| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55212 | φορατζής | φο-ρα-τζής ουσ. (αρσ.) (παρωχ.-λαϊκό): πρόσωπο που συγκέντρωνε φόρους γεωργικής παραγωγής ή τέλη διέλευσης από είσοδο πόλης ή λιμενικούς δασμούς· κατ' επέκτ. φοροεισπράκτορας. | |
| 55213 | φοράω | βλ. φορώ | |
| 55214 | φορβειά | φορ-βει-ά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καπίστρι. [< αρχ. φορβειά] | |
| 55215 | φορβή | φορ-βή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): χόρτα, όπως άχυρο ή σανός, τα οποία χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφή κυρ. ιπποειδών. ΣΥΝ. βοσκή (2), νομή (2), ταγή, χορτονομή [< αρχ. φορβή] | |
| 55216 | φορέας | φο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) {φορ-έα | -είς, -έων} 1. (επίσ.) ομάδα προσώπων, οργανισμός ή υπηρεσία που αναπτύσσει δραστηριότητα σε συγκεκριμένο χώρο: αθλητικός/αναγνωρισμένος/ανάδοχος/αναπτυξιακός/ανεξάρτητος/ασφαλιστικός/εθνικός/εκπαιδευτικός/εξεταστικός/επενδυτικός/επίσημος/ερευνητικός/ευρωπαϊκός/ιδιωτικός/κεντρικός/κρατικός/οικονομικός/συντονιστικός/υπεύθυνος ~. Διαπιστευμένοι/διεθνείς/ελληνικοί/εμπλεκόμενοι/ενδιαφερόμενοι/εποπτευόμενοι/καλλιτεχνικοί/κοινωνικοί/ξένοι/περιβαλλοντικοί/πολιτικοί (βλ. κόμμα)/πολιτιστικοί/συγκοινωνιακοί/συμμετέχοντες/συνεργαζόμενοι/τεχνολογικοί/τηλεπικοινωνιακοί/τοπικοί ~είς. ~ ανάπτυξης και ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας/απασχόλησης/δημοσίων σχέσεων/διαχείρισης/διοργάνωσης/παροχής υπηρεσιών. ~ εκτέλεσης/υλοποίησης/χρηματοδότησης ενός έργου. Ίδρυση/σύσταση ~α. Νέες θέσεις και ειδικότητες ανά ~α. ~είς λήψης αποφάσεων/πιστοποίησης. ~είς του Δημοσίου/της ναυτιλίας/του τουρισμού (= τουριστικοί ~είς). Συνάντηση ~έων. Απευθυνθείτε στον αρμόδιο ~α.|| ~είς κοινωνικοποίησης (= θεσμοί, παράγοντες· βλ. οικογένεια, σχολείο, θρησκεία, κράτος). 2. (λόγ.) αυτός που διαθέτει, μεταδίδει ή μεταφέρει κάτι: ~ δημοκρατίας/ιδεών/νοήματος/πολιτισμού. ~είς της εξουσίας. Πβ. κάτοχος.|| (ΙΑΤΡ.) (για πρόσ., οροθετικός:) ~ του έιτζ/του ιού/της νόσου (: χωρίς να έχει εκδηλώσει συμπτώματα· βλ. ξενιστής.). ~είς μικροβίων (π.χ. ζώα).|| Το υδρογόνο ως ενεργειακός ~. Βλ. μετα~, υδρο~.|| (ΜΑΘ.) ~ του διανύσματος (: η ευθεία επί της οποίας βρίσκονται τα άκρα ενός μη μηδενικού διανύσματος). 3. ΤΕΧΝΟΛ. κατασκευή ή μηχανισμός για τη μεταφορά φορτίων: ξύλινος ~. Μεταλλικοί ~είς. [< πβ. αρχ. φορεύς 'μεταφορέας, κουβαλητής' 1: γαλλ. acteur, opérateur 2: γαλλ. porteur, vecteur 3: γερμ. Träger] | |
