Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55680-55700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55191φονεύωφο-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {φόνευ-σε, φονεύ-σει, -τηκε (λόγ.) -θηκε (λόγ. μτχ. φονευ-θείς, -θείσα, -θέν), -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -μένος} (λόγ.): αφαιρώ τη ζωή κυρ. ανθρώπου, δολοφονώ, σκοτώνω: ~θηκε σε ένοπλη συμπλοκή. [< αρχ. φονεύω]
55192φονιάςφο-νιάς ουσ. (αρσ.) {φονιάδες | θηλ. φόνισσα} (προφ.) & (λόγ.) φονεύς: δολοφόνος: Έγινε ~ του αδελφού του (= αδελφοκτόνος). Πβ. δήμιος. Βλ. εγκληματίας.|| (μτφ., ως παραθετικό σύνθ.) Γρίπη-~. Έντομο-~ απειλεί τις καλλιέργειες. ● ΦΡ.: κι ύστερα λένε πως φταίει ο φονιάς: για δικαιολογημένη οργή ή αγανάκτηση που μπορεί να εκδηλωθεί βίαια. [< μεσν. φονιάς]
55193φονικός, ή, ό φο-νι-κός επίθ. 1. δολοφονικός: ~ή: βεντέτα/ενέδρα/επίθεση/σφαίρα. ~ό: όπλο/χτύπημα. ~ά: ένστικτα.|| (μτφ.) ~ό: βλέμμα (: γεμάτο μίσος).|| (που επιφέρει πλήγμα σε αθλητικό αντίπαλο:) ~ σουτέρ των γηπέδων. Το ~ό δίδυμο της ομάδας. 2. θανάσιμος, θανατηφόρος: ~ός: διωγμός/πόλεμος. ~ή: επιδρομή/μάχη/συμπλοκή. Πβ. αιματηρός.|| ~ός: ιός/σεισμός/τυφώνας/χιονιάς. ~ή: έκρηξη/επιδημία/κακοκαιρία/καταστροφή. ~ό: αέριο/παιχνίδι/τσουνάμι. ~ καύσωνας πλήττει/σαρώνει τη χώρα. Βλ. καταστροφικός, ολέθριος.|| (ΒΙΟΛ.) Φυσικά ~ά κύτταρα (= κυτταροτοξικά λεμφοκύτταρα).|| (μτφ.-εμφατ.) ~ή: ατάκα (βλ. αποστομωτικός). ~ συνδυασμός ομορφιάς και εξυπνάδας (βλ. εντυπωσιακός). ● Ουσ.: φονικό (το) (λαϊκό): φόνος ή σειρά φόνων: άγριο ~. Έγινε μεγάλο ~. Συνελήφθη ο δράστης του διπλού ~ού. Πβ. σκοτωμός. [< αρχ. φονικός]
55195φονξιοναλισμόςφον-ξιο-να-λι-σμός ουσ. (αρσ.) (επιστ.): λειτουργισμός. Βλ. -ισμός.
55196φονξιοναλιστικός, ή, ό φον-ξιο-να-λι-στι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τον φονξιοναλισμό: ~ή: αρχιτεκτονική/προσέγγιση. Η ~ή θεωρία για την κοινωνικοποίηση. [< γαλλ. fonctionnaliste]
55197φόνοςφό-νος ουσ. (αρσ.): βίαιη αφαίρεση της ζωής ανθρώπου ή γενικότ. έμβιου όντος: άγριος/αποτρόπαιος/διπλός/μυστηριώδης ~ (= έγκλημα). (ΝΟΜ.) ~ (= ανθρωποκτονία) εξ αμελείας/εκ προμελέτης. Απόπειρα ~ου. Ο αυτόπτης μάρτυρας/τα κίνητρα του ~ου. Ληστεία μετά ~ου. Δίκη/ύποπτος για ~ο. Εξιχνιάστηκε ο ~ του ... Διαπράττω/κάνω ~ο (= δολοφονώ, σκοτώνω). ΣΥΝ. δολοφονία. Πβ. σκοτωμός, φονικό.|| ~ (= θανάτωση) των ζώων (= ζωοκτονία). [< αρχ. φόνος]
