Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5560-5580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4640αντινεοπλασματικός, ή, ό [ἀντινεοπλασματικός] α-ντι-νε-ο-πλα-σμα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προλαμβάνει ή αναστέλλει την ανάπτυξη νεοπλασμάτων. Πβ. κυτταροστατικός. ΑΝΤ. νεοπλασματικός [< αγγλ. antineoplastic, 1953, γαλλ. antineoplastique]
4641αντινετρίνο[ἀντινετρίνο] α-ντι-νε-τρί-νο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. αντισωματίδιο του νετρίνο. [< αγγλ. antineutrino, 1934, γαλλ. ~, 1958]
4642αντινετρόνιο[ἀντινετρόνιο] α-ντι-νε-τρό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. αντισωματίδιο του νετρονίου. Βλ. αντι-πρωτόνιο, -ύλη. [< αγγλ. antineutron, 1942, γαλλ. antineutron, 1956]
4643αντινομάρχης[ἀντινομάρχης] α-ντι-νο-μάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (παλαιότ.): νομαρχιακός σύμβουλος, δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον νομάρχη. Βλ. αντι-δήμαρχος, -περιφερειάρχης.
4644αντινομία[ἀντινομία] α-ντι-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) αντίφαση: λογική/φαινομενική ~. ~ μεταξύ λόγων και έργων. Άρση της ~ας. Πολυνομία που οδηγεί σε ~. Πβ. ανακολουθία, αναντιστοιχία, αντίθεση, ασυμφωνία, ασυνέπεια. 2. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) αντιφατικό και παράλογο συμπέρασμα που προκύπτει από δύο φαινομενικά αληθείς και λογικές κρίσεις ή προτάσεις: η ~ και το παράδοξο. Βλ. -νομία. [< μτγν. ἀντινομία, γαλλ. antinomie, γερμ. Antinomie, αγγλ. antinomy]
4645αντινομικός, ή, ό [ἀντινομικός] α-ντι-νο-μι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από αντινομία, αντιφατικός. [< μτγν. ἀντινομικός, γαλλ. antinomique, αγγλ. antinomic]
4647αντιντάμπινγκ[ἀντιντάμπινγκ] α-ντι-ντά-μπινγκ επίθ./ουσ. (το) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. πολιτική που αντιτίθεται στο ντάμπινγκ, που αποθαρρύνει την εισαγωγή προϊόντων σε τιμές αισθητά χαμηλότερες από τα αντίστοιχα εγχώρια: δασμοί ~. [< αγγλ. antidumping, 1915, γαλλ. ~, 1929]
4648αντιντόπινγκ[ἀντιντόπινγκ] α-ντι-ντό-πινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εναντίωση στη χρήση αναβολικών ουσιών από αθλητές: τεστ ~. Βλ. ΠΟΑ, WADA. ΑΝΤ. ντόπινγκ ● ΣΥΜΠΛ.: ντόπινγκ/αντιντόπινγκ έλεγχος/κοντρόλ: ΑΘΛ. ιατρική εξέταση για την εξακρίβωση της λήψης ή μη αναβολικών από αθλητή ή της χορήγησής τους σε άλογο κούρσας: Αρνήθηκε το/υποβλήθηκε σε ~ ~. [< αγγλ. anti-doping, 1934, γαλλ. ~, antidopage, περ. 1960]
4649αντίξοος, η, ο [ἀντίξοος] α-ντί-ξο-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): δυσμενής, ενάντιος: ~ο: κλίμα. ~ες: καταστάσεις. Πβ. ανάποδος, αντίθετος, εχθρικός. ΑΝΤ. ευνοϊκός (3) ● επίρρ.: αντίξοα ● ΣΥΜΠΛ.: αντίξοες συνθήκες: που δημιουργούν εμπόδια, προβλήματα: Αντίξοες καιρικές/κοινωνικές/οικονομικές/πολιτικές ~. Η έρευνα διεξάγεται κάτω από/σε/υπό ~ ~. [< αρχ. ἀντίξοος]
4650αντιξοότητα[ἀντιξοότητα] α-ντι-ξο-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): δυσκολία, δυσχέρεια, πρόβλημα: καθημερινές/οικονομικές ~ες. Οι ~ες της ζωής. Αντιμετωπίζω/νικώ/ξεπερνώ κάθε ~. Πβ. αναποδιά, ατυχία, δυσμένεια, εμπόδιο, κακοτυχία. Βλ. -ότητα.
