| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4633 | αντιμονοπωλιακός | , ή, ό [ἀντιμονοπωλιακός] α-ντι-μο-νο-πω-λι-α-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αντιτίθεται στη δημιουργία και τη διεύρυνση των μονοπωλίων: ~ή: νομοθεσία. Αντιιμπεριαλιστικές-~ές δυνάμεις. Πβ. αντιτράστ. [< αγγλ. antitrust, γαλλ. ~, περ. 1950] | |
| 4634 | αντιμυθιστόρημα | [ἀντιμυθιστόρημα] α-ντι-μυ-θι-στό-ρη-μα ουσ. (ουδ.): ΛΟΓΟΤ. μυθιστόρημα που ακυρώνει τα βασικά χαρακτηριστικά του παραδοσιακού. Πβ. νέο μυθιστόρημα. [< γαλλ. antiroman] | |
| 4635 | αντιμυκητιασικός | , ή, ό [ἀντιμυκητιασικός] α-ντι-μυ-κη-τι-α-σι-κός επίθ. & αντιμυκητικός: ΙΑΤΡ. που καταστέλλει τη μυκητίαση ή και την αναπαραγωγή μυκήτων: ~ή: αγωγή/δράση.|| (ως ουσ.) Τοπικό ~ό (ενν. φάρμακο). Πβ. αντι-βακτηριακός, -μικροβιακός. [< αγγλ. antifungal, antimycotic, γαλλ. antifongique, antimycosique, περ. 1950] | |
| 4636 | αντιμωλία | [ἀντιμωλία] α-ντι-μω-λί-α ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: κατ' αντιμωλία(ν): ΝΟΜ. με την παρουσία των διαδίκων: Το δικαστήριο δίκασε την αγωγή ~ ~. Βλ. ερημοδικία, κατ' αντιπαράσταση. [< αρχ. ἀντιμωλία] | |
| 4637 | αντιναζιστικός | , ή, ό [ἀντιναζιστικός] α-ντι-να-ζι-στι-κός επίθ. & (προφ.) αντιναζί: που αντιτίθεται στους ναζί ή και τον ναζισμό. ΑΝΤ. ναζιστικός (1) [< γαλλ. antinazi, 1936, αγγλ. ~, 1933] | |
| 4638 | αντιναρκωτικός | , ή, ό [ἀντιναρκωτικός] α-ντι-ναρ-κω-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στο εμπόριο και τη χρήση ναρκωτικών: ~ή: εκστρατεία. [< γαλλ. antidrogue, περ. 1960, αγγλ. antidrug, 1970] | |
| 4639 | αντιναύαρχος | [ἀντιναύαρχος] α-ντι-ναύ-αρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον υποναύαρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον αντιστράτηγο του Στρατού Ξηράς, της Ελληνικής Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής και τον αντιπτέραρχο της Πολεμικής Αεροπορίας. [< γαλλ. vice-amiral] | |
| 4640 | αντινεοπλασματικός | , ή, ό [ἀντινεοπλασματικός] α-ντι-νε-ο-πλα-σμα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προλαμβάνει ή αναστέλλει την ανάπτυξη νεοπλασμάτων. Πβ. κυτταροστατικός. ΑΝΤ. νεοπλασματικός [< αγγλ. antineoplastic, 1953, γαλλ. antineoplastique] | |
| 4641 | αντινετρίνο | [ἀντινετρίνο] α-ντι-νε-τρί-νο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. αντισωματίδιο του νετρίνο. [< αγγλ. antineutrino, 1934, γαλλ. ~, 1958] | |
| 4642 | αντινετρόνιο | [ἀντινετρόνιο] α-ντι-νε-τρό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. αντισωματίδιο του νετρονίου. Βλ. αντι-πρωτόνιο, -ύλη. [< αγγλ. antineutron, 1942, γαλλ. antineutron, 1956] | |
| 4643 | αντινομάρχης | [ἀντινομάρχης] α-ντι-νο-μάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (παλαιότ.): νομαρχιακός σύμβουλος, δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον νομάρχη. Βλ. αντι-δήμαρχος, -περιφερειάρχης. | |