55198φονταμενταλισμόςφο-ντα-με-ντα-λι-σμός ουσ. (αρσ.): κίνημα προτεσταντικής προέλευσης που εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1920 στις ΗΠΑ, με κύρια χαρακτηριστικά την άρνηση της νεωτερικότητας και την τυφλή υπακοή στις θρησκευτικές αρχές και παραδόσεις· κυρ. κατ' επέκτ. φανατική προσήλωση σε αξίες, ιδ. σε θρησκεία: θρησκευτικός/ισλαμικός/χριστιανικός ~. Βλ. μισαλλοδοξία.|| Νεοφιλελεύθερος/πολιτικός ~. Πβ. φανατισμός. Βλ. -ισμός. [< αμερικ. fundamentalism, 1922, γαλλ. fondamentalisme, περ. 1980]
55199φονταμενταλιστήςφο-ντα-με-ντα-λι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του φονταμενταλισμού. Πβ. ζηλωτής. [< αμερικ. fundamentalist, 1922, γαλλ. fondamentaliste, 1966]
55200φονταμενταλιστικός, ή, ό φο-ντα-με-ντα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φονταμενταλισμό ή τον φονταμενταλιστή: ~ή: αντίληψη (πβ. φανατικός)/οργάνωση. ~ό: κίνημα. ~ά: καθεστώτα (βλ. θεοκρατία). [< αμερικ. fundamentalist, 1926, γαλλ. fondamentaliste, 1966]
55201φοντάνφο-ντάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κυρ. παλαιότ.): ΖΑΧΑΡ. ζαχαρωτό μικρού μεγέθους (μπουκίτσα) που προσφέρεται συνήθ. ως κέρασμα: ~ καρύδας/σοκολάτας. Βλ. μάρτζιπαν, σοκολατάκι. ● Υποκ.: φοντανάκι (το) [< γαλλ. fondant]
55202φοντανιέραφο-ντα-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): επιτραπέζιο σκεύος για τοποθέτηση και σερβίρισμα γλυκισμάτων: γυάλινη/κρυστάλλινη/πορσελάνινη ~. ~ με καπάκι. Βλ. -ιέρα.
55203φοντίφο-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΑΓΕΙΡ. ελβετική σπεσιαλιτέ με λιωμένα τυριά, λευκό κρασί και αρωματικό ποτό, που σερβίρεται μέσα σε ειδικό πυρίμαχο σκεύος, στο οποίο οι συνδαιτυμόνες βουτούν, με μακρόστενα πιρουνάκια, μικρά κομμάτια ψωμιού ή φρούτων: παραλλαγή του ~ (: τηγανητό κρέας με διάφορες σάλτσες). Γλυκό ~ (: με λιωμένη σοκολάτα και λικέρ· συνοδεύεται με μπισκότα, κομμάτια κέικ ή φρούτα). 2. ΚΙΝΗΜ. οπτικό εφέ με το οποίο το πλάνο σβήνει, χάνεται σταδιακά και εμφανίζεται το επόμενο. [< 1: γαλλ. fondue 2: γαλλ. fondu, 1908]
55204φόντοφό-ντο ουσ. (ουδ.) 1. οτιδήποτε βρίσκεται στο βάθος μιας εικόνας, πίσω από το κεντρικό θέμα: το ~ του πίνακα/της φωτογραφίας. Ζωγραφιά σε λευκό/μαύρο ~. Πβ. μπακγκράουντ. Βλ. σε πρώτο/δεύτερο πλάνο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ επιφάνειας εργασίας (βλ. ταπετσαρία). Αλλαγή του ~ου της σελίδας.|| (κατ' επέκτ.) Σπίτι με ~ (= θέα) το βουνό. 2. (μτφ.) το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει κάτι: σύσκεψη αρμοδίων με ~ την οικονομική κρίση. Η υπόθεση της ταινίας εκτυλίσσεται με ~ τον Εμφύλιο. Πβ. σκηνικό.φόντα (τα) (προφ.): απαιτούμενες ικανότητες ή δεξιότητες· προσόντα: Διαθέτει/δεν έχει τα ~ για τη θέση του .../(για) να φτάσει ψηλά.|| Η διοργάνωση έχει όλα τα ~ (= τα εχέγγυα, τις προδιαγραφές, τις προϋποθέσεις, την υποδομή), για να πετύχει. [< ιταλ. fondo]
