Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [55720-55740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55223φορητότηταφο-ρη-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΗΛΕΠ. δυνατότητα που παρέχεται στους συνδρομητές σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας να επιλέξουν διαφορετικό τηλεπικοινωνιακό πάροχο, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουν τηλεφωνικό αριθμό: αίτηση ~ας. Βλ. ΕΒΔΑΦ. 2. (επίσ.) η ιδιότητα του φορητού· δυνατότητα μεταφοράς: Νέο μοντέλο ηχείων που προσφέρει ~ και ευελιξία. Βλ. -ότητα. 3. ΠΛΗΡΟΦ. η δυνατότητα ενός προγράμματος να εκτελεστεί σε διαφορετικού τύπου υπολογιστές, χωρίς να μετατραπεί σε διαφορετική γλώσσα. [< αγγλ. portability, γαλλ. portabilité, 1973]
55225φορμάβλ. φορμάτ
55226φόρμαφόρ-μα ουσ. (θηλ.) 1. άνετο ρούχο που αποτελείται από παντελόνι και μπλούζα ή είναι ολόσωμο: βαμβακερή ~. ~ γυμναστικής/εφίδρωσης. ~ και αθλητικά.|| Αγωνιστική/(για μοτοσικλετιστή:) δερμάτινη ~. ~ του σκι. ~-πιτζάμα/-σορτς. ~ αδυνατίσματος/εργασίας (π.χ. για τεχνίτες). ~ με τιράντες (βλ. σαλοπέτα). 2. ΠΛΗΡΟΦ. παράθυρο στο οποίο εμφανίζονται εγγραφές ενός ή περισσότερων πινάκων μιας βάσης δεδομένων· συνήθ. ηλεκτρονικό έντυπο με στοιχεία τα οποία υποδεικνύουν τις θέσεις που συμπληρώνονται με συγκεκριμένες πληροφορίες: αναλυτική/ειδική/ηλεκτρονική/συνημμένη/τυποποιημένη ~. ~ αίτησης/αλληλογραφίας/αναζήτησης/ανάκτησης (κωδικού πρόσβασης)/αξιολόγησης/βιογραφικού/δήλωσης ενδιαφέροντος/εγγραφής (νέου μέλους)/εξουσιοδότησης/επικοινωνίας/καταχώρισης στοιχείων/κράτησης (σε ξενοδοχείο)/παραγγελίας/συμμετοχής (σε συνέδριο)/συνεργασίας/συστατικής επιστολής/υποβολής (παραπόνων/περιλήψεων). Άνοιγμα/δημιουργία/συμπλήρωση και αποστολή (της) ~ας. Τα πεδία μιας ~ας. 3. καλή σωματική ή/και ψυχολογική κατάσταση: Διατηρώ/χάνω τη ~ μου. (για αθλητή:) Διανύει περίοδο ~ας. Είναι εκτός ~ας (= αφορμάριστος, ντεφορμέ). (εμφατ.) Η ομάδα είναι σε καλή/μεγάλη ~ (= πετάει). Βρίσκεται σε θαυμάσια ~. Πβ. φίτνες. 4. σκεύος που χρησιμοποιείται ως καλούπι: (για την παρασκευή γλυκών, φαγητών) βουτυρωμένη/μακρόστενη/στρογγυλή ~. Αντικολλητικές ~ες (ψησίματος). ~ ψωμιού. ~ από σιλικόνη. Βγάζουμε το κέικ από τη ~ (= ξεφορμάρουμε).|| Πλαστική ~ εγχύσεων (πβ. εκμαγείο). Ξύλινη ~ υποδημάτων (βλ. καλαπόδι). 5. μορφή, σχήμα: ανθρώπινες/αφηρημένες/γεωμετρικές ~ες. Βλ. φιγούρα.|| Ρούχο σε μοντέρνα ~ (= γραμμή). || (ΛΟΓΟΤ.) αφηγηματική ~. 6. ΜΟΥΣ. η βασική δομή σύνθεσης: ~ σονάτας. Βλ. ρόντο. 7. κομμωτική τεχνική με την οποία τα μαλλιά γίνονται και παραμένουν ελαφρώς σπαστά για λίγους μήνες. Βλ. ισιωτική, περμανάντ. ● Υποκ.: φορμάκι (το) 1. κυρ. στη σημ. 4. Βλ. κουπ-πατ. 2. ένδυμα συνήθ. για μωρά ή παιδιά: βρεφικό/παιδικό/ροζ ~ (πβ. κορμάκι). ~ ύπνου (πβ. πιτζαμάκι)., φορμίτσα & φορμούλα (η): στις σημ. 1,4. [< ιταλ. forma, γαλλ. forme]