| 4644 | αντινομία | [ἀντινομία] α-ντι-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) αντίφαση: λογική/φαινομενική ~. ~ μεταξύ λόγων και έργων. Άρση της ~ας. Πολυνομία που οδηγεί σε ~. Πβ. ανακολουθία, αναντιστοιχία, αντίθεση, ασυμφωνία, ασυνέπεια. 2. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) αντιφατικό και παράλογο συμπέρασμα που προκύπτει από δύο φαινομενικά αληθείς και λογικές κρίσεις ή προτάσεις: η ~ και το παράδοξο. Βλ. -νομία. [< μτγν. ἀντινομία, γαλλ. antinomie, γερμ. Antinomie, αγγλ. antinomy] | |
| 4645 | αντινομικός | , ή, ό [ἀντινομικός] α-ντι-νο-μι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από αντινομία, αντιφατικός. [< μτγν. ἀντινομικός, γαλλ. antinomique, αγγλ. antinomic] | |
| 4647 | αντιντάμπινγκ | [ἀντιντάμπινγκ] α-ντι-ντά-μπινγκ επίθ./ουσ. (το) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. πολιτική που αντιτίθεται στο ντάμπινγκ, που αποθαρρύνει την εισαγωγή προϊόντων σε τιμές αισθητά χαμηλότερες από τα αντίστοιχα εγχώρια: δασμοί ~. [< αγγλ. antidumping, 1915, γαλλ. ~, 1929] | |
| 4648 | αντιντόπινγκ | [ἀντιντόπινγκ] α-ντι-ντό-πινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εναντίωση στη χρήση αναβολικών ουσιών από αθλητές: τεστ ~. Βλ. ΠΟΑ, WADA. ΑΝΤ. ντόπινγκ ● ΣΥΜΠΛ.: ντόπινγκ/αντιντόπινγκ έλεγχος/κοντρόλ: ΑΘΛ. ιατρική εξέταση για την εξακρίβωση της λήψης ή μη αναβολικών από αθλητή ή της χορήγησής τους σε άλογο κούρσας: Αρνήθηκε το/υποβλήθηκε σε ~ ~. [< αγγλ. anti-doping, 1934, γαλλ. ~, antidopage, περ. 1960] | |
| 4649 | αντίξοος | , η, ο [ἀντίξοος] α-ντί-ξο-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): δυσμενής, ενάντιος: ~ο: κλίμα. ~ες: καταστάσεις. Πβ. ανάποδος, αντίθετος, εχθρικός. ΑΝΤ. ευνοϊκός (3) ● επίρρ.: αντίξοα ● ΣΥΜΠΛ.: αντίξοες συνθήκες: που δημιουργούν εμπόδια, προβλήματα: Αντίξοες καιρικές/κοινωνικές/οικονομικές/πολιτικές ~. Η έρευνα διεξάγεται κάτω από/σε/υπό ~ ~. [< αρχ. ἀντίξοος] | |
| 4650 | αντιξοότητα | [ἀντιξοότητα] α-ντι-ξο-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): δυσκολία, δυσχέρεια, πρόβλημα: καθημερινές/οικονομικές ~ες. Οι ~ες της ζωής. Αντιμετωπίζω/νικώ/ξεπερνώ κάθε ~. Πβ. αναποδιά, ατυχία, δυσμένεια, εμπόδιο, κακοτυχία. Βλ. -ότητα. | |
| 4651 | αντίο | [ἀντίο] α-ντί-ο επιφών. {άκλ.}: τυπική έκφραση αποχαιρετισμού: ~ και καλή τύχη/να προσέχεις. ~ για πάντα.|| (ως ουσ.) Είπε ένα ψυχρό ~ κι έφυγε. Πβ. γεια, στο καλό, χαίρετε.|| (κατ' επέκτ.) Πικρό ~ στην πρόκριση μετά την ήττα της ομάδας. ● ΣΥΜΠΛ.: το τελευταίο αντίο & στερνό/ύστατο αντίο: (σε κηδεία συνήθ. δημόσιου προσώπου) αποχαιρετισμός του νεκρού: Απηύθυναν/είπαν ~ ~ στον αξέχαστο ηθοποιό. Βλ. τελευταίος ασπασμός. ΣΥΝ. το ύστατο χαίρε [< ιταλ. addio] | |
| 4652 | αντιοικολογικός | , ή, ό [ἀντιοικολογικός] α-ντι-οι-κο-λο-γι-κός επίθ.: που είναι ενάντια στην οικολογία και το περιβάλλον: ~ή: πολιτική. ~ό: προϊόν. Πβ. αντιπεριβαλλοντικός. ΑΝΤ. οικολογικός (1) [< αγγλ. antiecological, γαλλ. antiécologique] | |
| 4653 | αντιοικονομικός | , ή, ό [ἀντιοικονομικός] α-ντι-οι-κο-νο-μι-κός επίθ.: που δεν συμφέρει από οικονομική άποψη, συνήθ. πολυδάπανος ή μη επικερδής: ~ή: λειτουργία (συστήματος). Πβ. ασύμφορος, επιζήμιος, πολυέξοδος, σπάταλος. Βλ. επωφελής, κερδοφόρος. [< γαλλ. anti-économique, αγγλ. uneconomical] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