55205φοξ-τεριέφοξ τε-ριέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ράτσα μικρόσωμων σκύλων με λείο ή σκληρό τρίχωμα, συνήθ. λευκό με σκουρόχρωμες κηλίδες, χαρακτηριστική μακρόστενη μουσούδα και αναδιπλωμένα αυτιά. Βλ. μπουλ-τεριέ. [< αγγλ. fox-terrier]
55206φοξ-τροτουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κυρ. παλαιότ.): ΜΟΥΣ. αμερικανικός χορός για ζευγάρια, δημοφιλής και στην Ευρώπη, που συνδυάζει αργά και γρήγορα βήματα στον ρυθμό του ράγκταϊμ· συνεκδ. η αντίστοιχη μουσική σύνθεση. [< αμερικ. fox-trot, 1915, γαλλ. ~, 1919]
55207φορουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) επιθετικός ή (στο μπάσκετ) παίκτης που αγωνίζεται κοντά στο καλάθι· η αντίστοιχη θέση: αναπληρωματικός ~. Βλ. μπακ, σέντερ φορ, χαφ.|| Παίζει ως ~. Βλ. πάουερ φόργουορντ. [< αγγλ. fore]
55208φοράφο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. η χρονική στιγμή ή περίοδος κατά την οποία συμβαίνει κάτι: Προσπάθησε μόνο μία ~ (= άπαξ). Δοκίμασε έστω για μία ~. Χτυπήθηκαν για άλλη/ακόμα μία ~ από τον σεισμό. Ήταν η πρώτη/τελευταία ~ που τον είδα. Πόσες ~ές την εβδομάδα/τον μήνα ...; Γίνεται έλεγχος τρεις ή/με τέσσερις ~ές ημερησίως/τον χρόνο. Ρώτα με όσες ~ές θες. Ο τοίχος περάστηκε δύο ~ές (: βάφτηκε δύο χέρια).|| Αυτή τη ~ το εννοώ. Την άλλη/επόμενη ~, θα κεράσω εγώ. Ούτε μία ~ (= ποτέ) δεν σε κορόιδεψα. Είσαι πιο όμορφη από κάθε άλλη ~. (προειδοποιητικά:) Να μάθεις άλλη ~ (= στο μέλλον) να είσαι πιο προσεκτικός. Ούτε την άλλη/προηγούμενη ~ (πβ. τις προάλλες) είπα τίποτα. Πίνει πέντε ποτήρια κρασί τη ~ (= κάθε ~). Μερικές/ορισμένες ~ές, θυμώνει πολύ. Έχω απογοητευτεί πολλές ~ές (= πολλάκις). Τις περισσότερες ~ές (= συνήθως) λείπει. Είναι ~ές που δεν θέλω να βλέπω κανέναν. Πβ. περίπτωση, περίσταση. 2. (επιστ.) κατεύθυνση: αρνητική/θετική ~ (άξονα). Η ~ του διανύσματος. Με αντίθετη ~.|| (ΦΥΣ.) Η ~ του ρεύματος/της ταχύτητας.|| Η ~ του αέρα/του ποταμού (πβ. ρους). Κατά τη ~ των δεικτών του ρολογιού. Πβ. διεύθυνση, κίνηση.|| (μτφ.) Σε πτωτική ~ (= πορεία) οι αγορές (πβ. τροχιά). Κατά τη (φυσική) ~ (= εξέλιξη) των πραγμάτων. 3. ΑΘΛ. (επίσ.) φόρα: άλμα άνευ ~άς/χωρίς ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάδρομη πορεία/κίνηση/τροχιά/φορά βλ. ανάδρομος ● ΦΡ.: ... φορές 1. (προηγείται απόλ. αριθμητ. και ακολουθεί συγκρ. βαθμός επιθ.) σε σύγκριση: Πλανήτης που είναι δύο ~ μεγαλύτερος από τη Γη.|| (εμφατ.) Είμαστε δέκα ~ (= πολύ) καλύτεροί τους. 2. (προφ., σε πράξη πολλαπλασιασμού) επί: Δύο ~ το τρία μας κάνει έξι., για τελευταία φορά (προφ.): ως έντονη ή αυστηρή προειδοποίηση: Θα σου το πω ~ ~· μην τολμήσεις να ξανάρθεις! Θα το επαναλάβω ~ ~!, καμιά φορά (προφ.): πότε πότε, κάπου κάπου: ~ ~ βοηθά, ~ ~ όχι. Τον σκέφτομαι ~ ~. Έρχεται ~ ~ και μας βλέπει. Η πραγματικότητα, ~ ~, ξεπερνά τη φαντασία. Πβ. ενίοτε, ώρες ώρες.