Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [55740-55760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55245φοροδιαφυγήφο-ρο-δι-α-φυ-γή ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. παράνομη πράξη που συνίσταται στην προσπάθεια του φορολογούμενου να μειώσει τη νόμιμη φορολογική του υποχρέωση, αποκρύπτοντας το πραγματικό του εισόδημα ή εμφανίζοντας πλαστές υπερβολικές δαπάνες: εκτεταμένη/μεγάλης έκτασης ~. Αντιμετώπιση/εξάλειψη/έξαρση/καταπολέμηση/πάταξη/περιστολή της ~ής. Μέτρα κατά της ~ής. Έλεγχοι/πρόστιμο για ~. Συνελήφθη για ~. Βλ. δασμο~, μαύρη εργασία, οικονομικό έγκλημα, παραοικονομία, φοροαποφυγή, φοροκλοπή. [< αγγλ. tax evasion, 1922]
55246φοροδοτικός, ή, ό φο-ρο-δο-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την καταβολή φόρου: ~ή: ικανότητα (φορολογουμένων).
55247φοροεισπρακτικός, ή, ό φο-ρο-ει-σπρα-κτι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται στην είσπραξη φόρων: ~ή: επιδρομή/πολιτική. ~ό: σύστημα. ~οί: μηχανισμοί. ~ά: μέτρα.
55248φοροεισπράκτοραςφο-ρο-ει-σπρά-κτο-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (μειωτ.): πρόσωπο που εισπράττει φόρους για λογαριασμό κάποιας Αρχής. Πβ. τελώνης, φορατζής. Βλ. εφοριακός. [< αγγλ. tax collector]
55249φοροεκπίπτειφο-ρο-εκ-πί-πτει ρ. (αμτβ.): ΟΙΚΟΝ. αφαιρείται από το φορολογητέο ποσό: Δαπάνες που ~ουν.
55250φοροέκπτωσηφο-ρο-έκ-πτω-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. μείωση φόρου: περικοπή των ~ώσεων.
55251φοροελάφρυνσηφο-ρο-ε-λά-φρυν-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΝ. φορολογική ελάφρυνση: ~ύνσεις σε εισοδήματα μέχρι ... ευρώ.
55252φοροελεγκτήςφο-ρο-ε-λε-γκτής ουσ. (αρσ.): υπάλληλος του υπουργείου Οικονομικών, αρμόδιος για τη διενέργεια φοροελέγχων: Στο στόχαστρο των ~ών επιχειρηματίες ύποπτοι για φοροδιαφυγή.
55253φοροελεγκτικός, ή, ό φο-ρο-ε-λε-γκτι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη διενέργεια φοροελέγχων: ~ός: μηχανισμός.
55254φοροέλεγχοςφο-ρο-έ-λεγ-χος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. έλεγχος που διενεργείται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και τα (Δια)Περιφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα, για εντοπισμό φορολογικών παραβάσεων: εντατικοποίηση των ~ων.
55255φοροεπιδρομήφο-ρο-ε-πι-δρο-μή ουσ. (θηλ.) 1. μαζική επιβολή φόρων: ~ στα ακίνητα/αυτοκίνητα/καύσιμα. Πβ. φορομπηξία. ΣΥΝ. φοροκαταιγίδα 2. φοροκυνηγητό.
55256φοροέσοδαφο-ρο-έ-σο-δα ουσ. (ουδ.) (τα): δημόσια έσοδα που προέρχονται από φόρους.
55257φοροκάρταφο-ρο-κάρ-τα ουσ. (θηλ.): κάρτα στην οποία καταγράφονται οι αγορές του κατόχου της, ώστε να μη χρειάζεται η συλλογή αποδείξεων για την κάλυψη του αφορολόγητου ορίου.
55258φοροκαταιγίδαφο-ρο-κα-ται-γί-δα ουσ. (θηλ.): φοροεπιδρομή.
55259φοροκλέβωφο-ρο-κλέ-βω ρ. (αμτβ.) {φοροκλέψει} & (λόγ.) φοροκλέπτω: προβαίνω σε φοροκλοπή. Βλ. φορο-αποφεύγω, -διαφεύγω.
55260φοροκλέπτηςφο-ρο-κλέ-πτης ουσ. (αρσ.) & φοροκλέφτης: πρόσωπο που διαπράττει φοροκλοπή. Πβ. φοροφυγάς.
55261φοροκλοπήφο-ρο-κλο-πή ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. μορφή φοροδιαφυγής που συνίσταται στη μη απόδοση (από ελεύθερο επαγγελματία) έμμεσου φόρου (π.χ. ΦΠΑ) στο Δημόσιο. Βλ. φοροαποφυγή.
55262φοροκυνηγητόφο-ρο-κυ-νη-γη-τό ουσ. (ουδ.): εντατικοί φορολογικοί έλεγχοι: (Άγριο) ~ για χρέη στο Δημόσιο/σε επιχειρήσεις εξαπολύει το Υπουργείο Οικονομικών. Πβ. φοροσαφάρι. Βλ. -ητό. ΣΥΝ. φοροεπιδρομή (2)
55264φορολογήσιμος, η, ο φο-ρο-λο-γή-σι-μος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που επιδέχεται φορολόγηση: ~ο: εισόδημα. ~οι: ίπποι (αυτοκινήτου). Πβ. φορολογητέος. ΑΝΤ. αφορολόγητος [< γερμ. steuerbar]
55265φορολογητέος, α, ο φο-ρο-λο-γη-τέ-ος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που υπόκειται σε φορολόγηση: ~α: αξία (ακινήτων)/ύλη. ~ο: εισόδημα. ~α: έσοδα/κέρδη. Αποκρυβείσα ~α ύλη (: ~ο ποσό). Πβ. φορολογήσιμος. Βλ. -τέος. ΑΝΤ. αφορολόγητος [< αγγλ. taxable]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.