| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55266 | φορολογία | φο-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {φορολογιών}: ΟΙΚΟΝ. επιβολή (και είσπραξη) φόρων· συνεκδ. φόρος: άμεση/αναλογική/δημοτική/έκτακτη/έμμεση/προοδευτική ~. Βαριά/δυσβάσταχτη/επαχθής/υψηλή ~. ~ εισοδήματος/κεφαλαίου/μεταβίβασης (ακινήτων)/τόκων. Δήλωση/έντυπα/κλίμακα/συντελεστής ~ας. Υπόκειται σε ~. Πβ. φορολόγηση, χαράτσι. Βλ. δασμολόγηση, δημοσιονομία, TAXIS, -λογία. [< μτγν. φορολογία, γαλλ. imposition, taxation] | |
| 55268 | φορολογια | , η, ο φο-ρο-λο-γού-με-νος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που υπόκειται σε φορολογία: ~οι: πολίτες. ~ες: εταιρείες. (ως ουσ.) Οι Έλληνες ~οι.|| ~ο: εισόδημα. Βλ. αφορολόγητος. [< μτγν. φορολογούμενος] | |
| 55267 | φορολογικός | , ή, ό φο-ρο-λο-γι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τη φορολογία: ~ός: ανταγωνισμός/έλεγχος (= φοροέλεγχος)/κώδικας/νόμος/προγραμματισμός/σχεδιασμός. ~ή: αμνηστία/απάτη/εναρμόνιση (των ~ών συστημάτων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης)/ισότητα/κατοικία (: ο τόπος όπου ένα πρόσωπο υποχρεούται να δηλώνει το συνολικό του εισόδημα)/κλίμακα/μεταρρύθμιση/περίοδος/πολιτική/ταμειακή μηχανή. ~ό: απόρρητο/Δίκαιο/δικαστήριο/έτος/καθεστώς/νομοσχέδιο/σαφάρι (= φοροσαφάρι). ~ές: απαλλαγές (= φοροαπαλλαγές)/διαφορές/διευκολύνσεις/εκκρεμότητες/επιβαρύνσεις/παραβάσεις/περικοπές/ρυθμίσεις/υπηρεσίες/υποχρεώσεις. ~ά: βάρη/βιβλία/έντυπα/έσοδα/κίνητρα (για επενδύσεις)/μέτρα. Λογιστικό-~ό γραφείο.|| ~ός: διαιτητής/εκπρόσωπος/σύμβουλος. ~ές: Αρχές. ● Ουσ.: φορολογικά (τα) (προφ.): ενν. θέματα: Έχει αναθέσει τα ~ του σε φοροτεχνικό. ● επίρρ.: φορολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φορολογική βάση: το εισόδημα, η περιουσία και οι δαπάνες του φορολογούμενου, βάσει των οποίων καθορίζεται ο φορολογικός συντελεστής: ενιαία ~ ~. Διεύρυνση της ~ής ~ης., φορολογική δήλωση: έγγραφη ή ηλεκτρονική δήλωση εισοδήματος που υποβάλλει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αρμόδια φορολογική Αρχή κάθε χρόνο· συνεκδ. το αντίστοιχο έντυπο ή η ψηφιακή φόρμα: εκπρόθεσμη ~ ~. Εκκαθάριση ~ής ~ης.|| Προθεσμίες για την κατάθεση/υποβολή ~ών ~ώσεων. Οδηγίες για τη συμπλήρωση των ~ών ~ώσεων (: φορολογικός οδηγός). Βλ. φοροτεχνικός., φορολογικός μηχανισμός/εκτυπωτής: ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονική υπολογιστική συσκευή για την έκδοση παραστατικών. Πβ. ταμειακή μηχανή., φορολογικός συντελεστής: το ποσό του φόρου που αναλογεί σε κάθε μονάδα της φορολογικής βάσης, εκφραζόμενο ως ποσοστό επί τοις εκατό: ανώτατος/κεντρικός/μέσος ~ ~. Υψηλοί/χαμηλοί ~οί ~ές. Ενιαίος ~ ~ ...%. Αύξηση των ~ών ~ών., φορολογική ενημερότητα βλ. ενημερότητα, φορολογικό μητρώο βλ. μητρώο, φορολογικό ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1, φορολογικός παράδεισος βλ. παράδεισος [< μεσν. φορολογικός, γαλλ. fiscal, αγγλ. tax] | |
| 55269 | φορολογώ | [φορολογῶ] φο-ρο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {φορολογ-εί, -ώντας | φορολόγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: ΟΙΚΟΝ. επιβάλλω φόρο ή φόρους: Το κράτος ~εί τα κέρδη των επιχειρήσεων. Η ακίνητη περιουσία/το εισόδημα ~είται με ...%. Βλ. -λογώ, υπερ~, χαρατσώνει. [< μτγν. φορολογῶ] | |