| 55217 | Φόρεϊν Όφις | Φό-ρε-ϊν Ό-φις ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών: αρχεία/έκθεση του ~ ~. Το ~ ~ εξέδωσε ανακοίνωση/οδηγία. [< αγγλ. Foreign Office] | |
| 55218 | φορείο | [φορεῖο] φο-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): ειδικό φορητό κρεβάτι για τη μεταφορά κυρ. ασθενή ή τραυματία· κατ' επέκτ. μηχάνημα ή εξάρτημα μεταφοράς αντικειμένων: αυτοσχέδιο/πτυσσόμενο/τροχήλατο ~. ~ διάσωσης/με ιμάντες ασφαλείας. Μεταφέρθηκε στο ασθενοφόρο/χειρουργείο με/πάνω σε ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Ανυψωτικά ~α. [< μτγν. φορεῖον ‘φορητό ανάκλιντρο’] | |
| 55219 | φόρεμα | φό-ρε-μα ουσ. (ουδ.) {φορέμ-ατος | -ατα} 1. γυναικείο μονοκόμματο ρούχο που καλύπτει το σώμα: αμάνικο/αμπιγιέ/αμπίρ/βαμβακερό/βελούδινο/βραδινό/δαντελωτό/δερμάτινο/διαφανές/ελαστικό/εμπριμέ/έξωμο/εξώπλατο/επίσημο (βλ. εσθήτα, τουαλέτα)/εφαρμοστό/καθημερινό/καλοκαιρινό/κεντημένο/κοκτέιλ/κομψό/κοντό/κρουαζέ/λινό/μακό/μακρύ/μάξι/μαύρο/μεταξωτό/μίνι/μίντι/ντραπέ/νυφικό/παστέλ/πλισέ/πουά/ριχτό (βλ. καμιζόλα, καφτάνι)/σατέν/σιθρού/σικ/στράπλες/φαρδύ (βλ. τουνίκ)/φλοράλ ~. ~ για βάπτιση/γάμο. ~ εγκυμοσύνης/μπαλούν/ντε πιες. ~-μπλούζα (= μπλουζο~)/-πουλόβερ (βλ. μπλουζόν). ~ με ζώνη/ντεκολτέ/παγιέτες/πούλιες/σούρες/τιράντες/φερμουάρ. ~ από μουσελίνα/οργαντίνα/ταφτά. Βλ. ένδυμα, φούστα. ΣΥΝ. φουστάνι 2. (προφ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φορώ: ~ των παπουτσιών/της στολής. ● Υποκ.: φορεματάκι (το): στη σημ. 1. [< μτγν. φόρεμα] | |
| 55220 | φορεσιά | φο-ρε-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ενδυμασία, στολή: ανδρική/αποκριάτικη/γιορτινή/γυναικεία/νυφική ~. Λαϊκές/παραδοσιακές/τοπικές ~ιές. ΣΥΝ. περιβολή [< μεσν. φορεσία, φορεσιά] | |
| 55221 | φορετός | , ή, ό φο-ρε-τός επίθ.: που μπορεί να φορεθεί: ~ή: ζώνη. ~ό: περικάρπιο.|| ~ά: καλύμματα (σαλονιού). ● επίρρ.: φορετά | |
| 55222 | φορητός | , ή, ό φο-ρη-τός επίθ.: (συνήθ. για μικρό και ελαφρύ αντικείμενο) που μπορεί να μεταφερθεί εύκολα: ~ός: ασύρματος/εκτυπωτής/μηχανισμός/οπλισμός/πάγκος/πυροσβεστήρας. ~ή: βιντεοκάμερα/θήκη (σιντί)/κονσόλα (παιχνιδιών)/τηλεόραση. ~ό: ηχοσύστημα/κλιματιστικό/σύστημα πλοήγησης (= τζι πι ες)/τηλέφωνο (βλ. ασύρματο)/ψυγείο. Εξωτερικός ~ σκληρός δίσκος. Πβ. μετακινήσιμος.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ές: εικόνες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: λογισμικό (: που λειτουργεί χωρίς εγκατάσταση). ● ΣΥΜΠΛ.: φορητή βιβλιοθήκη βλ. βιβλιοθήκη, φορητός (ηλεκτρονικός) υπολογιστής βλ. υπολογιστής [< μτγν. φορητός, αγγλ.-γαλλ. portable] | |
