| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55203 | φοντί | φο-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΑΓΕΙΡ. ελβετική σπεσιαλιτέ με λιωμένα τυριά, λευκό κρασί και αρωματικό ποτό, που σερβίρεται μέσα σε ειδικό πυρίμαχο σκεύος, στο οποίο οι συνδαιτυμόνες βουτούν, με μακρόστενα πιρουνάκια, μικρά κομμάτια ψωμιού ή φρούτων: παραλλαγή του ~ (: τηγανητό κρέας με διάφορες σάλτσες). Γλυκό ~ (: με λιωμένη σοκολάτα και λικέρ· συνοδεύεται με μπισκότα, κομμάτια κέικ ή φρούτα). 2. ΚΙΝΗΜ. οπτικό εφέ με το οποίο το πλάνο σβήνει, χάνεται σταδιακά και εμφανίζεται το επόμενο. [< 1: γαλλ. fondue 2: γαλλ. fondu, 1908] | |
| 55204 | φόντο | φό-ντο ουσ. (ουδ.) 1. οτιδήποτε βρίσκεται στο βάθος μιας εικόνας, πίσω από το κεντρικό θέμα: το ~ του πίνακα/της φωτογραφίας. Ζωγραφιά σε λευκό/μαύρο ~. Πβ. μπακγκράουντ. Βλ. σε πρώτο/δεύτερο πλάνο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ επιφάνειας εργασίας (βλ. ταπετσαρία). Αλλαγή του ~ου της σελίδας.|| (κατ' επέκτ.) Σπίτι με ~ (= θέα) το βουνό. 2. (μτφ.) το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει κάτι: σύσκεψη αρμοδίων με ~ την οικονομική κρίση. Η υπόθεση της ταινίας εκτυλίσσεται με ~ τον Εμφύλιο. Πβ. σκηνικό. ● φόντα (τα) (προφ.): απαιτούμενες ικανότητες ή δεξιότητες· προσόντα: Διαθέτει/δεν έχει τα ~ για τη θέση του .../(για) να φτάσει ψηλά.|| Η διοργάνωση έχει όλα τα ~ (= τα εχέγγυα, τις προδιαγραφές, τις προϋποθέσεις, την υποδομή), για να πετύχει. [< ιταλ. fondo] | |
| 55205 | φοξ-τεριέ | φοξ τε-ριέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ράτσα μικρόσωμων σκύλων με λείο ή σκληρό τρίχωμα, συνήθ. λευκό με σκουρόχρωμες κηλίδες, χαρακτηριστική μακρόστενη μουσούδα και αναδιπλωμένα αυτιά. Βλ. μπουλ-τεριέ. [< αγγλ. fox-terrier] | |
| 55206 | φοξ-τροτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κυρ. παλαιότ.): ΜΟΥΣ. αμερικανικός χορός για ζευγάρια, δημοφιλής και στην Ευρώπη, που συνδυάζει αργά και γρήγορα βήματα στον ρυθμό του ράγκταϊμ· συνεκδ. η αντίστοιχη μουσική σύνθεση. [< αμερικ. fox-trot, 1915, γαλλ. ~, 1919] | |
| 55207 | φορ | ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) επιθετικός ή (στο μπάσκετ) παίκτης που αγωνίζεται κοντά στο καλάθι· η αντίστοιχη θέση: αναπληρωματικός ~. Βλ. μπακ, σέντερ φορ, χαφ.|| Παίζει ως ~. Βλ. πάουερ φόργουορντ. [< αγγλ. fore] | |