55227φορμαέλαφορ-μα-έ-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό τυρί, που τρώγεται κυρ. ψητό ή τηγανητό: ~ Αράχωβας Παρνασσού. (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ σαγανάκι. Βλ. ΠΟΠ. [< ιταλ. formaggella]
55228φορμάικαφορ-μά-ι-κα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συνθετικό υλικό από ρητίνη, ανθεκτικό και πολύ λεπτό, που τοποθετείται ως επένδυση σε έπιπλα: καρέκλες/πάγκοι/πόρτες/τραπέζια από ~. Βλ. πλακάζ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Formica, 1922, γαλλ. ~. 1950]
55229φορμαλδεΰδηφορ-μαλ-δε-ΰ-δη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. άχρωμο, εύφλεκτο και πολύ τοξικό αέριο (σύμβ. CH2O) που χρησιμοποιείται κυρ. ως συντηρητικό, απολυμαντικό και αντισηπτικό ή στη σύνθεση άλλων χημικών: διάλυμα/συγκεντρώσεις ~ης. Βλ. μελαμίνη, φορμόλη. ΣΥΝ. μεθανάλη [< γαλλ. formaldéhyde]
55230φορμαλισμόςφορ-μα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. (τέλη 19ου-αρχές του 20ού αι.) ρεύμα που έδινε έμφαση στην καλλιτεχνική μορφή, τη δομή ενός έργου έναντι του ιδεολογικού ή κοινωνιολογικού του περιεχομένου: ρωσικός ~. Βλ. θεωρία της λογοτεχνίας. 2. (επιστ.) αντίληψη κατά την οποία η μορφή προέχει του περιεχομένου: μαθηματικός ~. Βλ. λογικισμός. 3. (γενικότ.) προσήλωση στους τύπους: Στον τρόπο σκέψης του κυριαρχεί ο ~. Πβ. σχολαστικότητα, τυπο-κρατία, -λατρία. [< γαλλ. formalisme]
55231φορμαλιστήςφορ-μα-λι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του φορμαλισμού: (ΛΟΓΟΤ.-ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) Οι Ρώσοι ~ές. (ως επίθ.) ~ής: σκηνοθέτης. Πβ. τυπολάτρης. [< γαλλ. formaliste]
55232φορμαλιστικός, ή, ό φορ-μα-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φορμαλισμό ή τον φορμαλιστή: ~ή: λογική/προσέγγιση.|| ~ή: διδασκαλία. Πβ. σχολαστ-, τυπολατρ-ικός. ● επίρρ.: φορμαλιστικά [< αγγλ. formalistic]
55233φορμάρισμαφορ-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φορμαρίσμ-ατος} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φορμάρω: ~ των μαλλιών. Αφρός/ζελέ/κρέμα/σπρέι ~ατος.|| ~ της ομάδας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ σκληρού δίσκου (= διαμόρφωση, φορμάτ). Βλ. -ισμα.
