Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55760-55780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55274φόροςφό-ρος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. κάθε υποχρεωτική χρηματική εισφορά που καταβάλλεται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την κάλυψη δαπανών του Δημοσίου: αναβαλλόμενος/αναλογικός/αναλογών (εσφαλμ. αναλογούν)/δημοτικός/έκτακτος/ελάχιστος/ενιαίος/ετήσιος/κοινοτικός/μηνιαίος/προοδευτικός ή κλιμακωτός/πρόσθετος/συμπληρωματικός/τοπικός ~. ~ δωρεάς/κεφαλαίου/κληρονομιάς/μεταβίβασης ακινήτων/πολυτελείας. Αποπληρωμή/αύξηση/δήλωση/εκκαθάριση/εξόφληση/επιστροφή/θέσπιση/κατάργηση/μείωση/παρακράτηση/προκαταβολή/συντελεστής/υπολογισμός ~ου. Άμεσοι/έμμεσοι/καταβλητέοι/λιμενικοί/παρακρατηθέντες ~οι. ~οι αεροδρομίου. Επιβολή/περικοπές ~ων. ~ επί των κερδών. Απαλλαγή από ~ο (= φοροαπαλλαγή). Υπαγωγή σε ~ο. Εισπράττει/καταβάλλει/πληρώνει ~ους. Είναι υποκείμενος/υπόχρεος σε ~ο (πβ. φορολογητέος). Πβ. δασμός, τέλος. ● ΣΥΜΠΛ.: οικολογικός/περιβαλλοντικός/πράσινος φόρος: ΟΙΚΟΛ. ο οποίος αφορά προϊόντα, υπηρεσίες ή δραστηριότητες που επιβαρύνουν το περιβάλλον. [< αγγλ. ecotax, γαλλ. écotaxe, 1992] , φόρος αυτόματου υπερτιμήματος & φόρος υπεραξίας: που επιβάλλεται στη διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης και της τιμής πώλησης ενός ακινήτου και καταβάλλεται από τον ιδιοκτήτη και πωλητή του ακινήτου., φόρος εισοδήματος: που αναλογεί στο καθαρό ετήσιο εισόδημα των φυσικών και νομικών προσώπων. [< αγγλ. income tax] , φόρος περιουσίας: που καταβάλλεται επί της καθαρής αξίας της περιουσίας του φορολογούμενου., φόρος προστιθέμενης αξίας (ακρ. ΦΠΑ): έμμεσος φόρος ο οποίος επιβάλλεται στην προστιθέμενη αξία προϊόντος ή υπηρεσίας και καταβάλλεται από τον καταναλωτή: ~ ~ στις νεόδμητες οικοδομές. Στην τιμή δεν περιλαμβάνεται ο ~ ~. [< αγγλ. value-added tax, 1935] , φόρος τιμής (μτφ.): οι τιμές που αποδίδονται συνήθ. σε νεκρό ως ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς του: Ο δήμος αποδίδει ~ο ~ σε έναν μεγάλο καλλιτέχνη/στη μνήμη της ... Αποτίω ~ο ~ στους ήρωες/στα θύματα του πολέμου., φόρος υποτέλειας/υποτελείας: χρηματικό ποσό που καταβάλλει μια κατακτημένη ή ημιανεξάρτητη χώρα στην κυρίαρχη., βεβαίωση φόρου βλ. βεβαίωση, κεφαλικός φόρος βλ. κεφαλικός, φόρος αίματος βλ. αίμα, φόρος κατανάλωσης βλ. κατανάλωση ● ΦΡ.: φόρου υποτελής βλ. υποτελής [< αρχ. φόρος, γαλλ. taxe, αγγλ. tax]
55276φοροσαφάριφο-ρο-σα-φά-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (μτφ.): εντατική διενέργεια ελέγχων για την πάταξη παρανομιών που σχετίζονται με την καταβολή φόρων: ~ για παραγραφές. Άρχισε το ~ σε τουριστικές περιοχές. Πβ. φοροκυνηγητό.
55277φοροτέχνηςφο-ρο-τέ-χνης ουσ. (αρσ.): φοροτεχνικός.