| 55208 | φορά | φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. η χρονική στιγμή ή περίοδος κατά την οποία συμβαίνει κάτι: Προσπάθησε μόνο μία ~ (= άπαξ). Δοκίμασε έστω για μία ~. Χτυπήθηκαν για άλλη/ακόμα μία ~ από τον σεισμό. Ήταν η πρώτη/τελευταία ~ που τον είδα. Πόσες ~ές την εβδομάδα/τον μήνα ...; Γίνεται έλεγχος τρεις ή/με τέσσερις ~ές ημερησίως/τον χρόνο. Ρώτα με όσες ~ές θες. Ο τοίχος περάστηκε δύο ~ές (: βάφτηκε δύο χέρια).|| Αυτή τη ~ το εννοώ. Την άλλη/επόμενη ~, θα κεράσω εγώ. Ούτε μία ~ (= ποτέ) δεν σε κορόιδεψα. Είσαι πιο όμορφη από κάθε άλλη ~. (προειδοποιητικά:) Να μάθεις άλλη ~ (= στο μέλλον) να είσαι πιο προσεκτικός. Ούτε την άλλη/προηγούμενη ~ (πβ. τις προάλλες) είπα τίποτα. Πίνει πέντε ποτήρια κρασί τη ~ (= κάθε ~). Μερικές/ορισμένες ~ές, θυμώνει πολύ. Έχω απογοητευτεί πολλές ~ές (= πολλάκις). Τις περισσότερες ~ές (= συνήθως) λείπει. Είναι ~ές που δεν θέλω να βλέπω κανέναν. Πβ. περίπτωση, περίσταση. 2. (επιστ.) κατεύθυνση: αρνητική/θετική ~ (άξονα). Η ~ του διανύσματος. Με αντίθετη ~.|| (ΦΥΣ.) Η ~ του ρεύματος/της ταχύτητας.|| Η ~ του αέρα/του ποταμού (πβ. ρους). Κατά τη ~ των δεικτών του ρολογιού. Πβ. διεύθυνση, κίνηση.|| (μτφ.) Σε πτωτική ~ (= πορεία) οι αγορές (πβ. τροχιά). Κατά τη (φυσική) ~ (= εξέλιξη) των πραγμάτων. 3. ΑΘΛ. (επίσ.) φόρα: άλμα άνευ ~άς/χωρίς ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάδρομη πορεία/κίνηση/τροχιά/φορά βλ. ανάδρομος ● ΦΡ.: ... φορές 1. (προηγείται απόλ. αριθμητ. και ακολουθεί συγκρ. βαθμός επιθ.) σε σύγκριση: Πλανήτης που είναι δύο ~ μεγαλύτερος από τη Γη.|| (εμφατ.) Είμαστε δέκα ~ (= πολύ) καλύτεροί τους. 2. (προφ., σε πράξη πολλαπλασιασμού) επί: Δύο ~ το τρία μας κάνει έξι., για τελευταία φορά (προφ.): ως έντονη ή αυστηρή προειδοποίηση: Θα σου το πω ~ ~· μην τολμήσεις να ξανάρθεις! Θα το επαναλάβω ~ ~!, καμιά φορά (προφ.): πότε πότε, κάπου κάπου: ~ ~ βοηθά, ~ ~ όχι. Τον σκέφτομαι ~ ~. Έρχεται ~ ~ και μας βλέπει. Η πραγματικότητα, ~ ~, ξεπερνά τη φαντασία. Πβ. ενίοτε, ώρες ώρες.|| (Δεν) σκέφτηκες ~ ~ (= ποτέ) να τα παρατήσεις;, μια φορά (προφ.) 1. κάποτε: ~ ~ την είχα συναντήσει τυχαία στον δρόμο. ~ ~ άκουσα/θυμάμαι ... Πβ. ένα φεγγάρι. 2. πάντως: Εγώ ~ ~ ούτε που το πρόσεξα., χίλιες/εκατό φορές (εμφατ.): πάρα πολλές φορές, πολύ συχνά: Σου το 'χω πει ~ ~ (= επανειλημμένα).