιός/σεισμός/τυφώνας/χιονιάς. ~ή: έκρηξη/επιδημία/κακοκαιρία/καταστροφή. ~ό: αέριο/παιχνίδι/τσουνάμι. ~ καύσωνας πλήττει/σαρώνει τη χώρα. Βλ. καταστροφικός, ολέθριος.|| (ΒΙΟΛ.) Φυσικά ~ά κύτταρα (= κυτταροτοξικά λεμφοκύτταρα).|| (μτφ.-εμφατ.) ~ή: ατάκα (βλ. αποστομωτικός). ~ συνδυασμός ομορφιάς και εξυπνάδας (βλ. εντυπωσιακός). ● Ουσ.: φονικό (το) (λαϊκό): φόνος ή σειρά φόνων: άγριο ~. Έγινε μεγάλο ~. Συνελήφθη ο δράστης του διπλού ~ού. Πβ. σκοτωμός. [< αρχ. φονικός] | |
| 55195 | φονξιοναλισμός | φον-ξιο-να-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (επιστ.): λειτουργισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 55196 | φονξιοναλιστικός | , ή, ό φον-ξιο-να-λι-στι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τον φονξιοναλισμό: ~ή: αρχιτεκτονική/προσέγγιση. Η ~ή θεωρία για την κοινωνικοποίηση. [< γαλλ. fonctionnaliste] | |
| 55197 | φόνος | φό-νος ουσ. (αρσ.): βίαιη αφαίρεση της ζωής ανθρώπου ή γενικότ. έμβιου όντος: άγριος/αποτρόπαιος/διπλός/μυστηριώδης ~ (= έγκλημα). (ΝΟΜ.) ~ (= ανθρωποκτονία) εξ αμελείας/εκ προμελέτης. Απόπειρα ~ου. Ο αυτόπτης μάρτυρας/τα κίνητρα του ~ου. Ληστεία μετά ~ου. Δίκη/ύποπτος για ~ο. Εξιχνιάστηκε ο ~ του ... Διαπράττω/κάνω ~ο (= δολοφονώ, σκοτώνω). ΣΥΝ. δολοφονία. Πβ. σκοτωμός, φονικό.|| ~ (= θανάτωση) των ζώων (= ζωοκτονία). [< αρχ. φόνος] | |
| 55198 | φονταμενταλισμός | φο-ντα-με-ντα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): κίνημα προτεσταντικής προέλευσης που εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1920 στις ΗΠΑ, με κύρια χαρακτηριστικά την άρνηση της νεωτερικότητας και την τυφλή υπακοή στις θρησκευτικές αρχές και παραδόσεις· κυρ. κατ' επέκτ. φανατική προσήλωση σε αξίες, ιδ. σε θρησκεία: θρησκευτικός/ισλαμικός/χριστιανικός ~. Βλ. μισαλλοδοξία.|| Νεοφιλελεύθερος/πολιτικός ~. Πβ. φανατισμός. Βλ. -ισμός. [< αμερικ. fundamentalism, 1922, γαλλ. fondamentalisme, περ. 1980] | |
| 55199 | φονταμενταλιστής | φο-ντα-με-ντα-λι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του φονταμενταλισμού. Πβ. ζηλωτής. [< αμερικ. fundamentalist, 1922, γαλλ. fondamentaliste, 1966] | |
| 55200 | φονταμενταλιστικός | , ή, ό φο-ντα-με-ντα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φονταμενταλισμό ή τον φονταμενταλιστή: ~ή: αντίληψη (πβ. φανατικός)/οργάνωση. ~ό: κίνημα. ~ά: καθεστώτα (βλ. θεοκρατία). [< αμερικ. fundamentalist, 1926, γαλλ. fondamentaliste, 1966] | |
| 55201 | φοντάν | φο-ντάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κυρ. παλαιότ.): ΖΑΧΑΡ. ζαχαρωτό μικρού μεγέθους (μπουκίτσα) που προσφέρεται συνήθ. ως κέρασμα: ~ καρύδας/σοκολάτας. Βλ. μάρτζιπαν, σοκολατάκι. ● Υποκ.: φοντανάκι (το) [< γαλλ. fondant] | |
| 55202 | φοντανιέρα | φο-ντα-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): επιτραπέζιο σκεύος για τοποθέτηση και σερβίρισμα γλυκισμάτων: γυάλινη/κρυστάλλινη/πορσελάνινη ~. ~ με καπάκι. Βλ. -ιέρα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