|| (Δεν) σκέφτηκες ~ ~ (= ποτέ) να τα παρατήσεις;, μια φορά (προφ.) 1. κάποτε: ~ ~ την είχα συναντήσει τυχαία στον δρόμο. ~ ~ άκουσα/θυμάμαι ... Πβ. ένα φεγγάρι. 2. πάντως: Εγώ ~ ~ ούτε που το πρόσεξα., χίλιες/εκατό φορές (εμφατ.): πάρα πολλές φορές, πολύ συχνά: Σου το 'χω πει ~ ~ (= επανειλημμένα).|| Είσαι ~ ~ ανώτερός του., (μια) άλλη φορά βλ. άλλος, για δεύτερη φορά βλ. δεύτερος, για πρώτη φορά βλ. πρώτος, για χιλιοστή/πολλοστή/μυριοστή φορά βλ. χιλιοστός, είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που ... βλ. τελευταίος, κάθε φορά βλ. κάθε, κάθε φορά που βλ. κάθε, μια φορά κι έναν καιρό ... βλ. καιρός, του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου βλ. παιδί [< αρχ. φορά ‘κίνηση, ορμή’]
55209φόρα1φό-ρα ουσ. (θηλ.): μεγάλη δύναμη, ταχύτητα, ορμή: Το αυτοκίνητο έπεσε με ~ στον τοίχο. Ερχόταν με ~ καταπάνω μας (πβ. φούρια).|| (ΑΘΛ.) Άλμα με ~. Έριξε με ~ το ακόντιο. Εκτέλεσε χωρίς ~ το πέναλτι.|| (μτφ.) Η τεχνολογία έχει μπει με ~ στη ζωή μας. ● ΦΡ.: κόβω τη φόρα/τον αέρα/το(ν) βήχα (σε κάποιον) (μτφ.-προφ.): τον αποθαρρύνω ή του προβάλλω εμπόδια: Πήγε να της ζητήσει βοήθεια, αλλά του ~ψε αμέσως ~/του ~ψε ~ μια και καλή. ΣΥΝ. κόβω/ψαλιδίζω τα φτερά κάποιου, παίρνω φόρα 1. αναπτύσσω ταχύτητα: Πήρε ~ και πέταξε το ακόντιο. Πάρε ~ και πήδα!|| (μτφ.) Τώρα που πήρε ~, ποιος τον πιάνει. Ήταν να μην πάρει ~. 2. (μτφ.) αρχίζω την πολυλογία, με πιάνει λογοδιάρροια: Σταμάτα, γιατί πολλή ~ πήρες. [< αρχ. φορά με μετακίνηση του τόνου]
55210φόρα2φό-ρα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (προφ., ως επίρρ.): ενώπιον του κόσμου, δημόσια· κυρ. στις ● ΦΡ.: βγάζω/βγαίνουν (τα άπλυτα κάποιου) στη φόρα: σε περιπτώσεις αποκάλυψης αξιόμεμπτων πράξεων, ένοχων μυστικών: Τώρα που βγήκαν τ' άπλυτά του ~, δεν έχει πού να κρυφτεί., βγαίνει στη φόρα: αποκαλύπτεται: Η αλήθεια βγήκε ~. Πβ. βγαίνει/έρχεται στην επιφάνεια. ΣΥΝ. βγαίνει στον αφρό, φάτσα φόρα 1. ακριβώς μπροστά, σε πολύ εμφανή θέση: Μας είδε ~ ~ μπροστά της. ~ ~ στο εξώφυλλο έχει τη φωτογραφία του. 2. ξεκάθαρα: Του τα είπε ~ ~., φόρα παρτίδα: δημόσια: Έβγαλε ~ ~ τα προσωπικά του στο διαδίκτυο. [< ιταλ. fora]
55211φοράδαφο-ρά-δα ουσ. (θηλ.) 1. θηλυκό άλογο. 2. (μτφ.-μειωτ.) μεγαλόσωμη συνήθ. γυναίκα που φέρεται με αγένεια. Πβ. αλόγα. Βλ. γαϊδούρα. ● Υποκ.: φοραδίτσα & (σπάν.) φοραδούλα (η) ● ΦΡ.: χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι βλ. χέζω [< μεσν. φοράδα < μτγν. φοράς, φορβάς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.