|| Είσαι ~ ~ ανώτερός του., (μια) άλλη φορά βλ. άλλος, για δεύτερη φορά βλ. δεύτερος, για πρώτη φορά βλ. πρώτος, για χιλιοστή/πολλοστή/μυριοστή φορά βλ. χιλιοστός, είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που ... βλ. τελευταίος, κάθε φορά βλ. κάθε, κάθε φορά που βλ. κάθε, μια φορά κι έναν καιρό ... βλ. καιρός, του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου βλ. παιδί [< αρχ. φορά ‘κίνηση, ορμή’] | |
| 55209 | φόρα1 | φό-ρα ουσ. (θηλ.): μεγάλη δύναμη, ταχύτητα, ορμή: Το αυτοκίνητο έπεσε με ~ στον τοίχο. Ερχόταν με ~ καταπάνω μας (πβ. φούρια).|| (ΑΘΛ.) Άλμα με ~. Έριξε με ~ το ακόντιο. Εκτέλεσε χωρίς ~ το πέναλτι.|| (μτφ.) Η τεχνολογία έχει μπει με ~ στη ζωή μας. ● ΦΡ.: κόβω τη φόρα/τον αέρα/το(ν) βήχα (σε κάποιον) (μτφ.-προφ.): τον αποθαρρύνω ή του προβάλλω εμπόδια: Πήγε να της ζητήσει βοήθεια, αλλά του ~ψε αμέσως ~/του ~ψε ~ μια και καλή. ΣΥΝ. κόβω/ψαλιδίζω τα φτερά κάποιου, παίρνω φόρα 1. αναπτύσσω ταχύτητα: Πήρε ~ και πέταξε το ακόντιο. Πάρε ~ και πήδα!|| (μτφ.) Τώρα που πήρε ~, ποιος τον πιάνει. Ήταν να μην πάρει ~. 2. (μτφ.) αρχίζω την πολυλογία, με πιάνει λογοδιάρροια: Σταμάτα, γιατί πολλή ~ πήρες. [< αρχ. φορά με μετακίνηση του τόνου] | |
| 55210 | φόρα2 | φό-ρα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (προφ., ως επίρρ.): ενώπιον του κόσμου, δημόσια· κυρ. στις ● ΦΡ.: βγάζω/βγαίνουν (τα άπλυτα κάποιου) στη φόρα: σε περιπτώσεις αποκάλυψης αξιόμεμπτων πράξεων, ένοχων μυστικών: Τώρα που βγήκαν τ' άπλυτά του ~, δεν έχει πού να κρυφτεί., βγαίνει στη φόρα: αποκαλύπτεται: Η αλήθεια βγήκε ~. Πβ. βγαίνει/έρχεται στην επιφάνεια. ΣΥΝ. βγαίνει στον αφρό, φάτσα φόρα 1. ακριβώς μπροστά, σε πολύ εμφανή θέση: Μας είδε ~ ~ μπροστά της. ~ ~ στο εξώφυλλο έχει τη φωτογραφία του. 2. ξεκάθαρα: Του τα είπε ~ ~., φόρα παρτίδα: δημόσια: Έβγαλε ~ ~ τα προσωπικά του στο διαδίκτυο. [< ιταλ. fora] | |
| 55211 | φοράδα | φο-ρά-δα ουσ. (θηλ.) 1. θηλυκό άλογο. 2. (μτφ.-μειωτ.) μεγαλόσωμη συνήθ. γυναίκα που φέρεται με αγένεια. Πβ. αλόγα. Βλ. γαϊδούρα. ● Υποκ.: φοραδίτσα & (σπάν.) φοραδούλα (η) ● ΦΡ.: χέστηκε η φοράδα στ' αλώνι βλ. χέζω [< μεσν. φοράδα < μτγν. φοράς, φορβάς] | |
| 55212 | φορατζής | φο-ρα-τζής ουσ. (αρσ.) (παρωχ.-λαϊκό): πρόσωπο που συγκέντρωνε φόρους γεωργικής παραγωγής ή τέλη διέλευσης από είσοδο πόλης ή λιμενικούς δασμούς· κατ' επέκτ. φοροεισπράκτορας. | |
| 55213 | φοράω | βλ. φορώ | |