55278φοροτεχνικός, ή, ό φο-ρο-τε-χνι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με φορολογικά θέματα και τη διευθέτησή τους: ~ός: σύμβουλος/υπάλληλος. ~ή: υποστήριξη. ~ό: γραφείο. ~ές: υπηρεσίες. ● Ουσ.: φοροτεχνικά (τα): ενν. θέματα., φοροτεχνικός (ο/η): επαγγελματίας που αναλαμβάνει φορολογικές υποθέσεις, όπως σύνταξη και υποβολή φορολογικών δηλώσεων, βεβαίωση φόρων, τήρηση και ενημέρωση φορολογικών βιβλίων: λογιστής/οικονομολόγος-~. Ομοσπονδία ~ών. ΣΥΝ. φοροτέχνης
55279φόρουμφό-ρουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς κ. φόρα} 1. ΔΙΑΔΙΚΤ. δικτυακός τόπος όπου τα εγγεγραμμένα μέλη ανταλλάσσουν απόψεις πάνω σε συγκεκριμένο θέμα: αθλητικό/ενεργό/ιατρικό/τεχνολογικό/φιλοσοφικό ~. ~ συζήτησης/χρηστών. Οι θαμώνες/λαθραναγνώστες του ~. Αναζήτηση/βόλτα (: περιήγηση)/είσοδος στο ~. Γράφω σε/επισκέπτομαι/μπαίνω σε/παρακολουθώ ένα ~. Βλ. άβαταρ, θρεντ, κόμεντ, μοντερέιτορ, μπαν, ποστ, τόπικ, τρολ. ΣΥΝ. ομάδα συζήτησης 2. οργανωμένη ανοιχτή συνάντηση για ανταλλαγή απόψεων, κυρ. από ειδικούς, σχετικά με ένα ή περισσότερα θέματα συνήθ. γενικού ενδιαφέροντος: διαβαλκανικό/ευρωπαϊκό/παγκόσμιο ~. Επιχειρηματικό/κοινωνικό/οικονομικό ~. ~ για την εκπαίδευση/τον τουρισμό. ~ διαλόγου/φοιτητών. Οι εργασίες του ~. Συμμετέχουν σε διεθνή ~α. Πβ. διάσκεψη, συμπόσιο, συνέδριο. 3. οργανωμένο σύνολο ατόμων τα οποία έχουν κοινή ιδεολογία ή προέρχονται από τον ίδιο χώρο: φιλελεύθερο ~. ~ μεταναστών. [< 1: αγγλ. forum, 1971, 2: αγγλ. ~, γαλλ. ~, 1955]
55280φορουμικός, ή, ό φο-ρου-μι-κός επίθ.: ΔΙΑΔΙΚΤ. (αργκό) που σχετίζεται με το φόρουμ: ~ές: συζητήσεις.
55281φορουμίτηςφο-ρου-μί-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φορουμίτισσα}: ΔΙΑΔΙΚΤ. (αργκό) μέλος φόρουμ. Βλ. -ίτης1.
55282φορούσιβλ. φουρούσι
55283φοροφυγάςφο-ρο-φυ-γάς ουσ. (αρσ.) {φοροφυγ-άδες}: πρόσωπο που διαπράττει ή έχει διαπράξει φοροδιαφυγή: αυστηρές ποινές για τους ~άδες. Πβ. φοροκλέπτης. Βλ. εισφοροφυγάδες. [< αγγλ. tax evader, 1927]
55284φορσέφορ-σέ επίθ. {άκλ.}: υποχρεωτικός, αναγκαστικός: (στο σκάκι:) ~ ματ.|| (κατ' επέκτ.) Η παραίτησή του μετά το σκάνδαλο ήταν μια κίνηση ~. [< γαλλ. forcé]
55285φορτάμαξαφορ-τά-μα-ξα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σιδηροδρομικό όχημα μεταφοράς φορτίων· φορτηγό βαγόνι. Βλ. επιβατ-, κλιν-άμαξα.