| 55270 | φορομπηξία | φο-ρο-μπη-ξί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): επιβολή βαριάς φορολογίας. Πβ. φοροεπιδρομή, φοροκαταιγίδα. | |
| 55271 | φορομπήχτης | φο-ρο-μπή-χτης ουσ. (αρσ.) (προφ.): (κυρ. για κρατική Αρχή) που επιβάλλει συνεχείς ή/και μεγάλους, δυσβάσταχτους φόρους. | |
| 55272 | φορομπηχτικός | , ή, ό φο-ρο-μπη-χτι-κός επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τη φορομπηξία: ~ός: μηχανισμός. ~ή: πολιτική. ~ό: νομοσχέδιο. ~ά: μέτρα. | |
| 55273 | φοροπαγίδα | φο-ρο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.): φορολογική ρύθμιση που επιβαρύνει φυσικά ή νομικά πρόσωπα: ~ για μισθωτούς. | |
| 55274 | φόρος | φό-ρος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. κάθε υποχρεωτική χρηματική εισφορά που καταβάλλεται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την κάλυψη δαπανών του Δημοσίου: αναβαλλόμενος/αναλογικός/αναλογών (εσφαλμ. αναλογούν)/δημοτικός/έκτακτος/ελάχιστος/ενιαίος/ετήσιος/κοινοτικός/μηνιαίος/προοδευτικός ή κλιμακωτός/πρόσθετος/συμπληρωματικός/τοπικός ~. ~ δωρεάς/κεφαλαίου/κληρονομιάς/μεταβίβασης ακινήτων/πολυτελείας. Αποπληρωμή/αύξηση/δήλωση/εκκαθάριση/εξόφληση/επιστροφή/θέσπιση/κατάργηση/μείωση/παρακράτηση/προκαταβολή/συντελεστής/υπολογισμός ~ου. Άμεσοι/έμμεσοι/καταβλητέοι/λιμενικοί/παρακρατηθέντες ~οι. ~οι αεροδρομίου. Επιβολή/περικοπές ~ων. ~ επί των κερδών. Απαλλαγή από ~ο (= φοροαπαλλαγή). Υπαγωγή σε ~ο. Εισπράττει/καταβάλλει/πληρώνει ~ους. Είναι υποκείμενος/υπόχρεος σε ~ο (πβ. φορολογητέος). Πβ. δασμός, τέλος. ● ΣΥΜΠΛ.: οικολογικός/περιβαλλοντικός/πράσινος φόρος: ΟΙΚΟΛ. ο οποίος αφορά προϊόντα, υπηρεσίες ή δραστηριότητες που επιβαρύνουν το περιβάλλον. [< αγγλ. ecotax, γαλλ. écotaxe, 1992] , φόρος αυτόματου υπερτιμήματος & φόρος υπεραξίας: που επιβάλλεται στη διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης και της τιμής πώλησης ενός ακινήτου και καταβάλλεται από τον ιδιοκτήτη και πωλητή του ακινήτου., φόρος εισοδήματος: που αναλογεί στο καθαρό ετήσιο εισόδημα των φυσικών και νομικών προσώπων. [< αγγλ. income tax] , φόρος περιουσίας: που καταβάλλεται επί της καθαρής αξίας της περιουσίας του φορολογούμενου., φόρος προστιθέμενης αξίας (ακρ. ΦΠΑ): έμμεσος φόρος ο οποίος επιβάλλεται στην προστιθέμενη αξία προϊόντος ή υπηρεσίας και καταβάλλεται από τον καταναλωτή: ~ ~ στις νεόδμητες οικοδομές. Στην τιμή δεν περιλαμβάνεται ο ~ ~. [< αγγλ. value-added tax, 1935] , φόρος τιμής (μτφ.): οι τιμές που αποδίδονται συνήθ. σε νεκρό ως ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς του: Ο δήμος αποδίδει ~ο ~ σε έναν μεγάλο καλλιτέχνη/στη μνήμη της ... Αποτίω ~ο ~ στους ήρωες/στα θύματα του πολέμου., φόρος υποτέλειας/υποτελείας: χρηματικό ποσό που καταβάλλει μια κατακτημένη ή ημιανεξάρτητη χώρα στην κυρίαρχη., βεβαίωση φόρου βλ. βεβαίωση, κεφαλικός φόρος βλ. κεφαλικός, φόρος αίματος βλ. αίμα, φόρος κατανάλωσης βλ. κατανάλωση ● ΦΡ.: φόρου υποτελής βλ. υποτελής [< αρχ. φόρος, γαλλ. taxe, αγγλ. tax] | |