| 55214 | φορβειά | φορ-βει-ά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καπίστρι. [< αρχ. φορβειά] | |
| 55215 | φορβή | φορ-βή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): χόρτα, όπως άχυρο ή σανός, τα οποία χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφή κυρ. ιπποειδών. ΣΥΝ. βοσκή (2), νομή (2), ταγή, χορτονομή [< αρχ. φορβή] | |
| 55216 | φορέας | φο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) {φορ-έα | -είς, -έων} 1. (επίσ.) ομάδα προσώπων, οργανισμός ή υπηρεσία που αναπτύσσει δραστηριότητα σε συγκεκριμένο χώρο: αθλητικός/αναγνωρισμένος/ανάδοχος/αναπτυξιακός/ανεξάρτητος/ασφαλιστικός/εθνικός/εκπαιδευτικός/εξεταστικός/επενδυτικός/επίσημος/ερευνητικός/ευρωπαϊκός/ιδιωτικός/κεντρικός/κρατικός/οικονομικός/συντονιστικός/υπεύθυνος ~. Διαπιστευμένοι/διεθνείς/ελληνικοί/εμπλεκόμενοι/ενδιαφερόμενοι/εποπτευόμενοι/καλλιτεχνικοί/κοινωνικοί/ξένοι/περιβαλλοντικοί/πολιτικοί (βλ. κόμμα)/πολιτιστικοί/συγκοινωνιακοί/συμμετέχοντες/συνεργαζόμενοι/τεχνολογικοί/τηλεπικοινωνιακοί/τοπικοί ~είς. ~ ανάπτυξης και ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας/απασχόλησης/δημοσίων σχέσεων/διαχείρισης/διοργάνωσης/παροχής υπηρεσιών. ~ εκτέλεσης/υλοποίησης/χρηματοδότησης ενός έργου. Ίδρυση/σύσταση ~α. Νέες θέσεις και ειδικότητες ανά ~α. ~είς λήψης αποφάσεων/πιστοποίησης. ~είς του Δημοσίου/της ναυτιλίας/του τουρισμού (= τουριστικοί ~είς). Συνάντηση ~έων. Απευθυνθείτε στον αρμόδιο ~α.|| ~είς κοινωνικοποίησης (= θεσμοί, παράγοντες· βλ. οικογένεια, σχολείο, θρησκεία, κράτος). 2. (λόγ.) αυτός που διαθέτει, μεταδίδει ή μεταφέρει κάτι: ~ δημοκρατίας/ιδεών/νοήματος/πολιτισμού. ~είς της εξουσίας. Πβ. κάτοχος.|| (ΙΑΤΡ.) (για πρόσ., οροθετικός:) ~ του έιτζ/του ιού/της νόσου (: χωρίς να έχει εκδηλώσει συμπτώματα· βλ. ξενιστής.). ~είς μικροβίων (π.χ. ζώα).|| Το υδρογόνο ως ενεργειακός ~. Βλ. μετα~, υδρο~.|| (ΜΑΘ.) ~ του διανύσματος (: η ευθεία επί της οποίας βρίσκονται τα άκρα ενός μη μηδενικού διανύσματος). 3. ΤΕΧΝΟΛ. κατασκευή ή μηχανισμός για τη μεταφορά φορτίων: ξύλινος ~. Μεταλλικοί ~είς. [< πβ. αρχ. φορεύς 'μεταφορέας, κουβαλητής' 1: γαλλ. acteur, opérateur 2: γαλλ. porteur, vecteur 3: γερμ. Träger] | |
| 55217 | Φόρεϊν Όφις | Φό-ρε-ϊν Ό-φις ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών: αρχεία/έκθεση του ~ ~. Το ~ ~ εξέδωσε ανακοίνωση/οδηγία. [< αγγλ. Foreign Office] | |
