| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55254 | φοροέλεγχος | φο-ρο-έ-λεγ-χος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. έλεγχος που διενεργείται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και τα (Δια)Περιφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα, για εντοπισμό φορολογικών παραβάσεων: εντατικοποίηση των ~ων. | |
| 55255 | φοροεπιδρομή | φο-ρο-ε-πι-δρο-μή ουσ. (θηλ.) 1. μαζική επιβολή φόρων: ~ στα ακίνητα/αυτοκίνητα/καύσιμα. Πβ. φορομπηξία. ΣΥΝ. φοροκαταιγίδα 2. φοροκυνηγητό. | |
| 55256 | φοροέσοδα | φο-ρο-έ-σο-δα ουσ. (ουδ.) (τα): δημόσια έσοδα που προέρχονται από φόρους. | |
| 55257 | φοροκάρτα | φο-ρο-κάρ-τα ουσ. (θηλ.): κάρτα στην οποία καταγράφονται οι αγορές του κατόχου της, ώστε να μη χρειάζεται η συλλογή αποδείξεων για την κάλυψη του αφορολόγητου ορίου. | |
| 55258 | φοροκαταιγίδα | φο-ρο-κα-ται-γί-δα ουσ. (θηλ.): φοροεπιδρομή. | |
| 55259 | φοροκλέβω | φο-ρο-κλέ-βω ρ. (αμτβ.) {φοροκλέψει} & (λόγ.) φοροκλέπτω: προβαίνω σε φοροκλοπή. Βλ. φορο-αποφεύγω, -διαφεύγω. | |
| 55260 | φοροκλέπτης | φο-ρο-κλέ-πτης ουσ. (αρσ.) & φοροκλέφτης: πρόσωπο που διαπράττει φοροκλοπή. Πβ. φοροφυγάς. | |
| 55261 | φοροκλοπή | φο-ρο-κλο-πή ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. μορφή φοροδιαφυγής που συνίσταται στη μη απόδοση (από ελεύθερο επαγγελματία) έμμεσου φόρου (π.χ. ΦΠΑ) στο Δημόσιο. Βλ. φοροαποφυγή. | |
| 55262 | φοροκυνηγητό | φο-ρο-κυ-νη-γη-τό ουσ. (ουδ.): εντατικοί φορολογικοί έλεγχοι: (Άγριο) ~ για χρέη στο Δημόσιο/σε επιχειρήσεις εξαπολύει το Υπουργείο Οικονομικών. Πβ. φοροσαφάρι. Βλ. -ητό. ΣΥΝ. φοροεπιδρομή (2) | |
| 55263 | φορολόγηση | φο-ρο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φορολογώ: άδικη/αναδρομική/αυτοτελής/έκτακτη/εξοντωτική/ευνοϊκή/πρόσθετη/υψηλή ~. ~ των ακινήτων/αποταμιεύσεων/αυτοκινήτων/εισοδημάτων/ελεύθερων επαγγελματιών/εσόδων/καταθέσεων/καυσίμων/κερδών (κεφαλαίου)/προϊόντων/συναλλαγών/τόκων/υπηρεσιών. Κλίμακα/μέτρα/συντελεστές/σύστημα ~ης. Επίδομα που δεν υπόκειται σε ~. Πβ. φορολογία. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. αποφορολόγηση [< γαλλ. imposition] | |
| 55264 | φορολογήσιμος | , η, ο φο-ρο-λο-γή-σι-μος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που επιδέχεται φορολόγηση: ~ο: εισόδημα. ~οι: ίπποι (αυτοκινήτου). Πβ. φορολογητέος. ΑΝΤ. αφορολόγητος [< γερμ. steuerbar] | |
| 55265 | φορολογητέος | , α, ο φο-ρο-λο-γη-τέ-ος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που υπόκειται σε φορολόγηση: ~α: αξία (ακινήτων)/ύλη. ~ο: εισόδημα. ~α: έσοδα/κέρδη. Αποκρυβείσα ~α ύλη (: ~ο ποσό). Πβ. φορολογήσιμος. Βλ. -τέος. ΑΝΤ. αφορολόγητος [< αγγλ. taxable] | |
| 55266 | φορολογία | φο-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {φορολογιών}: ΟΙΚΟΝ. επιβολή (και είσπραξη) φόρων· συνεκδ. φόρος: άμεση/αναλογική/δημοτική/έκτακτη/έμμεση/προοδευτική ~. Βαριά/δυσβάσταχτη/επαχθής/υψηλή ~. ~ εισοδήματος/κεφαλαίου/μεταβίβασης (ακινήτων)/τόκων. Δήλωση/έντυπα/κλίμακα/συντελεστής ~ας. Υπόκειται σε ~. Πβ. φορολόγηση, χαράτσι. Βλ. δασμολόγηση, δημοσιονομία, TAXIS, -λογία. [< μτγν. φορολογία, γαλλ. imposition, taxation] | |
| 55268 | φορολογια | , η, ο φο-ρο-λο-γού-με-νος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που υπόκειται σε φορολογία: ~οι: πολίτες. ~ες: εταιρείες. (ως ουσ.) Οι Έλληνες ~οι.|| ~ο: εισόδημα. Βλ. αφορολόγητος. [< μτγν. φορολογούμενος] | |