55286φόρτεφόρ-τε επίρρ. {άκλ.}: ΜΟΥΣ. (κυρ. ως οδηγία σε παρτιτούρα) δυνατά (σύμβ. f). Βλ. φορτίσιμο. ΑΝΤ. πιάνο2 ● Ουσ.: φόρτε (το) 1. το δυνατό σημείο κάποιου: Η υπομονή δεν είναι το ~ του. 2. ΜΟΥΣ. τμήμα μουσικής σύνθεσης που εκτελείται με μεγαλύτερη ένταση. ● ΦΡ.: στο/στα φόρτε του/της (προφ.): στο αποκορύφωμα, στο ζενίθ: Η τουριστική περίοδος βρίσκεται/είναι ~ ~ της. [< ιταλ. forte]
55287φορτεπιάνοφορ-τε-πιά-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η πρώτη μορφή πιάνου κατά τον 18ο αι. [< γαλλ. forte-piano, ιταλ. fortepiano]
55288φορτέτσαφορ-τέ-τσα ουσ. (θηλ.) 1. (παλαιότ.) ενετικό φρούριο, κάστρο. 2. φόδρα από χοντρό ύφασμα. 3. σκληρό δέρμα που τοποθετείται ανάμεσα στη σόλα και τον πάτο του παπουτσιού, για να στηρίζει την καμάρα του ποδιού: (εξωτερική) ~ στη φτέρνα. [< ιταλ. fortezza]
55289φορτηγατζήςφορ-τη-γα-τζής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φορτηγατζού} (προφ.): επαγγελματίας οδηγός ή/και κάτοχος φορτηγού. Πβ. νταλικέρης. Βλ. λεωφορεια-, ταξι-τζής.
55290φορτηγίδαφορ-τη-γί-δα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΝΑΥΤ. μαούνα.
55291φορτηγόφορ-τη-γό ουσ. (ουδ.): τροχοφόρο όχημα για μεταφορά μεγάλων φορτίων, συνήθ. εμπορευμάτων: αρθρωτό/γερανοφόρο/ελαφρύ/επικαθήμενο/κλειστό (βλ. κόφα)/(ημι)ρυμουλκούμενο ~. ~-κλούβα/κοντέινερ/μπετονιέρα/ψυγείο. Βλ. αλατιέρα, βαν, απορριμματοφόρο, βυτίο, καμιόνι, κάργκο, κρεατάδικο, νταλίκα, πυροσβεστικό. ● Υποκ.: φορτηγάκι (το): ΣΥΝ. ημιφορτηγό ● ΣΥΜΠΛ.: ανατρεπόμενο όχημα/φορτηγό βλ. ανατρεπόμενος [< ουσιαστικοπ. ουδ. του αρχ. επιθ. φορτηγός, αγγλ. cargo]
55292φορτηγός, ός, ό φορ-τη-γός επίθ. (επίσ.): που μεταφέρει φορτία ή σχετίζεται με τη μεταφορά τους: ~ό: βαγόνι (= φορτάμαξα)/όχημα. (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. αυτοκίνητο ή πλοίο· βλ. τραμπ).|| ~ός: ναυτιλία. [< αρχ. φορτηγός]
55293φορτίζωφορ-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φόρτι-σα, φορτί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, φορτίζ-οντας, -όμενος} 1. ΗΛΕΚΤΡ. διοχετεύω ηλεκτρικό φορτίο: (για μπαταρία:) ~ το λάπτοπ. ~σμένο: κινητό (ΑΝΤ. αφόρτιστο). Βλ. επανα~, υπερ~.|| Συσκευή που ~ει/~εται από τον ήλιο.|| (XHM.) ~σμένα: ιόντα. (ΦΥΣ.) Αρνητικά (βλ. ηλεκτρόνιο)/θετικά (βλ. πρωτόνιο) ~σμένα σωματίδια. ΣΥΝ. φορτώνω (7) ΑΝΤ. αποφορτίζω (1), εκφορτίζω (1) 2. (μτφ.) δημιουργώ ένταση· επιβαρύνω, κυρ. συναισθηματικά: Οι δηλώσεις του ... ~σαν το κλίμα μεταξύ των δύο χωρών. Η ατμόσφαιρα ήταν συγκινησιακά ~σμένη. Λέξεις ιδεολογικά ~σμένες. Πβ. ηλεκτρίζω, οξύνω. Βλ. επι~. ● ΦΡ.: γεμίζω/φορτίζω τις μπαταρίες (μου) βλ. μπαταρία [< μτγν. φορτίζω 'φορτώνω, επιβαρύνω', γαλλ. charger, αγγλ. charge]
55294φορτικός, ή, ό φορ-τι-κός επίθ. (λόγ.): ιδιαίτερα επίμονος, με αποτέλεσμα να καταντά ενοχλητικός, κουραστικός: Έχει παραγίνει ~ (βλ. βεντούζα, κολλιτσίδα, στενός κορσές, ταγάρι, τσιμπούρι). Εάν δεν γίνομαι ~, θα ήθελα να ρωτήσω και κάτι άλλο. Πβ. οχληρός.|| Ζητούσε χρήματα με ~ό (= πιεστικό) τρόπο. ● επίρρ.: φορτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. φορτικός ‘αγροίκος, άξεστος’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.