| 55218 | φορείο | [φορεῖο] φο-ρεί-ο ουσ. (ουδ.): ειδικό φορητό κρεβάτι για τη μεταφορά κυρ. ασθενή ή τραυματία· κατ' επέκτ. μηχάνημα ή εξάρτημα μεταφοράς αντικειμένων: αυτοσχέδιο/πτυσσόμενο/τροχήλατο ~. ~ διάσωσης/με ιμάντες ασφαλείας. Μεταφέρθηκε στο ασθενοφόρο/χειρουργείο με/πάνω σε ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Ανυψωτικά ~α. [< μτγν. φορεῖον ‘φορητό ανάκλιντρο’] | |
| 55219 | φόρεμα | φό-ρε-μα ουσ. (ουδ.) {φορέμ-ατος | -ατα} 1. γυναικείο μονοκόμματο ρούχο που καλύπτει το σώμα: αμάνικο/αμπιγιέ/αμπίρ/βαμβακερό/βελούδινο/βραδινό/δαντελωτό/δερμάτινο/διαφανές/ελαστικό/εμπριμέ/έξωμο/εξώπλατο/επίσημο (βλ. εσθήτα, τουαλέτα)/εφαρμοστό/καθημερινό/καλοκαιρινό/κεντημένο/κοκτέιλ/κομψό/κοντό/κρουαζέ/λινό/μακό/μακρύ/μάξι/μαύρο/μεταξωτό/μίνι/μίντι/ντραπέ/νυφικό/παστέλ/πλισέ/πουά/ριχτό (βλ. καμιζόλα, καφτάνι)/σατέν/σιθρού/σικ/στράπλες/φαρδύ (βλ. τουνίκ)/φλοράλ ~. ~ για βάπτιση/γάμο. ~ εγκυμοσύνης/μπαλούν/ντε πιες. ~-μπλούζα (= μπλουζο~)/-πουλόβερ (βλ. μπλουζόν). ~ με ζώνη/ντεκολτέ/παγιέτες/πούλιες/σούρες/τιράντες/φερμουάρ. ~ από μουσελίνα/οργαντίνα/ταφτά. Βλ. ένδυμα, φούστα. ΣΥΝ. φουστάνι 2. (προφ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φορώ: ~ των παπουτσιών/της στολής. ● Υποκ.: φορεματάκι (το): στη σημ. 1. [< μτγν. φόρεμα] | |
| 55220 | φορεσιά | φο-ρε-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ενδυμασία, στολή: ανδρική/αποκριάτικη/γιορτινή/γυναικεία/νυφική ~. Λαϊκές/παραδοσιακές/τοπικές ~ιές. ΣΥΝ. περιβολή [< μεσν. φορεσία, φορεσιά] | |
| 55221 | φορετός | , ή, ό φο-ρε-τός επίθ.: που μπορεί να φορεθεί: ~ή: ζώνη. ~ό: περικάρπιο.|| ~ά: καλύμματα (σαλονιού). ● επίρρ.: φορετά | |
| 55222 | φορητός | , ή, ό φο-ρη-τός επίθ.: (συνήθ. για μικρό και ελαφρύ αντικείμενο) που μπορεί να μεταφερθεί εύκολα: ~ός: ασύρματος/εκτυπωτής/μηχανισμός/οπλισμός/πάγκος/πυροσβεστήρας. ~ή: βιντεοκάμερα/θήκη (σιντί)/κονσόλα (παιχνιδιών)/τηλεόραση. ~ό: ηχοσύστημα/κλιματιστικό/σύστημα πλοήγησης (= τζι πι ες)/τηλέφωνο (βλ. ασύρματο)/ψυγείο. Εξωτερικός ~ σκληρός δίσκος. Πβ. μετακινήσιμος.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ές: εικόνες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: λογισμικό (: που λειτουργεί χωρίς εγκατάσταση). ● ΣΥΜΠΛ.: φορητή βιβλιοθήκη βλ. βιβλιοθήκη, φορητός (ηλεκτρονικός) υπολογιστής βλ. υπολογιστής [< μτγν. φορητός, αγγλ.-γαλλ. portable] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