| 55276 | φοροσαφάρι | φο-ρο-σα-φά-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (μτφ.): εντατική διενέργεια ελέγχων για την πάταξη παρανομιών που σχετίζονται με την καταβολή φόρων: ~ για παραγραφές. Άρχισε το ~ σε τουριστικές περιοχές. Πβ. φοροκυνηγητό. | |
| 55277 | φοροτέχνης | φο-ρο-τέ-χνης ουσ. (αρσ.): φοροτεχνικός. | |
| 55278 | φοροτεχνικός | , ή, ό φο-ρο-τε-χνι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με φορολογικά θέματα και τη διευθέτησή τους: ~ός: σύμβουλος/υπάλληλος. ~ή: υποστήριξη. ~ό: γραφείο. ~ές: υπηρεσίες. ● Ουσ.: φοροτεχνικά (τα): ενν. θέματα., φοροτεχνικός (ο/η): επαγγελματίας που αναλαμβάνει φορολογικές υποθέσεις, όπως σύνταξη και υποβολή φορολογικών δηλώσεων, βεβαίωση φόρων, τήρηση και ενημέρωση φορολογικών βιβλίων: λογιστής/οικονομολόγος-~. Ομοσπονδία ~ών. ΣΥΝ. φοροτέχνης | |
| 55279 | φόρουμ | φό-ρουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς κ. φόρα} 1. ΔΙΑΔΙΚΤ. δικτυακός τόπος όπου τα εγγεγραμμένα μέλη ανταλλάσσουν απόψεις πάνω σε συγκεκριμένο θέμα: αθλητικό/ενεργό/ιατρικό/τεχνολογικό/φιλοσοφικό ~. ~ συζήτησης/χρηστών. Οι θαμώνες/λαθραναγνώστες του ~. Αναζήτηση/βόλτα (: περιήγηση)/είσοδος στο ~. Γράφω σε/επισκέπτομαι/μπαίνω σε/παρακολουθώ ένα ~. Βλ. άβαταρ, θρεντ, κόμεντ, μοντερέιτορ, μπαν, ποστ, τόπικ, τρολ. ΣΥΝ. ομάδα συζήτησης 2. οργανωμένη ανοιχτή συνάντηση για ανταλλαγή απόψεων, κυρ. από ειδικούς, σχετικά με ένα ή περισσότερα θέματα συνήθ. γενικού ενδιαφέροντος: διαβαλκανικό/ευρωπαϊκό/παγκόσμιο ~. Επιχειρηματικό/κοινωνικό/οικονομικό ~. ~ για την εκπαίδευση/τον τουρισμό. ~ διαλόγου/φοιτητών. Οι εργασίες του ~. Συμμετέχουν σε διεθνή ~α. Πβ. διάσκεψη, συμπόσιο, συνέδριο. 3. οργανωμένο σύνολο ατόμων τα οποία έχουν κοινή ιδεολογία ή προέρχονται από τον ίδιο χώρο: φιλελεύθερο ~. ~ μεταναστών. [< 1: αγγλ. forum, 1971, 2: αγγλ. ~, γαλλ. ~, 1955] | |
| 55280 | φορουμικός | , ή, ό φο-ρου-μι-κός επίθ.: ΔΙΑΔΙΚΤ. (αργκό) που σχετίζεται με το φόρουμ: ~ές: συζητήσεις. | |
| 55281 | φορουμίτης | φο-ρου-μί-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φορουμίτισσα}: ΔΙΑΔΙΚΤ. (αργκό) μέλος φόρουμ. Βλ. -ίτης1. | |
| 55282 | φορούσι | βλ. φουρούσι | |
| 55283 | φοροφυγάς | φο-ρο-φυ-γάς ουσ. (αρσ.) {φοροφυγ-άδες}: πρόσωπο που διαπράττει ή έχει διαπράξει φοροδιαφυγή: αυστηρές ποινές για τους ~άδες. Πβ. φοροκλέπτης. Βλ. εισφοροφυγάδες. [< αγγλ. tax evader, 1927] | |
| 55284 | φορσέ | φορ-σέ επίθ. {άκλ.}: υποχρεωτικός, αναγκαστικός: (στο σκάκι:) ~ ματ.|| (κατ' επέκτ.) Η παραίτησή του μετά το σκάνδαλο ήταν μια κίνηση ~. [< γαλλ. forcé] | |
| 55285 | φορτάμαξα | φορ-τά-μα-ξα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σιδηροδρομικό όχημα μεταφοράς φορτίων· φορτηγό βαγόνι. Βλ. επιβατ-, κλιν-άμαξα. | |
| 55286 | φόρτε | φόρ-τε επίρρ. {άκλ.}: ΜΟΥΣ. (κυρ. ως οδηγία σε παρτιτούρα) δυνατά (σύμβ. f). Βλ. φορτίσιμο. ΑΝΤ. πιάνο2 ● Ουσ.: φόρτε (το) 1. το δυνατό σημείο κάποιου: Η υπομονή δεν είναι το ~ του. 2. ΜΟΥΣ. τμήμα μουσικής σύνθεσης που εκτελείται με μεγαλύτερη ένταση. ● ΦΡ.: στο/στα φόρτε του/της (προφ.): στο αποκορύφωμα, στο ζενίθ: Η τουριστική περίοδος βρίσκεται/είναι ~ ~ της. [< ιταλ. forte] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