| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55233 | φορμάρισμα | φορ-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φορμαρίσμ-ατος} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φορμάρω: ~ των μαλλιών. Αφρός/ζελέ/κρέμα/σπρέι ~ατος.|| ~ της ομάδας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ σκληρού δίσκου (= διαμόρφωση, φορμάτ). Βλ. -ισμα. | |
| 55234 | φορμάρω | φορ-μά-ρω ρ. (μτβ.) {φόρμαρ-α κ. φορμάρ-ισα, -ίστηκε, -ιστεί, -ισμένος, -οντας} (προφ.) 1. διαμορφώνω κάτι, του δίνω συγκεκριμένο σχήμα: ~ουμε το μείγμα του κέικ σε μακρόστενη φόρμα. ΑΝΤ. ξε~.|| ~ τα μαλλιά μου με αφρό/τη βούρτσα.|| Στα πρώτα βήματα της καριέρας του ~ε (= διαμόρφωσε, συγκρότησε) μια μπάντα με παιδικούς του φίλους. 2. ΑΘΛ. βοηθώ κάποιον να αποκτήσει καλή φυσική κατάσταση, προπονώ: Ο προπονητής έχει ~ει καλά την ομάδα. ~ισμένοι: παίκτες (ΑΝΤ. αφορμάριστοι, ντεφορμέ). 3. ΠΛΗΡΟΦ. κάνω φορμάτ: ~ισμένος: σκληρός (δίσκος). ΣΥΝ. μορφοποιώ (2) [< 1,2: ιταλ. formare 3: αγγλ. format, 1965] | |
| 55235 | φορμάτ | φορ-μάτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) φορμά & (σπάν.) φόρματ ΠΛΗΡΟΦ. 1. προετοιμασία μαγνητικού δίσκου από τον υπολογιστή, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εγγραφή δεδομένων σε αυτόν: Κάνω ~ στον σκληρό.|| Η κάρτα του κινητού χρειάζεται ~. Πβ. μορφοποίηση. ΣΥΝ. γραμμογράφηση (2), διαμόρφωση (3), φορμάρισμα 2. τύπος αρχείου: ~ βίντεο/ήχου. [< αγγλ. format, 1955] | |
| 55236 | φόρμιγγα | φόρ-μιγ-γα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. έγχορδο όργανο, παραλλαγή της λύρας, συνήθ. με τέσσερις ή, αργότερα, επτά χορδές, το οποίο συνόδευε το τραγούδι των αοιδών. [< αρχ. φόρμιγξ] | |
| 55237 | φορμόλη | φορ-μό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. άχρωμο υγρό με έντονη οσμή, κορεσμένο διάλυμα φορμαλδεΰδης σε νερό, που χρησιμοποιείται ως αντισηπτική και παρασιτοκτόνος ουσία. || (μτφ.) Οι μνήμες του παρελθόντος μπήκαν στη ~. Βλ. -όλη. [< γαλλ. formol] | |
| 55239 | φοροαπαλλαγή | φο-ρο-α-παλ-λα-γή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. εξαίρεση από την υποχρέωση καταβολής συγκεκριμένου φόρου: ~ πρώτης κατοικίας. Κατάργηση της ~ής. Πβ. ατέλεια. [< αγγλ. tax exemption, 1927] | |
| 55240 | φοροαπαλλάσσει | φο-ρο-α-παλ-λάσ-σει ρ. (μτβ.) {σπάν. φοροαπάλλα-ξε, φοροαπαλλά-ξει, -γμένος}: ΟΙΚΟΝ. (για κρατική Αρχή) αποδεσμεύει φυσικό ή νομικό πρόσωπο από την υποχρέωση καταβολής συγκεκριμένου φόρου: ~ τους επιχειρηματίες/τους ιδιοκτήτες ... Κεφάλαιο που ~εται. | |
| 55241 | φοροαποφεύγω | φο-ρο-α-πο-φεύ-γω ρ. (αμτβ.): ΟΙΚΟΝ. διαπράττω φοροαποφυγή. Βλ. φοροδιαφεύγω, φοροκλέβω. | |