| 55267 | φορολογικός | , ή, ό φο-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη φορολογία: ~ός: ανταγωνισμός/έλεγχος (= φοροέλεγχος)/κώδικας/νόμος/προγραμματισμός/σχεδιασμός. ~ή: αμνηστία/απάτη/εναρμόνιση (των ~ών συστημάτων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης)/ισότητα/κατοικία (: ο τόπος όπου ένα πρόσωπο υποχρεούται να δηλώνει το συνολικό του εισόδημα)/κλίμακα/μεταρρύθμιση/περίοδος/πολιτική/ταμειακή μηχανή. ~ό: απόρρητο/Δίκαιο/δικαστήριο/έτος/καθεστώς/νομοσχέδιο/σαφάρι (= φοροσαφάρι). ~ές: απαλλαγές (= φοροαπαλλαγές)/διαφορές/διευκολύνσεις/εκκρεμότητες/επιβαρύνσεις/παραβάσεις/περικοπές/ρυθμίσεις/υπηρεσίες/υποχρεώσεις. ~ά: βάρη/βιβλία/έντυπα/έσοδα/κίνητρα (για επενδύσεις)/μέτρα. Λογιστικό-~ό γραφείο.|| ~ός: διαιτητής/εκπρόσωπος/σύμβουλος. ~ές: Αρχές. ● Ουσ.: φορολογικά (τα) (προφ.): ενν. θέματα: Έχει αναθέσει τα ~ του σε φοροτεχνικό. ● επίρρ.: φορολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φορολογική βάση: το εισόδημα, η περιουσία και οι δαπάνες του φορολογούμενου, βάσει των οποίων καθορίζεται ο φορολογικός συντελεστής: ενιαία ~ ~. Διεύρυνση της ~ής ~ης., φορολογική δήλωση: έγγραφη ή ηλεκτρονική δήλωση εισοδήματος που υποβάλλει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αρμόδια φορολογική Αρχή κάθε χρόνο· συνεκδ. το αντίστοιχο έντυπο ή η ψηφιακή φόρμα: εκπρόθεσμη ~ ~. Εκκαθάριση ~ής ~ης.|| Προθεσμίες για την κατάθεση/υποβολή ~ών ~ώσεων. Οδηγίες για τη συμπλήρωση των ~ών ~ώσεων (: φορολογικός οδηγός). Βλ. φοροτεχνικός., φορολογικός μηχανισμός/εκτυπωτής: ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονική υπολογιστική συσκευή για την έκδοση παραστατικών. Πβ. ταμειακή μηχανή., φορολογικός συντελεστής: το ποσό του φόρου που αναλογεί σε κάθε μονάδα της φορολογικής βάσης, εκφραζόμενο ως ποσοστό επί τοις εκατό: ανώτατος/κεντρικός/μέσος ~ ~. Υψηλοί/χαμηλοί ~οί ~ές. Ενιαίος ~ ~ ...%. Αύξηση των ~ών ~ών., φορολογική ενημερότητα βλ. ενημερότητα, φορολογικό μητρώο βλ. μητρώο, φορολογικό ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1, φορολογικός παράδεισος βλ. παράδεισος [< μεσν. φορολογικός, γαλλ. fiscal, αγγλ. tax] | |
| 55269 | φορολογώ | [φορολογῶ] φο-ρο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {φορολογ-εί, -ώντας | φορολόγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: ΟΙΚΟΝ. επιβάλλω φόρο ή φόρους: Το κράτος ~εί τα κέρδη των επιχειρήσεων. Η ακίνητη περιουσία/το εισόδημα ~είται με ...%. Βλ. -λογώ, υπερ~, χαρατσώνει. [< μτγν. φορολογῶ] | |
| 55270 | φορομπηξία | φο-ρο-μπη-ξί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): επιβολή βαριάς φορολογίας. Πβ. φοροεπιδρομή, φοροκαταιγίδα. | |
| 55271 | φορομπήχτης | φο-ρο-μπή-χτης ουσ. (αρσ.) (προφ.): (κυρ. για κρατική Αρχή) που επιβάλλει συνεχείς ή/και μεγάλους, δυσβάσταχτους φόρους. | |
| 55272 | φορομπηχτικός | , ή, ό φο-ρο-μπη-χτι-κός επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τη φορομπηξία: ~ός: μηχανισμός. ~ή: πολιτική. ~ό: νομοσχέδιο. ~ά: μέτρα. | |
| 55273 | φοροπαγίδα | φο-ρο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.): φορολογική ρύθμιση που επιβαρύνει φυσικά ή νομικά πρόσωπα: ~ για μισθωτούς. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