| 55223 | φορητότητα | φο-ρη-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΗΛΕΠ. δυνατότητα που παρέχεται στους συνδρομητές σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας να επιλέξουν διαφορετικό τηλεπικοινωνιακό πάροχο, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουν τηλεφωνικό αριθμό: αίτηση ~ας. Βλ. ΕΒΔΑΦ. 2. (επίσ.) η ιδιότητα του φορητού· δυνατότητα μεταφοράς: Νέο μοντέλο ηχείων που προσφέρει ~ και ευελιξία. Βλ. -ότητα. 3. ΠΛΗΡΟΦ. η δυνατότητα ενός προγράμματος να εκτελεστεί σε διαφορετικού τύπου υπολογιστές, χωρίς να μετατραπεί σε διαφορετική γλώσσα. [< αγγλ. portability, γαλλ. portabilité, 1973] | |
| 55225 | φορμά | βλ. φορμάτ | |
| 55226 | φόρμα | φόρ-μα ουσ. (θηλ.) 1. άνετο ρούχο που αποτελείται από παντελόνι και μπλούζα ή είναι ολόσωμο: βαμβακερή ~. ~ γυμναστικής/εφίδρωσης. ~ και αθλητικά.|| Αγωνιστική/(για μοτοσικλετιστή:) δερμάτινη ~. ~ του σκι. ~-πιτζάμα/-σορτς. ~ αδυνατίσματος/εργασίας (π.χ. για τεχνίτες). ~ με τιράντες (βλ. σαλοπέτα). 2. ΠΛΗΡΟΦ. παράθυρο στο οποίο εμφανίζονται εγγραφές ενός ή περισσότερων πινάκων μιας βάσης δεδομένων· συνήθ. ηλεκτρονικό έντυπο με στοιχεία τα οποία υποδεικνύουν τις θέσεις που συμπληρώνονται με συγκεκριμένες πληροφορίες: αναλυτική/ειδική/ηλεκτρονική/συνημμένη/τυποποιημένη ~. ~ αίτησης/αλληλογραφίας/αναζήτησης/ανάκτησης (κωδικού πρόσβασης)/αξιολόγησης/βιογραφικού/δήλωσης ενδιαφέροντος/εγγραφής (νέου μέλους)/εξουσιοδότησης/επικοινωνίας/καταχώρισης στοιχείων/κράτησης (σε ξενοδοχείο)/παραγγελίας/συμμετοχής (σε συνέδριο)/συνεργασίας/συστατικής επιστολής/υποβολής (παραπόνων/περιλήψεων). Άνοιγμα/δημιουργία/συμπλήρωση και αποστολή (της) ~ας. Τα πεδία μιας ~ας. 3. καλή σωματική ή/και ψυχολογική κατάσταση: Διατηρώ/χάνω τη ~ μου. (για αθλητή:) Διανύει περίοδο ~ας. Είναι εκτός ~ας (= αφορμάριστος, ντεφορμέ). (εμφατ.) Η ομάδα είναι σε καλή/μεγάλη ~ (= πετάει). Βρίσκεται σε θαυμάσια ~. Πβ. φίτνες. 4. σκεύος που χρησιμοποιείται ως καλούπι: (για την παρασκευή γλυκών, φαγητών) βουτυρωμένη/μακρόστενη/στρογγυλή ~. Αντικολλητικές ~ες (ψησίματος). ~ ψωμιού. ~ από σιλικόνη. Βγάζουμε το κέικ από τη ~ (= ξεφορμάρουμε).|| Πλαστική ~ εγχύσεων (πβ. εκμαγείο). Ξύλινη ~ υποδημάτων (βλ. καλαπόδι). 5. μορφή, σχήμα: ανθρώπινες/αφηρημένες/γεωμετρικές ~ες. Βλ. φιγούρα.