| 55242 | φοροαποφυγή | φο-ρο-α-πο-φυ-γή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η προσπάθεια του φορολογούμενου να αποφύγει ή να μειώσει τη φορολογική του υποχρέωση, εκμεταλλευόμενος κενά του νόμου: λήψη μέτρων κατά της ~ής. Βλ. φοροδιαφυγή. [< αγγλ. tax avoidance, 1927] | |
| 55243 | φοροαφαίμαξη | φο-ρο-α-φαί-μα-ξη ουσ. (θηλ.): απόσπαση χρηματικών πόρων από τους φορολογούμενους με την επιβολή βαριάς φορολογίας. | |
| 55244 | φοροδιαφεύγω | φο-ρο-δι-α-φεύ-γω ρ. (αμτβ.) {φοροδιέφυγ-ε, φοροδιαφύγει, φοροδιαφεύγ-οντας, (λόγ. μτχ.) -οντες}: ΟΙΚΟΝ. διαπράττω φοροδιαφυγή: Πρόστιμα-φωτιά για όσους ~ουν. Επαγγελματικές τάξεις που ~ουν συστηματικά. Βλ. φοροαποφεύγω, φοροκλέβω. | |
| 55245 | φοροδιαφυγή | φο-ρο-δι-α-φυ-γή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. παράνομη πράξη που συνίσταται στην προσπάθεια του φορολογούμενου να μειώσει τη νόμιμη φορολογική του υποχρέωση, αποκρύπτοντας το πραγματικό του εισόδημα ή εμφανίζοντας πλαστές υπερβολικές δαπάνες: εκτεταμένη/μεγάλης έκτασης ~. Αντιμετώπιση/εξάλειψη/έξαρση/καταπολέμηση/πάταξη/περιστολή της ~ής. Μέτρα κατά της ~ής. Έλεγχοι/πρόστιμο για ~. Συνελήφθη για ~. Βλ. δασμο~, μαύρη εργασία, οικονομικό έγκλημα, παραοικονομία, φοροαποφυγή, φοροκλοπή. [< αγγλ. tax evasion, 1922] | |
| 55246 | φοροδοτικός | , ή, ό φο-ρο-δο-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την καταβολή φόρου: ~ή: ικανότητα (φορολογουμένων). | |
| 55247 | φοροεισπρακτικός | , ή, ό φο-ρο-ει-σπρα-κτι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται στην είσπραξη φόρων: ~ή: επιδρομή/πολιτική. ~ό: σύστημα. ~οί: μηχανισμοί. ~ά: μέτρα. | |
| 55248 | φοροεισπράκτορας | φο-ρο-ει-σπρά-κτο-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (μειωτ.): πρόσωπο που εισπράττει φόρους για λογαριασμό κάποιας Αρχής. Πβ. τελώνης, φορατζής. Βλ. εφοριακός. [< αγγλ. tax collector] | |
| 55249 | φοροεκπίπτει | φο-ρο-εκ-πί-πτει ρ. (αμτβ.): ΟΙΚΟΝ. αφαιρείται από το φορολογητέο ποσό: Δαπάνες που ~ουν. | |
| 55250 | φοροέκπτωση | φο-ρο-έκ-πτω-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. μείωση φόρου: περικοπή των ~ώσεων. | |
| 55251 | φοροελάφρυνση | φο-ρο-ε-λά-φρυν-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. φορολογική ελάφρυνση: ~ύνσεις σε εισοδήματα μέχρι ... ευρώ. | |
| 55252 | φοροελεγκτής | φο-ρο-ε-λε-γκτής ουσ. (αρσ.): υπάλληλος του υπουργείου Οικονομικών, αρμόδιος για τη διενέργεια φοροελέγχων: Στο στόχαστρο των ~ών επιχειρηματίες ύποπτοι για φοροδιαφυγή. | |
| 55253 | φοροελεγκτικός | , ή, ό φο-ρο-ε-λε-γκτι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη διενέργεια φοροελέγχων: ~ός: μηχανισμός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