4651αντίο[ἀντίο] α-ντί-ο επιφών. {άκλ.}: τυπική έκφραση αποχαιρετισμού: ~ και καλή τύχη/να προσέχεις. ~ για πάντα.|| (ως ουσ.) Είπε ένα ψυχρό ~ κι έφυγε. Πβ. γεια, στο καλό, χαίρετε.|| (κατ' επέκτ.) Πικρό ~ στην πρόκριση μετά την ήττα της ομάδας. ● ΣΥΜΠΛ.: το τελευταίο αντίο & στερνό/ύστατο αντίο: (σε κηδεία συνήθ. δημόσιου προσώπου) αποχαιρετισμός του νεκρού: Απηύθυναν/είπαν ~ ~ στον αξέχαστο ηθοποιό. Βλ. τελευταίος ασπασμός. ΣΥΝ. το ύστατο χαίρε [< ιταλ. addio]
4652αντιοικολογικός, ή, ό [ἀντιοικολογικός] α-ντι-οι-κο-λο-γι-κός επίθ.: που είναι ενάντια στην οικολογία και το περιβάλλον: ~ή: πολιτική. ~ό: προϊόν. Πβ. αντιπεριβαλλοντικός. ΑΝΤ. οικολογικός (1) [< αγγλ. antiecological, γαλλ. antiécologique]
4653αντιοικονομικός, ή, ό [ἀντιοικονομικός] α-ντι-οι-κο-νο-μι-κός επίθ.: που δεν συμφέρει από οικονομική άποψη, συνήθ. πολυδάπανος ή μη επικερδής: ~ή: λειτουργία (συστήματος). Πβ. ασύμφορος, επιζήμιος, πολυέξοδος, σπάταλος. Βλ. επωφελής, κερδοφόρος. [< γαλλ. anti-économique, αγγλ. uneconomical]
4654αντιοιστρογόνο[ἀντιοιστρογόνο] α-ντι-οι-στρο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ουσία που εξουδετερώνει ή περιορίζει τη δράση των οιστρογόνων: ορμονοθεραπεία με ~α. [< αγγλ. antiestrogen, γαλλ. antiestrogène]
4655αντιολισθητικός, ή, ό [ἀντιολισθητικός] α-ντι-ο-λι-σθη-τι-κός επίθ. & αντιολισθηρός: που εμποδίζει την ολίσθηση ή δεν γλιστρά: ~ός: τάπητας. ~ή: επιφάνεια (ΑΝΤ. γλιστερή)/λαβή. ~ά: λάστιχα/παπούτσια/πατάκια (μπάνιου). ~ό: σύστημα (πέδησης/πρόσδεσης). ΑΝΤ. ολισθηρός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αντιολισθητικές αλυσίδες: ΤΕΧΝΟΛ. που τοποθετούνται στα ελαστικά οχήματος, για να αποτρέψουν ή να περιορίσουν την ολίσθησή του σε χιονισμένο ή παγωμένο δρόμο. Πβ. χιονοαλυσίδες. [< γαλλ. antidérapant, αγγλ. antiskid, 1904]
4656αντιοξειδωτικός, ή, ό [ἀντιοξειδωτικός] α-ντι-ο-ξει-δω-τι-κός επίθ. & αντιοξιδωτικός: ΧΗΜ. που αποτρέπει ή επιβραδύνει την αλλοίωση συστατικών των τροφίμων ή άλλων ουσιών λόγω οξείδωσης: ~ός: παράγοντας. ~ή: δράση/προστασία. ~ό: ένζυμο. ~ές: βιταμίνες (A,C,E)/ιδιότητες. ΑΝΤ. οξειδωτικός.|| ~ές: τροφές (: που περιέχουν ~ά). ● Ουσ.: αντιοξειδωτικά (τα) & αντιοξειδωτικές ουσίες: φυσικές ή συνθετικές ουσίες (βιταμίνες, ιχνοστοιχεία) που βρίσκονται στις τροφές και προστατεύουν τα κύτταρα του οργανισμού από τον εκφυλισμό λόγω της φυσιολογικής και αναπόφευκτης διαδικασίας της οξείδωσης: φρούτα και λαχανικά πλούσια σε ~. Τα ~ προστατεύουν τον οργανισμό ενάντια στις ελεύθερες ρίζες. Βλ. βιολογική θεραπεία, μάτσα, πρόσθετα (τροφίμων), συμπληρώματα διατροφής. [< αγγλ. anti-oxidant, 1934, γαλλ. antioxydant, 1960]
4657αντιόξινα[ἀντιόξινα] α-ντι-ό-ξι-να ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αντιόξινο}: ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακα που εξουδετερώνουν ή περιορίζουν τη γαστρική έκκριση και καταπραΰνουν τους πόνους στο στομάχι. [< αγγλ. ant(i)acids, γαλλ. antiacides]
4659αντιπαγετικός, ή, ό [ἀντιπαγετικός] α-ντι-πα-γε-τι-κός επίθ.: που προφυλάσσει από τον παγετό: ~ός: ανεμιστήρας (για καλλιέργειες). Μέτρα ~ής προστασίας.|| (ως ουσ.) ~ό σκυροδέματος. Βλ. αντι-θερμικός, -ψυκτικός. [< γαλλ. antigel, 1923]
4660αντιπαγκοσμιοποίηση[ἀντιπαγκοσμιοποίηση] α-ντι-πα-γκο-σμι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): κοινωνικό κυρ. κίνημα που αντιτίθεται στην παγκοσμιοποίηση. [< αγγλ. anti-globalization, 1995]
4661αντιπάθεια[ἀντιπάθεια] α-ντι-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): συναίσθημα δυσαρέσκειας για κάποιον ή κάτι: αμοιβαία ~. Προσωπικές ~ες. Υπάρχει (μεγάλη) ~ (μεταξύ τους). Αισθάνομαι/έχω/τρέφω ~ για/προς ... Δημιουργώ/προκαλώ ~ες. Βλ. απάθεια, απέχθεια, αποστροφή, μίσος, -πάθεια. ΑΝΤ. συμπάθεια (1) [< μτγν. ἀντιπάθεια, γαλλ. antipathie, γερμ. Αntipathie, αγγλ. antipathy]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.