|| Ρούχο σε μοντέρνα ~ (= γραμμή). || (ΛΟΓΟΤ.) αφηγηματική ~. 6. ΜΟΥΣ. η βασική δομή σύνθεσης: ~ σονάτας. Βλ. ρόντο. 7. κομμωτική τεχνική με την οποία τα μαλλιά γίνονται και παραμένουν ελαφρώς σπαστά για λίγους μήνες. Βλ. ισιωτική, περμανάντ. ● Υποκ.: φορμάκι (το) 1. κυρ. στη σημ. 4. Βλ. κουπ-πατ. 2. ένδυμα συνήθ. για μωρά ή παιδιά: βρεφικό/παιδικό/ροζ ~ (πβ. κορμάκι). ~ ύπνου (πβ. πιτζαμάκι)., φορμίτσα & φορμούλα (η): στις σημ. 1,4. [< ιταλ. forma, γαλλ. forme] | |
| 55227 | φορμαέλα | φορ-μα-έ-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό τυρί, που τρώγεται κυρ. ψητό ή τηγανητό: ~ Αράχωβας Παρνασσού. (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ σαγανάκι. Βλ. ΠΟΠ. [< ιταλ. formaggella] | |
| 55228 | φορμάικα | φορ-μά-ι-κα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συνθετικό υλικό από ρητίνη, ανθεκτικό και πολύ λεπτό, που τοποθετείται ως επένδυση σε έπιπλα: καρέκλες/πάγκοι/πόρτες/τραπέζια από ~. Βλ. πλακάζ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Formica, 1922, γαλλ. ~. 1950] | |
| 55229 | φορμαλδεΰδη | φορ-μαλ-δε-ΰ-δη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. άχρωμο, εύφλεκτο και πολύ τοξικό αέριο (σύμβ. CH2O) που χρησιμοποιείται κυρ. ως συντηρητικό, απολυμαντικό και αντισηπτικό ή στη σύνθεση άλλων χημικών: διάλυμα/συγκεντρώσεις ~ης. Βλ. μελαμίνη, φορμόλη. ΣΥΝ. μεθανάλη [< γαλλ. formaldéhyde] | |
| 55230 | φορμαλισμός | φορ-μα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (τέλη 19ου-αρχές του 20ού αι.) ρεύμα που έδινε έμφαση στην καλλιτεχνική μορφή, τη δομή ενός έργου έναντι του ιδεολογικού ή κοινωνιολογικού του περιεχομένου: ρωσικός ~. Βλ. θεωρία της λογοτεχνίας. 2. (επιστ.) αντίληψη κατά την οποία η μορφή προέχει του περιεχομένου: μαθηματικός ~. Βλ. λογικισμός. 3. (γενικότ.) προσήλωση στους τύπους: Στον τρόπο σκέψης του κυριαρχεί ο ~. Πβ. σχολαστικότητα, τυπο-κρατία, -λατρία. [< γαλλ. formalisme] | |
| 55231 | φορμαλιστής | φορ-μα-λι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του φορμαλισμού: (ΛΟΓΟΤ.-ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) Οι Ρώσοι ~ές. (ως επίθ.) ~ής: σκηνοθέτης. Πβ. τυπολάτρης. [< γαλλ. formaliste] | |
| 55232 | φορμαλιστικός | , ή, ό φορ-μα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φορμαλισμό ή τον φορμαλιστή: ~ή: λογική/προσέγγιση.|| ~ή: διδασκαλία. Πβ. σχολαστ-, τυπολατρ-ικός. ● επίρρ.: φορμαλιστικά [< αγγλ. formalistic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