55234φορμάρωφορ-μά-ρω ρ. (μτβ.) {φόρμαρ-α κ. φορμάρ-ισα, -ίστηκε, -ιστεί, -ισμένος, -οντας} (προφ.) 1. διαμορφώνω κάτι, του δίνω συγκεκριμένο σχήμα: ~ουμε το μείγμα του κέικ σε μακρόστενη φόρμα. ΑΝΤ. ξε~.|| ~ τα μαλλιά μου με αφρό/τη βούρτσα.|| Στα πρώτα βήματα της καριέρας του ~ε (= διαμόρφωσε, συγκρότησε) μια μπάντα με παιδικούς του φίλους. 2. ΑΘΛ. βοηθώ κάποιον να αποκτήσει καλή φυσική κατάσταση, προπονώ: Ο προπονητής έχει ~ει καλά την ομάδα. ~ισμένοι: παίκτες (ΑΝΤ. αφορμάριστοι, ντεφορμέ). 3. ΠΛΗΡΟΦ. κάνω φορμάτ: ~ισμένος: σκληρός (δίσκος). ΣΥΝ. μορφοποιώ (2) [< 1,2: ιταλ. formare 3: αγγλ. format, 1965]
55235φορμάτφορ-μάτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) φορμά & (σπάν.) φόρματ ΠΛΗΡΟΦ. 1. προετοιμασία μαγνητικού δίσκου από τον υπολογιστή, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εγγραφή δεδομένων σε αυτόν: Κάνω ~ στον σκληρό.|| Η κάρτα του κινητού χρειάζεται ~. Πβ. μορφοποίηση. ΣΥΝ. γραμμογράφηση (2), διαμόρφωση (3), φορμάρισμα 2. τύπος αρχείου: ~ βίντεο/ήχου. [< αγγλ. format, 1955]
55236φόρμιγγαφόρ-μιγ-γα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. έγχορδο όργανο, παραλλαγή της λύρας, συνήθ. με τέσσερις ή, αργότερα, επτά χορδές, το οποίο συνόδευε το τραγούδι των αοιδών. [< αρχ. φόρμιγξ]
55237φορμόληφορ-μό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. άχρωμο υγρό με έντονη οσμή, κορεσμένο διάλυμα φορμαλδεΰδης σε νερό, που χρησιμοποιείται ως αντισηπτική και παρασιτοκτόνος ουσία. || (μτφ.) Οι μνήμες του παρελθόντος μπήκαν στη ~. Βλ. -όλη. [< γαλλ. formol]
55239φοροαπαλλαγήφο-ρο-α-παλ-λα-γή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. εξαίρεση από την υποχρέωση καταβολής συγκεκριμένου φόρου: ~ πρώτης κατοικίας. Κατάργηση της ~ής. Πβ. ατέλεια. [< αγγλ. tax exemption, 1927]
55240φοροαπαλλάσσειφο-ρο-α-παλ-λάσ-σει ρ. (μτβ.) {σπάν. φοροαπάλλα-ξε, φοροαπαλλά-ξει, -γμένος}: ΟΙΚΟΝ. (για κρατική Αρχή) αποδεσμεύει φυσικό ή νομικό πρόσωπο από την υποχρέωση καταβολής συγκεκριμένου φόρου: ~ τους επιχειρηματίες/τους ιδιοκτήτες ... Κεφάλαιο που ~εται.
55241φοροαποφεύγωφο-ρο-α-πο-φεύ-γω ρ. (αμτβ.): ΟΙΚΟΝ. διαπράττω φοροαποφυγή. Βλ. φοροδιαφεύγω, φοροκλέβω.
55242φοροαποφυγήφο-ρο-α-πο-φυ-γή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η προσπάθεια του φορολογούμενου να αποφύγει ή να μειώσει τη φορολογική του υποχρέωση, εκμεταλλευόμενος κενά του νόμου: λήψη μέτρων κατά της ~ής. Βλ. φοροδιαφυγή. [< αγγλ. tax avoidance, 1927]
55243φοροαφαίμαξηφο-ρο-α-φαί-μα-ξη ουσ. (θηλ.): απόσπαση χρηματικών πόρων από τους φορολογούμενους με την επιβολή βαριάς φορολογίας.
55244φοροδιαφεύγωφο-ρο-δι-α-φεύ-γω ρ. (αμτβ.) {φοροδιέφυγ-ε, φοροδιαφύγει, φοροδιαφεύγ-οντας, (λόγ. μτχ.) -οντες}: ΟΙΚΟΝ. διαπράττω φοροδιαφυγή: Πρόστιμα-φωτιά για όσους ~ουν. Επαγγελματικές τάξεις που ~ουν συστηματικά. Βλ. φοροαποφεύγω, φοροκλέβω.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.